• Ανάλυση
  • Χρειάζεται η ΕΕ «κορωνοομόλογα»;

  • Έρχαρντ Κρόουμ | 05 May 20 | Posted under: Γερμανία , Οικονομική Διακυβέρνηση , Euro , Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Τον καιρό του κορωνοϊού -όπως και στην οικονομική κρίση του 2008- τον κεντρικό ρόλο στην Ευρώπη τον έχουν και πάλι τα εθνικά κράτη. Η χρηματοοικονομική πολιτική παραμένει προσδεδεμένη στην αρχή της οικονομικής τάξης, με τη Γερμανία στην κορυφή της κατάταξης. Τα «ευρωομόλογα» αποτελούν βασικό πεδίο διαμάχης.

    Ο κορωνοϊός κυκλοφορεί παντού: στα τηλεοπτικά προγράμματα, τις εφημερίδες και τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης. Μεταξύ των πιο διαδεδομένων ρήσεων είναι ότι η εξάπλωση του ιού εξαρτάται κυρίως από μεμονωμένους παράγοντες. Προφανώς, αυτό δεν ισχύει. Το βασικό κριτήριο είναι η πρόσβαση των ασθενών στα συστήματα υγείας. Στο πεδίο αυτό παρατηρείται μια έντονη διαφορά ανάμεσα στην ΕΕ και τον Παγκόσμιο Νότο. Διαφορές όμως παρατηρούνται και εντός της ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), από τα μέσα Απριλίου, το ποσοστό θανάτων λόγω της πανδημίας για την Ιταλία ήταν 203 νεκροί ανά εκατομμύριο κατοίκους, στην Ισπανία έφτασε και τους 339, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός στη Γερμανία ήταν μόνο 31.

    Η Γερμανία υπερηφανεύεται για την αρτιότητα του συστήματος υγείας της. Και εδώ έγιναν νεοφιλελεύθερες περικοπές τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά όχι τόσο δραστικές όσο στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, μετά την οικονομική κρίση του 2008. Η υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας Αράντσα Γκονζάλεθ Λάγια τόνισε πρόσφατα ότι και η χώρα της «είχε στο παρελθόν ένα στέρεο σύστημα υγείας, αλλά το σύστημα αυτό έχει σήμερα λιγότερες δυνατότητες από ότι θα μπορούσε να έχει». Στην Ελλάδα, οι περικοπές που επέβαλε η τρόικα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, οδήγησαν το δημόσιο σύστημα υγείας σε μια εντελώς καταστροφική κατάσταση: πάνω από 20.000 γιατροί έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό από το 2010. Παρόλα αυτά, μέχρι τα μέσα Απριλίου, χάρη στους πολύ δραστικούς περιορισμούς που επέβαλε εγκαίρως, η κυβέρνηση κατάφερε να περιορίσει τη θνησιμότητα από τον Covid -19 σε «μόνο» 12,5 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους. Ωστόσο, η χώρα έχει να αντιμετωπίσει τις εκτεταμένες οικονομικές συνέπειες του κορωνοϊού. Ο τουρισμός έχει καταρρεύσει παγκοσμίως και στην Ελλάδα το 30% του οικονομικού προϊόντος εξαρτάται από αυτόν.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα των «ευρωομολόγων» επανεμφανίστηκε -μαζί με τα ομόλογα της ευρωπαϊκής κυβέρνησης- που τώρα ονομάζονται «κορωνοομόλογα». Τα αντίπαλα μέτωπα εντός της Ευρωζώνης παραμένουν ως είχαν: αφενός οι χώρες του Νότου, κυρίως η Ιταλία και η Ισπανία -υποστηριζόμενες από τη Γαλλία- πιέζουν για τη δημιουργία του συγκεκριμένου εργαλείου, ενώ η Γερμανία, επικουρούμενη κυρίως από την Ολλανδία και την Αυστρία, το απορρίπτει. Είναι αλήθεια ότι ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Όλαφ Σολτς (SPD) παραδέχεται ότι το βασικό επιχείρημα κατά των ευρωομολόγων στο παρελθόν -ότι θα επιβραδύνουν τη «μεταρρυθμιστική ορμή» των χωρών του Νότου, με άλλα λόγια, οι ίδιες οι χώρες ευθύνονται για την οικονομική τους δυστυχία- δεν ισχύει εδώ, γιατί κανείς δεν είναι υπεύθυνος για την πανδημία του κορωνοϊού. Παρ’ όλα αυτά, η έκδοση «κορωνοομολόγων» θα σήμαινε την «κοινοτικοποίηση των χρεών», κάτι που δεν προβλέπεται από τις Συνθήκες της ΕΕ. Επομένως, σύμφωνα με τον Σολτς, πρέπει να βρεθούν άλλες μορφές δανεισμού προκειμένου να μετριαστούν οι οικονομικές συνέπειες του κορωνοϊού.

