• Talk
  • Ρόζα Λούξεμπουργκ: Ουτοπίστρια ή εξερευνήτρια;

  • Βάλτερ Μπάγερ | 05 Jul 19 | Posted under: Aριστερά , Iστορία , Θεωρία
  • Διαβάστε το δεύτερο κείμενο της σειράς άρθρων του transform! europe για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, με την ευκαιρία της 100ής επετείου της δολοφονίας της.

     

    Ομιλία του Βάλτερ Μπάιερ, στις 12 Μαρτίου 2019, για τα εκατό χρόνια από τον θάνατο της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Την εκδήλωση διοργάνωσαν το transform.at! και η Κεντρική Ένωση Συνταξιούχων Αυστρίας (ZentralverbandderPensionistinnenundPensionisten Österreichs  - ZVPÖ).


    Ναι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι μια από τις μεγάλες ιστορικές φυσιογνωμίες. Είναι ένα πρότυπο, και η ανάμνησή της έχει σημαδευτεί από τη δολοφονία της που την έκανε μάρτυρα του σοσιαλιστικού κινήματος.  

    Σε αυτό η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε την τύχη του Αντόνιο Γκράμσι και του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, η ζωή και το έργο των οποίων τελείωσαν εξίσου βίαια και πρόωρα, με συνέπεια να προσφέρονται σε διαφορετικές ερμηνείες.

    Το πιο διάσημο παράδειγμα σε σχέση με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι η -μετά θάνατον- έκδοση του έργου της TheRussianRevolution. Ξεκινά ως εξής: «Η ρωσική επανάσταση είναι το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός του Παγκοσμίου Πολέμου». Ακολουθεί, ωστόσο, μια ευφυής κριτική στις πολιτικές που εφάρμοσαν οι μπολσεβίκοι, η οποία κλιμακώνεται με τη διάσημη φράση:



    «Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης, μόνο για τα μέλη του μοναδικού κόμματος -όσο πολυάριθμα και αν είναι- δεν είναι ελευθερία. Ελευθερία σημαίνει αποκλειστικά και πάντα: ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά».

    Εξίσου μεγάλης σημασίας είναι το επιχείρημα που προσθέτει στα παραπάνω: «Όχι εξαιτίας κάποιας φανατικής αντίληψης περί ‘δικαιοσύνης’, αλλά γιατί η εκπαιδευτική, η ολοκληρωτική και εξαγνιστική λειτουργία της πολιτικής ελευθερίας εξαρτάται από αυτό το ουσιώδες χαρακτηριστικό, και η δύναμή της χάνεται όταν η ‘ελευθερία’ γίνεται ειδικό προνόμιο». Για να το πούμε αλλιώς, το σημείο αυτό αποτελεί τη διαλεκτική αντίθεση της πρώτης φράσης. Ωστόσο, η αντίθεση ξεπερνιέται με μια νέα αντίθεση και γενικεύεται σε μια σύνθεση. Δηλαδή, στις τελευταίες φράσεις του βιβλίου, η Ρόζα Λούξεμπουργκ επανέρχεται σε ό,τι έλεγε στην αρχή, αναγνωρίζοντας για άλλη μια φορά το ιστορικό κατόρθωμα των μπολσεβίκων, προσθέτοντας, όμως, τα κριτικά της σχόλια:

    «Με αυτή την έννοια, τους ανήκει η αθάνατη ιστορική προσφορά να έχουν ηγηθεί του διεθνούς προλεταριάτου κατακτώντας την εξουσία και θέτοντας στην πράξη το ζήτημα της υλοποίησης του σοσιαλισμού […]. Στη Ρωσία, το πρόβλημα μπόρεσε μόνο να τεθεί. Δεν ήταν δυνατό να επιλυθεί εκεί. Με αυτή την έννοια, το μέλλον του κόσμου ανήκει στον μπολσεβικισμό».


