• Οι συνέπειες της TTIP στην εργασία: μια αναμενόμενη καταστροφή

  • Αντορασιόν Γκουαμάν | 15 Dec 14
  • Οι διαπραγματεύσεις του έβδομου γύρου της TTIP (Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης) διεξήχθησαν πριν δύο μήνες και οι πληροφορίες που έχουμε για την μελλοντική Συνθήκη παραμένουν περιορισμένες και βαθιά μεροληπτικές. Οι αδιαμφισβήτητες επιπτώσεις της στα δικαιώματα των εργαζομένων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού κρατούνται μυστικές και ουδείς μιλάει γι’ αυτές.

    Τον περασμένο Οκτώβριο, μπροστά στην κοινωνική πίεση, η ΕΕ δημοσίευσε το έγγραφο μέσω του οποίου, τον Ιούνιο του 2013, το Συμβούλιο έδωσε εντολή στην Επιτροπή να αρχίσει «επίσημα» τις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαπραγματεύσεις που όμως πραγματοποιούνται αδιαφανώς, τουλάχιστον από το 2005. Το έγγραφο εξουσιοδοτούσε την Επιτροπή να διαπραγματευτεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες μια συμφωνία για την αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των δύο μερών. Οι στόχοι ήταν τρείς: α) να εξαλειφθούν τα εμπορικά εμπόδια, τα δασμολογικά εμπόδια και, κυρίως, τα μη δασμολογικά εμπόδια (ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών), β) να αναζητηθεί σύγκλιση μεταξύ των δύο συστημάτων παραγωγικής «ρύθμισης» (δηλαδή μια προσέγγιση των εθνικών νομικών ρυθμίσεων που δεν μπορούν να απαλειφθούν, και γ) να δημιουργηθούν κοινές ρυθμίσεις που θα υιοθετηθούν στη συνέχεια και σε διεθνές επίπεδο.

    Στον τομέα των εργασιακών δικαιωμάτων, το έγγραφο αναφέρεται μόνο στην υποχρέωση των μερών να περιλάβουν στη συμφωνία μηχανισμούς που θα στηρίζουν την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας και την εφαρμογή των βασικών προτύπων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, χωρίς να δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες. Πέραν αυτού του εγγράφου, δεν είναι δυνατόν να βρει κανείς στις πληροφορίες που δημοσιεύει η ΕΕ κάποια συγκεκριμένη αναφορά στα εργασιακά δικαιώματα.

    Τη δημοσίευση αυτής της ανεπαρκούς πληροφόρησης ακολούθησε μια ευρεία εκστρατεία προώθησης και δικαιολόγησης της Συμφωνίας από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Διάφορες εκθέσεις προέβαλαν τα πλεονεκτήματα και την αύξηση της οικονομικής μεγέθυνσης που θα προέλθει από την υπογραφή της συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνοντας ότι η πλήρης ελευθερία του εμπορίου θα δημιουργήσει δισεκατομμύρια κερδών και στις δύο οικονομίες. Ειδικότερα, γινόταν αναφορά στο γεγονός ότι περίπου το 80% των κερδών που θα προκύψουν από τη συμφωνία θα οφείλεται στη μείωση του «κόστους» που δημιουργούν «η γραφειοκρατία και οι ρυθμίσεις», καθώς και από την απελευθέρωση του εμπορίου στις υπηρεσίες και στις κρατικές προμήθειες. Αυτό δείχνει ότι ο κύριος στόχος της συμφωνίας δεν είναι η μείωση των δασμών, αλλά των ρυθμίσεων που ισχύουν για τα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των εργασιακών δικαιωμάτων.

    Τη συγκεκριμένη εκστρατεία προπαγάνδας αμφισβητούν φωνές που προέρχονται από διάφορες πλευρές. Εγείρονται ερωτήματα στα οποία οι οικονομολόγοι που στηρίζουν την TTIP δεν έχουν απαντήσει: Ποιος θα ωφεληθεί από αυτή γένεση πλούτου; Ποια επίπτωση θα έχουν στην ευημερία του πληθυσμού τα μέτρα για τις υπηρεσίες; Μήπως η TTIP πυροδοτήσει έναν περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων;

    Επικεντρώνοντας την προσοχή μας σ’ αυτή την τελευταία ερώτηση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου πολλαπλασιάζει τη διασυνοριακή προσφορά υπηρεσιών και τη διασυνοριακή μετακίνηση των επιχειρήσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα διαφορετικά νομικά, εργασιακά συστήματα και τα διαφορετικά επίπεδα προστασίας των δικαιωμάτων να συγκρούονται σε τακτική βάση. Αυτό δεν θα συνέβαινε εφόσον ίσχυαν δύο προϋποθέσεις: αφ’ ενός, αν η συμφωνία περιλάμβανε κοινά πρότυπα εργασιακών δικαιωμάτων (ελάχιστος μισθός, ανώτατο ωράριο εργασίας, συλλογικά δικαιώματα κλπ) και αφ’ ετέρου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αυτά τα κοινά πρότυπα, αν η συμφωνία περιλάμβανε ρήτρα μη παραβίασης ή ρήτρα μη παλινδρόμησης που θα υποχρεώνει τα κράτη να διατηρήσουν αμετάβλητα τα εργασιακά επίπεδα. Αν ουδεμία από τις προϋποθέσεις αυτές ισχύσουν, η εμπειρία μας λέει ότι όταν συγκρούονται δύο διαφορετικά εργασιακά συστήματα και οι αποφάσεις για την εγκατάσταση μιας εταιρείας ή για τον τόπο από τον οποίο θα προσφέρονται υπηρεσίες αφήνονται στις ελεύθερες επιλογές του κεφαλαίου, δύο φαινόμενα συμβαίνουν: το κοινωνικό ντάμπινγκ και ο νομοθετημένος ανταγωνισμός προς τα κάτω. Αυτά τα φαινόμενα παρατηρούνται συχνά σήμερα στην ΕΕ.