    Γερμανία και ΕΕ: η κατάσταση πριν από τον κορωνοϊό

    Ο κύκλος εργασιών του εξωτερικού εμπορίου της Γερμανίας το 2019 ξεπέρασε τα 2,4 τρισεκατομμύρια ευρώ: οι εξαγωγές ανήλθαν σε 1.327,6 δισεκατομμύρια, το εμπορικό πλεόνασμα σε 223,6 δισεκατομμύρια ευρώ, το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών στα 266,2 δισεκατομμύρια.

    Η αξία των γερμανικών εξαγωγών σε άλλες χώρες της ΕΕ το 2019, ήταν 773,3 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα ανήλθε σε 146,0 δισεκατομμύρια ευρώ. Εξαγωγές αξίας 491,8 δισεκατομμυρίων ευρώ διατέθηκαν στις χώρες της Ευρωζώνης, με πλεόνασμα 82,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, το 2019, το 65,3% των γερμανικών εμπορικών πλεονασμάτων προήλθε από την ΕΕ και το 37,0% από την Ευρωζώνη.

    Γερμανικό εμπορικό ισοσύγιο, 2019, σε δισεκατομμύρια ευρώ

    δισ. ευρώ

    μερίδιο %

    Χώρες ΕΕ

    146

    65,3

    Ευρωζώνη

    82,7

    37

    Εκτός ευρωζώνης

    63,2

    28,3

    Εκτός ΕΕ

    77,5

    34,7

    Σύνολο  σε δισ. Ευρώ

    223.6

    Πηγή

    www.destatis.de/DE/Presse/Pressemitteilungen/2020/02/PD20_039_51.html

    own modification

     

     

    Το 2010, το 79,0% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας προήλθε από εξαγωγές σε άλλες χώρες της ΕΕ και το 55,2% από εξαγωγές στην ευρωζώνη. Το 2019, οι γερμανικές εξαγωγές σε χώρες εκτός ΕΕ ήταν 550,3 δισεκατομμύρια ευρώ, με πλεόνασμα 77,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ένα αυξανόμενο μέρος του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας προέρχεται από τις παγκόσμιες συναλλαγές της. Έτσι, σε διάστημα μόλις εννέα ετών, η ΕΕ και το ευρώ, αντί να αποτελούν την κύρια πηγή των γερμανικών πλεονασμάτων, αποτελούν τη βάση και την προϋπόθεση των παγκόσμιων οικονομικών συμφερόντων της Γερμανίας.

    Οι εσωτερικές εντάσεις

    Τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα είναι η άλλη όψη των χρεών άλλων χωρών της ΕΕ. Οι «πολιτικές λιτότητας» που επιβάλλονται σε χώρες οφειλέτες είναι προϊόν της απόφασης να διατηρηθεί το ευρώ στη δεύτερη θέση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος και σε σχέση ανταγωνισμού και σύγκρουσης με το δολάριο των ΗΠΑ. Με δεδομένο ότι το ευρώ αποτελεί τον κύριο λόγο για τη θέση που κατέχει η Γερμανία στην παγκόσμια οικονομία, η πολιτική της Γερμανίας έδωσε προτεραιότητα στην εξοικονόμηση και τη σταθεροποίηση του ευρώ, ακόμη και αν αυτό αποβαίνει σε βάρος άλλων χωρών της ΕΕ, των κοινωνικών τους συνθηκών και της σταθερότητάς τους. Και έτσι προέκυψε η ένταση ανάμεσα στα παγκόσμια συμφέροντα της Γερμανίας ως γεωοικονομικής δύναμης και σε ό,τι απαιτείται για τη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μιας ολοκληρωμένης ενότητας κρατών, λαών και περιοχών. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι ανισότητες που παρατηρούνται εντός της Ένωσης πρέπει να μειωθούν, όμως είναι παντελώς αδιάφορες για τα παγκόσμια συμφέροντα της Γερμανίας, εκτός αν βλάπτουν τις εξαγωγές της.

