• Σχόλιο
  • Ο ρόλος της Αριστεράς για την επίτευξη μιας νέας πολεμικής ύφεσης στην Ευρώπη

  • Βάλτερ Μπάγερ | 25 Jul 22 | Posted under: Ευρωπαϊκή Ένωση , Πόλεμος και ειρήνη
  • Ο Walter Baier γράφει για μια νέα ισορροπημένη ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας, η οποία θα συμμορφώνεται με τις διεθνείς Συνθήκες για τον έλεγχο και τη μείωση των εξοπλισμών, και θα αποκαθιστά την εμπιστοσύνη και την οικοδόμηση οικονομικών και πολιτιστικών δεσμών.

     

    Τις τελευταίες δεκαετίες, δεν υπήρξε ούτε μια μέρα χωρίς πόλεμο κάπου στον κόσμο. Αλλά ποτέ άλλοτε, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δε βρέθηκαν οι δύο κύριες πυρηνικές δυνάμεις, η Ρωσική Ομοσπονδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο κοντά στην ένοπλη αντιπαράθεση. Στεκόμαστε σήμερα μπροστά στα ερείπια όλου του πολιτικού κεφαλαίου που δημιουργήθηκε μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

    Ωστόσο, υπήρξαν δυσοίωνα σημάδια, όπως η ακύρωση της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, η οποία συνοδευόταν από αμοιβαίες κατηγορίες, η επέκταση του ΝΑΤΟ, η άρνηση της πλειονότητας των κρατών μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Σουηδίας και της Φινλανδίας, να επικυρώσουν τη συνθήκη για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων κ.λπ... Ίσως δεν αποδώσαμε σε όλα αυτά την αρμόζουσα προσοχή.

    Όμως, ακόμη κι έτσι, έχουμε ακόμη την ευκαιρία να αλλάξουμε πορεία.  

    Τι  μπορεί  ή  τι  πρέπει  να  κάνει η  Αριστερά;

    Το transform! europe θεωρεί σημαντικό να επεξεργαστούμε τέσσερις βασικές ιδέες στρατηγικού χαρακτήρα:

    1. Ο αγώνας για την ειρήνη πρέπει να τεθεί ακόμη πιο ξεκάθαρα στο επίκεντρο. Ωστόσο, ακόμη και αν τα όπλα σιωπήσουν, κάτι που όλοι ελπίζουμε και αγωνιζόμαστε γι’ αυτό, θα προκύψει, στην καλύτερη περίπτωση, μια εκεχειρία η οποία θα επιφέρει μόνο το πάγωμα των συγκρούσεων, γιατί οι θεμελιώδεις αντιθέσεις που πλήττουν τις ευρωπαϊκές και τις παγκόσμιες δομές ασφάλειας θα εξακολουθήσουν να υφίστανται. Με άλλα λόγια, όποια και αν είναι η προσωρινή πολιτική λύση στο ζήτημα του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, το πρόταγμα της διαρκούς ειρήνης πρέπει να αποτελέσει μέρος μιας νέας ευρωπαϊκής, ίσως ακόμη και παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Αυτό απαιτεί ένα νέο όραμα για την Ευρώπη και την ΕΕ η οποία παίζει, όλο και περισσότερο, τον ρόλο του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ.