    Άρα, η Λούξεμπουργκ δεν μας παρουσιάζει την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την αρχή μιας νέας εποχής, ως μεσσιανικό γεγονός αλλά, κάπως ξερά στην αρχή, ως ένα γεγονός, το πιο σημαντικό, όντως, του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.Στη συνέχεια, η κριτική που ασκεί στους μπολσεβίκους, δεν είναι από την πλευρά των φιλελευθέρων που σοκαρίστηκαν με την επανάσταση, αλλά από την πλευρά της ίδιας της επανάστασης, που κατάφερε, εντέλει, να προσδιορίσει τη θέση της στην ιστορία: έθεσε το πρόβλημα του σοσιαλισμού, χωρίς όμως να το επιλύσει. Με αυτή την έννοια, ότι έθεσε το πρόβλημα που δεν μπόρεσε να επιλυθεί στη Ρωσία, το μέλλον ανήκει στον σοσιαλισμό, έγραφε. Και μόνο με αυτή την έννοια! Πόσο διαφορετική είναι αυτή η κραυγή από τα παιδιάστικα εγκώμια στη «Μεγάλη Σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση», που παραδοσιακά έκαναν επί Στάλιν, και συνέχισαν να κάνουν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, τα κομμουνιστικά κόμματα, -και που σε κάποια μέρη κάνουν ακόμη και σήμερα! Η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι η μόνη θέση που θα μπορούσε να πάρει μια πραγματική επαναστάτρια, μια θέση απολύτως μετέωρη.


    Οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες δεν μπορούσαν να είναι ικανοποιημένοι με την ξεκάθαρη αφοσίωσή της στην επανάσταση, όπως δεν μπορούσαν και οι απολιθωμένοι κομματικοί κομμουνιστές της δεκαετίας του 1920 με την κριτική της στην πολιτική των μπολσεβίκων. Έτσι, το 1928, και στο γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα και στην Κομμουνιστική Διεθνή η έννοια «λουξεμβουργισμός» έγινε ύβρις, και οι αποδέκτες της απαξιώνονταν και εξοστρακίζονταν. Αυτό, κορυφώθηκε με τη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πολωνίας, το 1937, και τη φυσική εκκαθάριση των στελεχών της στη Σοβιετική Ένωση.

    Αλλά, ας πάμε πίσω στην ίδια τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

    Όταν εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, το 1898, ήταν ήδη διάσημη μαρξίστρια. Έγινε γνωστή

    στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες από την αντιπαράθεσή της με τον Έντουαρντ Μπερνστάιν, την αποκαλούμενη «διαφωνία για τον ρεφορμισμό». «Αυτό που συνήθως αποκαλείται τελικός στόχος του σοσιαλισμού για μένα δεν είναι τίποτα. Το παν είναι το κίνημα», έλεγε ο Μπερνστάιν. Ο στόχος είναι το παν και το κίνημα τίποτα, αν το δεύτερο δεν υποτάσσεται στο πρώτο, απαντούσε η Λούξεμπουργκ. Για τους κομμουνιστές, το καλό και το κακό μοιάζουν να είναι αδιαμφισβήτητα διακριτά. Αλλά τίποτα στην ιστορία και την πολιτική δεν είναι αδιαμφισβήτητο. Ο Μπερνστάιν, για παράδειγμα, ήταν μεταξύ αυτών που το 1914 αντιτάχθηκαν, μαζί με τη Λούξεμπουργκ, στη στήριξη του πολέμου από την κοινοβουλευτική ομάδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Ακόμη πιο σημαντικό, ο Μπερνστάιν εξέφρασε αυτό που για καιρό απασχολούσε τους Γερμανούς σοσιαλιστές και δεν μπορούσε να επιλυθεί με τα διανοητικά εργαλεία του Κομμουνιστικού Μανιφέστου:


    Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η βιομηχανική πρόοδος και η πάλη των τάξεων επέτρεψαν στην εργατική τάξη να κάνει μερικά αργά βήματα κοινωνικής και πολιτισμικής προόδου. Οι πολλοί εργάτες εξακολουθούσαν να φυτοζωούν μέσα στη μιζέρια, υπήρχαν όμως και άλλοι, που είχαν-σε αντίθεση με την περιγραφή του Μαρξ μισό αιώνα πριν- να χάσουν περισσότερα πράγματα «από τις αλυσίδες τους».