    Το ευρώ θεωρείται συχνά ως το βασικό πρόβλημα των καιρών μας που προκαλεί εντάσεις εντός της ΕΕ, επειδή οι υπόλοιπες χώρες δεν μπορούν να κάνουν υποτίμηση του νομίσματός τους, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τιμών των εθνικών τους οικονομιών, για την αντιστάθμιση των εμπορικών ελλειμμάτων τους και των ελλειμμάτων των τρεχουσών συναλλαγών τους στην Ευρωζώνη. Έτσι, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, διάφορες χώρες άρχισαν να συζητούν σενάρια εξόδου από το ευρώ. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δίκιο όταν λέει ότι το ευρώ, ως το νόμισμα της γερμανικής εξαγωγικής οικονομίας, είναι υποτιμημένο. Το γερμανικό μάρκο εξέφραζε καλύτερα την ικανότητα απόδοσης της γερμανικής οικονομίας. Η αξία του ευρώ προκύπτει μετά από σύγκριση των ευρωπαϊκών οικονομιών, από τον μέσο όρο της ικανότητας απόδοσης όλων των χωρών της Ευρωζώνης, από την Εσθονία και την Ελλάδα ως τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Αυστρία. Για τον λόγο αυτό, η εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας, στην ουσία επωφελείται από τη μείωση της διεθνούς τιμής αγοράς του ευρώ, η οποία οφείλεται στην παρουσία των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης. Στην κορύφωση της κρίσης του ευρώ, υπήρξε ομοφωνία ως προς το ότι, παρότι μια ενδεχόμενη κατάρρευση της νομισματικής ένωσης και μια επιστροφή στο γερμανικό μάρκο δεν θα έβλαπταν μόνιμα την εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας, θα οδηγούσαν σε μεγάλη υπερτίμηση του μάρκου και, επομένως, σε ισχυρή πτώση των εξαγωγών. (Wirtschaftswoche , 29 Μαΐου 2012). Έκτοτε, δεν υπήξε λόγος αλλαγής αυτής της υπόθεσης.

     

    Η αλληλεξάρτηση συμφερόντων

    Η οικονομία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με την επιτυχή ανοικοδόμησή της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ήδη γίνει το «κέντρο συσσώρευσης της Δυτικής Ευρώπης» τη δεκαετία του 1950 (Fülberth 2012, 39). Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 δημιουργήθηκε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (EMS). Χαρακτηριζόταν από ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, το οποίο, παρόλα αυτά, ήταν ελαστικό για ένα συγκεκριμένο εύρος («νομίσματα φίδια»). Αυτό γινόταν για να διευκολύνεται η κυκλοφορία των αγαθών, των υπηρεσιών και του κεφαλαίου, και να προετοιμαστεί η νομισματική ένωση. Με τις δυνάμεις της οικονομίας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στο τότε EMS, το σύστημα αυτό εξαρτούσε, παρόλα αυτά, τις υπόλοιπες χώρες, από τη χώρα που είχε το νόμισμα αναφοράς, επειδή το σύστημα Bretton Woods είχε προσδέσει την παγκόσμια οικονομία στο δολάριο των ΗΠΑ. Αφού η γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank) μπορούσε να εφαρμόζει τη δική της νομισματική πολιτική, χωρίς να επηρεάζεται από τις ανησυχίες των άλλων χωρών, προέκυψε η ιδέα της εισαγωγής του ευρώ ως κοινού νομίσματος, παρά την ύπαρξη εθνικών κρατών εντός της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έπρεπε να επιτρέψει σε όλες τις συμμετέχουσες χώρες να καθορίζουν τη νομισματική πολιτική μαζί με τη Γερμανία. Οι όροι που έθεσε η Γερμανία, ωστόσο, ήταν: α) ότι η ΕΚΤ έπρεπε να είναι ανεξάρτητο θεσμικό όργανο, με βάση το μοντέλο της Bundesbank, δηλαδή να είναι ανεξάρτητη από τη δημοσιονομική πολιτική των χωρών του ευρώ και β) η διακήρυξη της προτεραιότητας που έχει η καταπολέμηση του πληθωρισμού. Πολλά από αυτά που συζητήθηκαν από το 2008 και μετά ως «διαρθρωτικές αδυναμίες του ευρώ», οφείλονται στην πολιτική και οικονομική συγκρότηση της ΕΕ.

     

    Οι οικονομικές ανισορροπίες εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης δεν οφείλονται στην εισαγωγή του ευρώ, γιατί είναι προγενέστερες αυτής. Όμως, επιδεινώθηκαν από την εισαγωγή του. Ήδη, τις τρεις δεκαετίες που προηγήθηκαν της κρίσης του 2008, παρατηρήθηκε η «ανάπτυξη ενός ασύμμετρου καταμερισμού εργασίας ανάμεσα σε δύο διαφορετικά συστήματα συσσώρευσης».