    2. Αν αυτό αληθεύει, χρειαζόμαστε έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στα κόμματά μας, τις   λοιπές προοδευτικές δυνάμεις και τα συγγενικά κοινωνικά κινήματα, για τα νέα και δύσκολα πολιτικά προβλήματα που είναι αρκετά.
      Για παράδειγμα, μόλις τελειώσει ο πόλεμος, και ελπίζουμε αυτό να συμβεί σύντομα, ο ουκρανικός λαός θα εξακολουθήσει να υφίσταται, η Ρωσία θα συνεχίσει να είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη και η Ευρώπη θα πρέπει να πάρει θέση σε αυτό. Θέλουμε η ΕΕ να ισορροπεί στα όρια ενός πολέμου, και αν όχι, πώς θα μοιάζει ένα ανθεκτικό στις κρίσεις, αυτόνομο σύστημα συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, σε συνθήκες πλήρους απώλειας της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις;   
      Δεν είμαστε στο 1975, όταν 35 αρχηγοί κρατών συναντήθηκαν στο Ελσίνκι – είμαστε στο 1968, όταν τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία.
      Από αυτή τη  σκοπιά, ένα νέο, ισορροπημένο ευρωπαϊκό καθεστώς ασφάλειας δε μοιάζει να είναι εφικτό.
      Από την άλλη, μεταξύ της εισβολής στην Πράγα και της διάσκεψης του Ελσίνκι, μεσολάβησαν μόνο επτά χρόνια.
      Φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αποβάλλει εντελώς την ιδέα μιας μακροπρόθεσμης ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, υιοθετώντας την συγκρουσιακή στρατηγική του Τζο Μπάιντεν.
      Ως εκ τούτου, εναπόκειται στην Αριστερά να επεξεργαστεί μια ρεαλιστική στρατηγική στην κατεύθυνση μιας νέας πολεμικής ύφεσης στην Ευρώπη, προκειμένου να αναβιώσει την Ανατολική πολιτική της δεκαετίας του 1970, που θα συμμορφώνεται με τις διεθνείς Συνθήκες για τον έλεγχο και τη μείωση των εξοπλισμών, και θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και την οικοδόμηση των οικονομικών και των πολιτιστικών δεσμών. Ο αγώνας για τη δημιουργία ζωνών χωρίς πυρηνικά όπλα και η σταδιακή επέκτασή τους σε ολόκληρη την ήπειρο από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για την επιτυχία αυτού του αγώνα.
      Ανεξάρτητα από το σε ποιον και σε ποιο βαθμό αποδίδουμε την κύρια ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, βιώνουμε έναν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο που κατακερματίζει την παγκόσμια οικονομία, διαμελίζει τις αλυσίδες αξίας και διακόπτει τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και ενέργεια, με όλα αυτά να έχουν τεράστιες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τα κοινωνικά δικαιώματα των λαών μας σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Και πάνω απ' όλα, το πιο τρομακτικό είναι ότι ο διαχωρισμός των εξαρτήσεων στρώνει το πεδίο του πολέμου, ο οποίος διαφορετικά, υπό τις συνθήκες που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια δεκαετιών αμοιβαίας οικονομικής και πολιτιστικής αλληλεξάρτησης, θα ήταν αδιανόητος.
      Ο σχεδιασμός των βημάτων για την επίτευξη μιας νέας περιόδου πολεμικής ύφεσης δεν μπορεί να είναι ευκαιριακός. Χρειάζεται έρευνα και διάλογο.

    3. Πρέπει να αναδείξουμε το γεγονός ότι η ριζοσπαστική Αριστερά και πολλά προοδευτικά κόμματα συμμετέχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς αρκετών χωρών. Αυτό δυνητικά μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια ευθύνη που θα πρέπει να αναδείξουμε στο European Forum of LeftGreen and Progressive Forces, που θα διεξαχθεί στην Αθήνα, από τις 21 ως τις 23 Οκτωβρίου 2022.

    4. Πρέπει να εμβαθύνουμε τον διάλογο μεταξύ των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτικών μας κομμάτων, πράγμα το οποίο αποτελεί βασική παράμετρο στη δράση του transformeurope! ούτως ή άλλως. Τα κινήματα έχουν μερικές φορές καλύτερες δυνατότητες να εγείρουν ριζοσπαστικά αιτήματα. Πρέπει να τα βοηθήσουμε να εκφραστούν αυτόνομα και να τα ακούσουμε.

    Από την άλλη, η δουλειά μας ως κόμματα είναι να υιοθετήσουμε στρατηγικές που στοχεύουν στην πολιτική ισορροπία των δυνάμεων, η οποία είναι απαραίτητη για την επίτευξη της αλλαγής. Κανείς άλλος δεν θα το κάνει αυτό για μας. Κατά συνέπεια, θα διεξαχθούν τρεις διαφορετικοί διάλογοι: ένας μεταξύ των κινημάτων, στα οποία πρέπει εμείς να εξασφαλίσουμε ένα χώρο έκφρασης, ένας άλλος διάλογος μεταξύ των προοδευτικών και των ριζοσπαστικών αριστερών κομμάτων, και ένας τρίτος μεταξύ των κομμάτων και των κινημάτων. Ο τελευταίος, σίγουρα δεν θα είναι εύκολος.

    Ταυτόχρονα, θα αποτελέσει μια δοκιμή και μια πολιτική πρόκληση που θα πρέπει να αποδεχθούμε. 


Related articles