    Και, σε αντίθεση με την άποψη του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ο στόχος της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν φαινόταν να είναι προ των πυλών. Μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού, το 1871, κανένας σοσιαλιστής δεν πίστευε στην επιτυχία μιας ένοπλης εξέγερσης σε κάποια από τις ανεπτυγμένες χώρες. Από την άλλη, μετά την ανάκληση, το 1890, των αντισοσιαλιστικών νόμων, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας κατάφερε να αποκτήσει ένα εκλογικό σώμα εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Η νίκη φάνταζε πιθανή, μέσα από τη σταδιακή του ανάπτυξη. Όσοι, σαν τον Μπερνστάιν, ζητούσαν την αναθεώρηση των προηγούμενων θέσεων μπορούσαν, ως εκ τούτου, να ισχυρίζονται ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας είχε, στην πράξη, σταματήσει από καιρό να είναι επαναστατικό. Μπορούσαν, πράγμα ακόμη πιο σημαντικό, να επικαλούνται τον Φρίντριχ Έγκελς που είχε γράψει, το 1891, ότι η παλαιά κοινωνία θα ενσωματωνόταν ειρηνικά στη νέαστην οποία, το αντιπροσωπευτικό σώμα του λαού θα είχε συγκεντρώσει όλη την εξουσία και θα μπορούσε ο καθένας, συνταγματικά, να κάνει ό,τι θέλει, αν είχε τη στήριξη της πλειοψηφίας του λαού.


    Πέρα από αυτό, η αναθεώρηση που ζητούσε ο Μπερνστάιν έγινε το εσωτερικό σκάνδαλο του κόμματος. Ωστόσο, ο Μπερνστάιν και οι ορθόδοξοι από την ηγεσία, που του ασκούσαν κριτική, κυρίως ο Καρλ Κάουτσκι, ήταν στην ουσία ενωμένοι: κανένας δεν σκεφτόταν με όρους ένοπλης επανάστασης. Αλλά, ενώ ο Μπερνστάιν την επικαλούνταν,λέγοντας τα παραπάνω και προσαρμόζοντας τη θεωρία στη ρεφορμιστική πρακτική, οι ορθόδοξοι προτιμούσαν να συνεχίζουν να αποκρύπτουν τη ρεφορμιστική πρακτική με τη λεκτική προσφυγή στον στόχο του σοσιαλισμού.

    Στο σημείο αυτό επενέβη η Λούξεμπουργκ. Σε αντίθεση με τον Μπερνστάιν, εκείνη ερμήνευε την άνοδο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας, όχι ως εξασθένιση, αλλά ως όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών. Και, σε αντίθεση με τον Κάουτσκι, σιχαινόταν τον επαναστατικό βερμπαλισμό. Για τη Λούξεμπουργκ, η κατάκτηση θέσεων εξουσίας στα κοινοβούλια και η ανάπτυξη της οργάνωσης δεν ήταν στόχοι καθαυτοί, αλλά αποκτούσαν αξία μόνο στο βαθμό που αποτελούσαν συστατικά μιας πολιτικής στρατηγικής η οποία υπηρετούσε τον γενικό στόχο του κινήματος. Το σημαντικό για εκείνη -που παραμένει και σήμερα σημαντικό- ήταν η πεποίθηση ότι χωρίς παρεμβάσεις σε ζητήματα της καθημερινότητας, η σοσιαλιστική πολιτική υποβαθμίζεται σε λατρεία νεκρών τύπων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα, όμως, δεν είναι εκλογικές οργανώσεις. Η πολιτική της καθημερινότητας, η εκπροσώπηση συμφερόντων και ο ρεφορμισμός δεν είναι στόχοι καθαυτοί. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συμμετοχή ενός σοσιαλιστικού κόμματος στις μείζονες και γενικές πολιτικές συγκρούσεις. Η απουσία από την πολιτική δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με τετριμμένες επαναστατικές φράσεις που απαγγέλλονται σε επίσημες περιστάσεις, με την ταυτόχρονη αποστασιοποίηση από τον πολιτικό διάλογο, για να μην τρομάξουν οι τυχόν ψηφοφόροι.