    «Η Γερμανία αποτέλεσε τον πυρήνα μιας ομάδας ενεργά εξωστρεφών οικονομιών. Η γερμανική εξωστρέφεια χαρακτηριζόταν από τον έντονο βιομηχανικό εξαγωγικό της προσανατολισμό και την αυξανόμενη συμμετοχή της σε διαδικασίες χρηματιστικοποίησης στο εξωτερικό μέσω της εξαγωγής κεφαλαίων. Για παράδειγμα, οι χώρες της Μπενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) και η αυστριακή οικονομία ήταν άμεσα ενταγμένες στο γερμανικό παραγωγικό σύστημα» (Becker/Jäger 2013: 170).

     

    Από τη δεκαετία του 1990, προστέθηκαν και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ως «επέκταση των πάγκων εργασίας» της γερμανικής βιομηχανίας, ή ως ανήκουσες στη σφαίρα επιρροής του συγκεκριμένου πυρήνα.

    Από την άλλη πλευρά, στη δυτική και τη νότια περιφέρεια της ΕΕ, ιδίως στην Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, επικράτησαν διάφορες μορφές συσσώρευσης προσανατολισμένες στις εισαγωγές. Με το ευρώ, οι χώρες αυτές στερήθηκαν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τα ελλείμματά τους μέσω της υποτίμησης του νομίσματός τους.

    «Αντιθέτως, είχαν τη δυνατότητα να χρεώνονται με χαμηλότερα επιτόκια. Στη Νότια Ευρώπη, οι διαδικασίες αποβιομηχάνισης -που είχαν ήδη ξεκινήσει με την άρση της δυνατότητας προστασίας της βιομηχανικής τους πολιτικής στο πλαίσιο της ένταξης τους στην ΕΕ τη δεκαετία του 1980- ενισχύθηκαν από τη νομισματική ένωση. Στα τότε νέα κράτη μέλη της Νότιας Ευρώπης, η συσσώρευση κεφαλαίων επικεντρώθηκε στον τουρισμό, τα ακίνητα και τον κατασκευαστικό τομέα. Οι κεφαλαιακοί όμιλοι μετέφεραν μερικώς τις δραστηριότητές τους από τη βιομηχανική παραγωγή στις εισαγωγές».

     

    Το αποτέλεσμα ήταν το εξής:

    «Στη Νότια Ευρώπη και σε κάποιες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, τα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκαν απότομα. Οπότε, οι χώρες αυτές υπέγραψαν δάνεια με χώρες της Δυτικής Ευρώπης» (Becker/Jäger 2013: 170).

     

    Η κατανάλωση μέσω πίστωσης στον Νότο και τα έσοδα από εξαγωγές που αποκόμισε η Γερμανία και οι άλλες χώρες του βιομηχανικού πυρήνα ήταν προϊόν μιας αμοιβαίας αλληλοεξάρτησης συμφερόντων, μιας αμοιβαία επωφελούς επιχειρηματικής συναλλαγής. Η Γερμανία δεν επέβαλε το συγκεκριμένο μοντέλο στις άλλες χώρες, αλλά οι ιδιοκτήτες κεφαλαίων στις περιφερειακές χώρες επωφελήθηκαν πολύ από αυτό και εισήγαγαν οι ίδιοι το μοντέλο στις χώρες τους -έγιναν, για να το πούμε αλλιώς, οι αγοραστές των παγκόσμιων οικονομικών συμφερόντων της Γερμανίας-. Η κρίση που ξέσπασε μετά το 2008, αποκάλυψε όλο και πιο ξεκάθαρα τις μεγάλες ανισότητες που υπάρχουν ανάμεσα στο κέντρο και τις χώρες της περιφέρειας, ανάμεσα στα δύο μοντέλα συσσώρευσης. Ταυτόχρονα, η κατάσταση των μισθωτών και του κράτους πρόνοιας αποδυναμώθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    Η διευρυνόμενη ανισότητα