    Το κοινωνικό ντάμπινγκ είναι μια επιχειρησιακή στρατηγική που χρησιμοποιείται με στόχο να μειώσει το κοινωνικό κόστος, μετακινώντας την παραγωγή τους σε ένα κράτος με μειωμένα εργασιακά δικαιώματα (που συνήθως συνδέονται με το ύψος των μισθών). Επίσης, οι εταιρείες στέλνουν το προσωπικό τους να εργαστεί στο εξωτερικό μόνο σε κράτη με υψηλότερα εργασιακά δικαιώματα. Όμως, οι εργασιακές τους συνθήκες παραμένουν αυτές της χώρας καταγωγής τους και έτσι οι εταιρείες αυτές βρίσκονται σε πλεονεκτική κατάσταση σε σχέση με τις εγχώριες εταιρείες στο ζήτημα του εργατικού κόστους. Επιπλέον, ο νομοθετημένος ανταγωνισμός είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει όταν, σε μια κατάσταση νομοθετικών διαφορών όπως αυτή που περιγράφηκε πιο πάνω,  οι κυβερνήσεις θέλουν να προσελκύσουν ξένες εταιρείες μειώνοντας τα εργασιακά  δικαιώματα (χαμηλότεροι μισθοί ή αύξηση των διευκολύνσεων για απολύσεις).

    Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι μέρος της σημερινής πραγματικότητας στην ΕΕ. Έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα για να επιτευχθεί ένας ελάχιστος έλεγχος στο κοινωνικό ντάμπινγκ και για να καθησυχάζουν όσοι ασκούν κριτική στο κοινωνικό έλλειμμα της ΕΕ. Τα αποτελέσματα είναι, όμως, μηδαμινά. Το φαινόμενο του νομοθετημένου ανταγωνισμού έχει γίνει η στρατηγική των διεθνών χρηματοπιστωτικών αρχών και προωθείται μέσω των μηχανισμών διακυβέρνησης της ΕΕ. Τα αποτελέσματα είναι ορατά. Αρκεί κάποιος να παρατηρήσει τη διεύρυνση των εργασιακών και κοινωνικών διαφορών στην ΕΕ, με την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία να βρίσκονται στο χειρότερο σημείο σε σχέση με την ανεργία, την αστάθεια, τη φτώχεια και τον αποκλεισμό.

    Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, για να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις της TTIP στα εργασιακά δικαιώματα πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο ζητήματα. Πρώτον, ότι η ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση είχε αρνητικές συνέπειες για την πλειοψηφία των εργαζομένων, αν και οι χώρες-μέλη της ΕΕ-τουλάχιστον μέχρι τα πιο πρόσφατα κύματα της διεύρυνσης-έχουν παρόμοιες παραδόσεις αναγνώρισης των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Δεύτερον, ότι η TTIP θα οδηγήσει στη σύγκλιση δύο συστημάτων που είναι βασικά αντίθετα στο ζήτημα της αναγνώρισης των εργασιακών δικαιωμάτων: αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών και αυτή της Ευρώπης (ή τουλάχιστον της πλειοψηφίας των χωρών μελών της ΕΕ). Μια ματιά στον αριθμό των επικυρωμένων συμβάσεων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας εικονογραφεί αυτή τη διαφορά: η Ισπανία έχει επικυρώσει 133 συμβάσεις, η Γαλλία 125, η Γερμανία 85 και οι Ηνωμένες Πολιτείες 14 στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι συμβάσεις που αφορούν την ελευθερία (συνδικαλιστικής) οργάνωσης.

    Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ορισμένοι συνιστούν να επιβάλουμε την ενσωμάτωση στη μελλοντική Συμφωνία ρήτρες μη παλινδρόμησης, αναγνώρισης των εργασιακών προτύπων, διατήρησης των εργασιακών θεμάτων εκτός του πεδίου δράσης του ειδικού συστήματος επίλυσης διαφορών κλπ. Όμως, καμία από αυτές τις ρήτρες-στην απίθανη περίπτωση που συμπεριλαμβάνονταν στη Συμφωνία-δεν μπορεί να εμποδίσει τη μελλοντική κούρσα προς τον πάτο των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτό δείχνει η εμπειρία της ΕΕ. Δεν υπάρχει χώρος για αποσπασματική αντιμετώπιση της TTIP, ούτε στο πεδίο των εργασιακών δικαιωμάτων ούτε σ’ αυτό του περιβάλλοντος ή της υγείας. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να διατηρήσουμε τα δικαιώματά μας είναι η ευθεία και κατηγορηματική αντίθεση των λαών της Ευρώπης που θα δείξουν, όπως έκαναν στην περίπτωση του ψευδο-«ευρωσυντάγματος», ότι υπάρχουν όρια στα κολπάκια. Η προτεραιότητα σήμερα είναι να κάνουμε εκστρατείες κατά της Συμφωνίας, όπως αυτές των ανά τον κόσμο οργανώσεων της ATTAC, προκειμένου να ενημερώσουμε την πλειοψηφία των πολιτών και να οργανώσουμε διαρκείς κινητοποιήσεις με στόχο την αντιμετώπιση της αντιδημοκρατικής και αντικοινωνικής TTIP. Για άλλη μια φορά, η απάντηση πρέπει να δοθεί στους δρόμους και να αποτελέσει το βασικό θέμα των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.