    Πάνω απ’ όλα, η σκέψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ ήταν διεθνιστική. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην καταγωγή της, από την Πολωνία, η οποία είχε μοιραστεί ανάμεσα στις τρεις αντιδραστικές μεγάλες δυνάμεις -Αυστρία, Γερμανία και Ρωσία- στο Συνέδριο της Βιέννης, το 1814. Όταν η πολωνική σοσιαλδημοκρατία ιδρύθηκε, το 1870, θεωρούσε τον εαυτό της εθνικό κίνημα, εντάσσοντας στο έμβλημά της τον αγώνα για την ενότητα της Πολωνίας και την εθνική ανεξαρτησία. Η Λούξεμπουργκ είπε «όχι»: ένα εργατικό κόμμα δεν μπορεί ποτέ να είναι πρωτίστως εθνικό κίνημα. Απηύθυνε έκκληση στο νέο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα: «Καλείστε να μην εφαρμόσετε το δικαίωμα των εθνών στον αυτοπροσδιορισμό, αλλά μόνο το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της εργατικής τάξης, της τάξης που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και καταπίεσης: του προλεταριάτου».

    Κατά καιρούς, η προτεραιότητα που έδινε στα ταξικά συμφέροντα έναντι των εθνικών συμφερόντων απαξιωνόταν ως «αστικός κοσμοπολιτισμός». Τίποτε, όμως, στο επιχείρημα της Λούξεμπουργκ δεν είναι αστικό. Αυτό που επί της ουσίας έλεγε ήταν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα. Επομένως, δεν μπορεί οι σοσιαλιστές να πρέπει να συμμαχούν με τις πιο οπισθοδρομικές κοινωνικές δυνάμεις για να πολεμήσουν ενάντια στην πρόοδο του καπιταλισμού. Αντ’ αυτού, καλεί τους συντρόφους της να συγκροτήσουν τη στενότερη δυνατή συμμαχία με τους εργάτες των άλλων εθνών και, όσον αφορά στην Πολωνία, «να αγωνιστούν πάνω απ’ όλα για την κατοχύρωση της συνταγματικής ελευθερίας στη ρωσική αυτοκρατορία, γιατί συνδέεται με την παραχώρηση ελευθεριών στην Πολωνία».

    Το πολωνικό εθνικό κράτος γεννήθηκε το 1918, μέσα από τα συντρίμμια του Παγκοσμίου Πολέμου. Η άποψη της Λούξεμπουργκ φάνηκε να διαψεύδεται. Διαψεύστηκαν όμως, και οι απόψεις όλων των επαναστατών που ανέμεναν μια ευρωπαϊκή σοσιαλιστική επανάσταση το 1918, και οι μπολσεβίκοι έμειναν μόνοι. Το πρόβλημα που έθεσαν δεν μπόρεσε να επιλυθεί. Στην Κεντρική Ευρώπη οι αυτοκράτορες έπεσαν, και οι εθνικές επαναστάσεις που δημιούργησαν τα νέα κράτη παρέμειναν στα όρια του αστικού κράτους. Η Λούξεμπουργκ περιέγραψε με πικρία το εθνικιστικό κύμα που ξέσπασε με την κατάρρευση των πολυεθνικών κρατών στην έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

    Ωστόσο, το λάθος του Λένιν, που διακήρυσσε χωρίς όρους το δικαίωμα κάθε έθνους να ιδρύσει το κράτος του, μου φαίνεται σήμερα πιο μοιραίο από εκείνο της Λούξεμπουργκ. Το κεντροευρωπαϊκό σύστημα κρατών που δημιουργήθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τις συνθήκες των Βερσαλλιών, του Σαιν Ζερμαίν και του Τριανόν, που στηρίχθηκαν στην αρχή της εθνικότητας,αποδείχθηκε μη βιώσιμο και οδήγησε στο επόμενο στάδιο του «Παγκόσμιου Εμφυλίου Πολέμου». Είκοσι χρόνια μετά, ο Δεύτερος Παγκόσμιος, ξεπέρασε δραματικά τον Πρώτο, σε θύματα και βαρβαρότητα.