    Η ανισότητα στις χώρες της ΕΕ έχει αυξηθεί εμφανώς από το 2008. Εξαιτίας αυτού, τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν διαβρωθεί. Η νομισματική ένωση ΕΕ-Ευρώπης, χωρίς την ταυτόχρονη κοινωνική και περιβαλλοντική ένωση, αποδείχθηκε εξαιρετικά προβληματική. Τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, εντός της ΕΕ, έρχονται σε αντίθεση με τη χρέωση πολλών άλλων χωρών. Ισχύει όμως ο κανόνας της Ένωσης, ότι το ένα πρέπει να ισοσκελίζει το άλλο, δηλαδή, κάθε πλεόνασμα από τη μία πλευρά προϋποθέτει έλλειμμα από την άλλη. Αυτή η ασύμμετρη ανάπτυξη έχει οδηγήσει σε στασιμότητα την οικονομική ανάπτυξη των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Η εισαγωγή του ευρώ δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι θα προστάτευε τα ευρωπαϊκά κράτη από τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης. Στην πραγματικότητα όμως, τα προβλήματα επιδεινώθηκαν: η αποβιομηχάνιση είναι μη αναστρέψιμη στο άμεσο μέλλον. Η εσωτερική αγορά οδηγεί, γενικά, στην αποβιομηχάνιση της περιφέρειας προς όφελος του κέντρου, δηλαδή κυρίως της Γερμανίας. Η υψηλή ανεργία, ιδίως η ανεργία των νέων, στις χώρες του Νότου και η χαμηλή ανεργία στη Γερμανία, αποτελούν την κοινωνική και οικονομική έκφρασή της. Τον Μάρτιο του 2019 το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα ήταν 18,5%, στην Ισπανία 14,0%, στην Ιταλία 10,2%, στη Γαλλία 8,8% και στην ΕΕ συνολικά 6,4%. Αντιθέτως, στη Γερμανία ήταν μόνο 3,2% (statista.com). 

    Η κρίση του κορωνοϊού θα επιδεινώσει περαιτέρω όλα αυτά τα προβλήματα -εκτός από τις άμεσες συνέπειες της πανδημίας, για την εξέλιξη της οποίας και τα μελλοντικά θύματά της κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα-.

    Ήδη από τις αρχές Απριλίου του 2020, το εθνικό πακέτο βοήθειας της Γερμανίας (ομοσπονδιακό και κρατικό) για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού ανήλθε σε 1,8 τρισεκατομμύρια ευρώ. Tα ομόλογα της γερμανικής κυβέρνησης έχουν πλέον επιτόκιο 0% και ταξινομούνται στην υψηλότερη βαθμίδα -AAA- από τους οργανισμούς αξιολόγησης των ΗΠΑ. Αντίθετα, τα ιταλικά αξιολογήθηκαν πρόσφατα ως «σκουπίδια». Αυτό σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε δανεισμός της Ιταλίας εν μέσω κορανοϊού, πρέπει να πληρωθεί με υψηλά επιτόκια. Όλες οι χώρες της ΕΕ προσπαθούν να εφαρμόσουν πακέτα βοήθειας -η κάθε χώρα από μόνη της-. Είναι αλήθεια ότι η Επιτροπή της ΕΕ και οι αρχηγοί των κρατών και κυβερνήσεων ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να λάβουν κοινά μέτρα, αλλά τελικά όλα παραμένουν εντός εθνικών πλαισίων. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας θα ανέλθει στο 160% του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία προτείνουν κοινά ομόλογα. Η Γερμανία τα απορρίπτει, με τη στήριξη, για άλλη μια φορά, όπως και στην κρίση του ευρώ, της Ολλανδίας και της Αυστρίας. Το επιχείρημά τους είναι ότι αυτό θα σήμαινε «κοινοτικοποίηση των χρεών». Ενώ στην προσφυγική κρίση η Γερμανία έκανε έκκληση στην «αλληλεγγύη» των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τώρα η ίδια την απορρίπτει για άλλη μια φορά. Ο Eric Gujer, αρχισυντάκτης της εφημερίδας Neue Zürcher Zeitung σχολίαζε στις 3 Απριλίου 2020: «Η Γερμανία θέλει να είναι ηγετική δύναμη στην Ευρώπης, αλλά συμπεριφέρεται σα να είναι ο αρχιλογιστής της».
    Μία από τις ασθένειες της ΕΕ ονομάζεται γερμανική ηγεμονία.

     

    -------------------------------------------------- -------------------------------------------------- ---------------

    Βιβλιογραφία

    Joachim Becker and Johannes Jäger, Regulationstheorie und Vergleichende Kapitalismusforschung: Die Europäische Union στο der Wirtschaftskrise , σε: Ian Bruff et al., Vergleichende Kapitalismusforschung: Stand, Perspektiven, Kritik , Münster: Verlagffffbbfff.

    Georg Fülberth, Geschichte der Bundesrepublik Deutschland , Κολωνία: PapyRossa, 2012.


Related articles