    Αυτός είναι ο λόγος που, μετά από τον πιο τρομερό από όλους τους ευρωπαϊκούς πολέμους, το απεριόριστο δικαίωμα των κρατών στην εθνική κυριαρχία περιορίστηκε μέσω της στρατιωτικής και οικονομικής ενοποίησης και στην Ανατολή και στη Δύση. Και θα οδηγήσει τους λαούς σε ανυπολόγιστες ζημιές αν, τρία τέταρτα του αιώνα μετά, και ύστερα από την κατάρρευση της παγκόσμιας τάξης που αποφασίστηκε στη Γιάλτα από τους συμμάχους-νικητές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ξαναζήσουμε άλλη μια «εθνικιστική Βαλπουργία νύχτα στο Φαλακρό Βουνό», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση της Λούξεμπουργκ.

    Της προσάπτουν ότι οι προβολές που έκανε στο μέλλον ήταν πολύ μπροστά από τον καιρό τους. Μπορούμε να το δεχτούμε για την υπόθεσή της ότι ο καπιταλισμός θα κατέρρεε σύντομα, εξαιτίας των οικονομικών αντιθέσεών του. Όπως και για την «πλήρη εξαφάνιση των γλωσσών των μικρότερων εθνών», που θα οδηγούσε στην «τελική ενοποίηση του συνόλου της πολιτισμένης ανθρωπότητας σε μια γλώσσα και μια εθνικότητα».

    Θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε «ουτοπία». Με την ίδια έννοια, όλοι οι μεγάλοι εξερευνητές, όπως π.χ. ο Χριστόφορος Κολόμβος, ήταν ουτοπιστές, ικανοί να δείξουν τη γενική κατεύθυνση του ταξιδιού, είχαν όμως πέσει έξω σε κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες και, πάνω απ’ όλα, στον υπολογισμό της απόστασης του στόχου. Με αυτήν ακριβώς την έννοια, η Ρόζα Λούξεμπουργκ μας έδειξε τον δρόμο, όσο δύσκολος και κοπιαστικός κι αν είναι, όχι προς τα πίσω, στον ιστορικά παρωχημένο εθνικισμό, αλλά προς τα εμπρός, στην κατεύθυνση μιας κοσμοπολίτικης και ενωμένης ανθρωπότητας. Είναι, όμως, η μόνη απάντηση στο δίλημμα: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».

    Talk by Walter Baier, 12 March 2019, on the occasion of the centenary of Rosa Luxemburg’s death – organised by transform.at! and the Austrian Central Association of Pensioners (Zentralverband der Pensionistinnen und Pensionisten Österreichs  - ZVPÖ).

     

     

    Yes, Rosa Luxemburg is one of the greats. She is a model, and memory of her is very much shaped by her assasination, which made her into a martyr of the socialist movement.

    In this, Rosa Luxemburg shares the fate of Antonio Gramsci and Ernesto Che Guevara, whose lives and work were also ended violently and untimely thus becoming interpretable in diverse ways.

    The most famous example in Luxemburg’s case is the – posthumously – published The Russian Revolution. It begins: ‘The Russian Revolution is the mightiest event of the World War.’ However, what follows is a brilliant critique of the policies carried out by the Bolsheviks, climaxing in the famous line:

    ‘Freedom only for the supporters of the government, only for the members of one party – however numerous they may be – is no freedom at all. Freedom is always and exclusively freedom for the one who thinks differently.’

    No less important is the argument she adds to this: ‘Not because of any fanatical concept of “justice” but because all that is instructive, wholesome and purifying in political freedom depends on this essential characteristic, and its effectiveness vanishes when “freedom” becomes a special privilege.’ Put in another way, this point is the dialectical antithesis to the beginning. However, the antithesis too is in turn overcome in a further antithesis and generalised into a synthesis. Specifically, in the last sentences of this work Rosa Luxemburg returns to the beginning by once again acknowledging the historic achievement of the Bolsheviks but now enriched by her critical observations:

    ‘In this sense theirs is the immortal historical service of having marched at the head of the international proletariat with the conquest of political power and the practical placing of the problem of the realization of socialism […]. In Russia, the problem could only be posed. It could not be solved in Russia. And in this sense, the future everywhere belongs to “Bolshevism”.’

    The October Revolution is thus not presented to us here as an epoch-making, Messianic event but in the beginning rather dryly as a fact, indeed the most important fact, of the First World War. The Bolsheviks are subsequently criticised not from the point of view of liberals shocked by the Revolution but from that of the Revolution itself, which makes it possible in the end to define its place in history: namely, that it had posed the problem of socialism without having resolved it. In this sense, that is, of having posed the problem that could not be solved in Russia, the future belongs to socialism, she wrote. And only in this sense!

    What a far cry this is from the childish eulogies of the “Great Socialist October Revolution”, which were customary under Stalin and still practised as late as the 1980s in Communist parties – and still today in places. With the position she took, Rosa Luxemburg stood on the only place worthy of a true revolutionary, that is, between all stools.

    The liberals and Social Democrats could be just as little pleased with her unequivocal commitment to the Revolution as the fossilised party communists of the 1920s could be with her criticism of Bolshevik politics. Thus in 1928, in both the German Communist Party and the Communist International, the concept ‘Luxemburgism’ became an invective by which those accused of it were disparaged and ostracised; this culminated in the dissolution of the Communist Party of Poland in 1937 and the physical liquidation of its cadre in the Soviet Union.

     

    But back to Rosa Luxemburg herself.

    When she settled in Germany in 1898, she was already a famous Marxist. She became well-known in German Social Democracy through her polemic with Eduard Bernstein, that is, the so called ‘revisionism dispute’. ‘What is commonly called the final goal of socialism is nothing for me; the movement is everything’, Bernstein said. The goal is everything and the movement nothing if the latter is not subordinated to the former, Luxemburg answered. From the communist point of view, good and bad seem to be unambiguously distinct. But nothing in history and politics is unambiguous. Bernstein, for example, was among those who in 1914 along with Luxemburg opposed the SPD parliamentary group’s support of the war. Still more importantly, Bernstein voiced that with which the SPD had long been concerned and which was not resolvable with the intellectual tools provided by the Communist Manifesto:

    In the second half of the nineteenth century the progress of industry and the class struggle had made it possible for the working class to slowly advance socially and culturally. Many workers continued to vegetate in misery, but other now had, in contrast to what Marx had described a half century before, more to lose ‘than their chains’.

    And in contrast to the view of the Communist Manifesto, the goal of a socialist revolution appeared not to be in the offing. After the defeat of the Paris Commune in 1871 socialists could nowhere believe in a successful armed uprising in one of the developed countries.

    On the other hand, after the rescinding in 1890 of the Anti-Socialist Laws the SPD was able to build up an electorate counting in the millions. Victory through gradual growth appeared possible. Those who like Bernstein called for a revision of previous conceptions could thus, on the one side, argue that the SPD had in practice long since ceased to be a revolutionary party. They could, what is more, cite Friedrich Engels who had written in 1891 that the old society could peacefully grow into the new society where the representative body of the people had concentrated all power within it and where one could constitutionally do what one wanted as long as one had the support of the majority of the people.

    Despite this, the revision demanded by Bernstein became an internal party scandal. However, Bernstein and his orthodox critics in the party leadership, above all Karl Kautsky, were united in practice – no one thought in terms of an armed revolution. But while Bernstein advocated stating this and adjusting the theory to the reformist practice, the orthodox preferred continuing to mask reformist practice with verbal adherence to the goal of socialism.

    This is where Luxemburg intervened. In contrast to Bernstein she interpreted the rise of monopoly capital, imperialism, and colonialism not as a weakening but as a sharpening of class antagonisms. And, in contrast to Kautsky, revolutionary phrasemongering was repugnant to her. For her, achieving positions of power in legislatures and the growth of the organisation were not goals in themselves but only valuable in so far as they were components of a political strategy subordinated to the general goal of the movement. Important to her – and still important today – was the conviction that without intervention in questions of everyday life socialist politics is reduced to the worshipping of dead formulas. Socialist parties, however, are not electoral organisations. The politics of everyday life, the representation of interests, and reformism are not goals in themselves. They cannot substitute for a socialist party’s participation in major and general political confrontations. Absence from politics cannot be compensated by pronouncing worn out revolutionary vocabulary on solemn occasions while maintaining distance from political debates so as not to frighten off potential voters.

    Above all else, Rosa Luxemburg’s thinking was internationalist. This had in part to do with her country of origin, Poland, which had been divided among the three reactionary great powers – Austria, Germany, and Russia – since the Vienna Congress of 1814. When Polish Social Democracy was founded in 1870 it tended to see itself as a national movement inscribing on its banners the struggle for Polish unity and national independence. Luxemburg said ‘no’ – a workers’ party can never be primarily a national movement. She counselled the new Social Democratic movement: ‘You are called upon not to realise the right of nations to self-determination but only the right to self-determination of the working class, the exploited and oppressed class – the proletariat.’

    At times this principled primacy accorded to class interests above national interests has been disparaged as ‘bourgeois cosmopolitanism’.  However, nothing in Luxemburg’s argument is bourgeois. What she essentially said is: Capitalist development pushes beyond the borders of the nation-state. It can thus not be the task of socialists to ally with the most backward forces of society against capitalist progress. Instead, she calls upon her comrades to forge the closest possible alliance with the workers of the other nations and, in the case of their homeland, ‘to fight above all for constitutional freedom within the Russian Empire linked to autonomous freedoms for Poland’.

    The Polish national state emerged in 1918 out of the rubble of the World War. Luxemburg’s position seemed refuted. But it was refuted along with the outlook of all revolutionaries who expected a European socialist revolution in 1918, and the Bolsheviks remained alone – the problem they posed could not be resolved. In Central Europe the Emperors fell, and the national revolutions that created new states stayed within bourgeois limits. Luxemburg bitterly registered the nationalist wave unleashed by the collapse of the multinational states in the wake of the First World War.

    Yet Lenin’s mistake, who unconditionally affirmed the right of every nation to form its own state, seems to me today more fateful  than Luxemburg’s. The Central European system of states created after the First World War through the peace treaties of Versailles, St. Germain, and Trianon, which rested on the principle of nationality, proved unsustainable and led to the next stage of the ‘World Civil War’. Twenty years later the Second World War far outdid the First World War in terms of numbers of victims and barbarism.

    This is the reason why, after this most terrible of all European wars, the unlimited right of states to sovereignty was restricted through military and economic integration in both the East and the West, and it would do incalculable damage to the peoples if three-quarters of a century later, after the demise of the order created in Yalta by the victorious allies of the Second World War, there should be another ‘nationalist Walpurgis night on Bald Mountain’, to use Luxemburg’s phrase.

    The accusation has been made that her projections of the future were too far ahead of her time. This can be said of her supposition that capitalism was near collapse due to its economic contradictions. And it is also true of the ‘complete disappearance of the languages of the smaller nations’, which would lead to ‘the final pooling of the whole of cultured humanity into one language and nationality’.

    One could call this ‘utopianism’ but only in the sense that all great explorers, Christopher Columbus included, were utopians who were able to indicate the general direction of a journey but who got some important details wrong and above all miscalculated the distance of the goal. It was precisely in this sense that Rosa Luxemburg pointed out a direction to us, not going back to historically outlived nationalism but a way forward to a cosmopolitan united humanity, however arduous and laborious the path is. There is, however, no other way to find an answer to the dilemma ‘socialism or barbarism’.

     


Related articles