• Παρουσίαση
  • Οι κομμουνιστές στο εδώλιο – Η δίκη μιας αίρεσης, με βάση το άρθρο 13 του πολωνικού συντάγματος

  • Jacek C. Kamiński | 29 Apr 20 | Posted under: Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη , Πολωνία , Ιστορικός αναθεωρητισμός
  • Εδώ και τέσσερα χρόνια διεξάγεται μια δικαστική μάχη εναντίον των εκδοτών του περιοδικού Brzask, του ενημερωτικού δελτίου και του ιστοτόπου του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας. Η εισαγγελία κατηγορεί τους εκδότες για «δημόσια προβολή ενός ολοκληρωτικού συστήματος». Ωστόσο, η εξέλιξη της δίκης δείχει ότι το ζήτημα αφορά, στην ουσία, το περιοδικό Brzask που, σύμφωνα με τη γνώμη των εισαγγελέων, προβάλλει μια εσφαλμένη ερμηνεία της ιστορίας και τις παράνομες πολιτικές απόψεις των κατηγορουμένων.

     

    Αυτή η εικόνα της δίκης προκύπτει καθαρά από αποσπάσματα της διαδικασίας της 3ης Μαρτίου 2020 που αποκάλυψαν οι κατηγορούμενοι. Οι περισσότερες ερωτήσεις που δέχθηκαν από τον εισαγγελέα Γιάκουμπ Γιάγκοντα αφορούσαν ιστορικά θέματα. Στη δικαστική αίθουσα διεξήχθη ένα είδος ιστορικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Παραθέτουμε μερικές από τις ερωτήσεις του εισαγγελέα στον κατηγορούμενο Μάρτσιν Άνταμ:

    ·         «Κύριε Άνταμ, κατά τη γνώμη σας, τα πολιτικά συστήματα που επικράτησαν στην Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στη διάρκεια της διακυβέρνησης των Βλαδιμίρ Λένιν και Ιωσήφ Στάλιν και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας την περίοδο του Μάο Τσε Τουνγκ ήταν ολοκληρωτικά καθεστώτα;»

    ·         «Κατά τη γνώμη σας, οι πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν από τον Βλαδιμίρ Λένιν, τον Ιωσήφ Στάλιν, τον Φέλιξ Ντζερζίνσκι και τον Μάο Τσε Τουνγκ συνιστούν την κύρια αιτία για τη γενοκτονία και την πείνα που έπληξαν αυτές τις χώρες; Εν ολίγοις, ήταν τα άτομα αυτά άμεσα υπεύθυνα για το έγκλημα της γενοκτονίας στην Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας;»

    ·         «Γνωρίζετε τι σημαίνει «Μεγάλη Εκκαθάριση» και παραδέχεστε ότι υπεύθυνος γι 'αυτήν ήταν ο Ιωσήφ Στάλιν;»

    ·         «Πού κατά τη γνώμη σας εφαρμόστηκε καλύτερο πολιτικό σύστημα: στην Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών ή στο τρέχον δημοκρατικό σύστημα της Πολωνίας; Ποιο από τα δυο συστήματα είναι πιο δημοκρατικό και πιο φιλικό προς τους πολίτες;» [1]

    ·          

    Η δίωξη ασκήθηκε στους συντάκτες των κομμουνιστικών μέσων ενημέρωσης, με βάση το περίφημο άρθρο 256, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα:

    «Όποιος προβάλλει δημόσια ένα φασιστικό ή οποιοδήποτε άλλο ολοκληρωτικό σύστημα διακυβέρνησης ή υποκινεί στη δημιουργία μίσους με βάση εθνικές, εθνοτικές, φυλετικές ή θρησκευτικές διαφορές ή την αθεϊα ενός ατόμου, υπόκειται σε πρόστιμο, σε ποινή περιορισμού της ελευθερίας του ή ποινή φυλάκισης έως και 2 χρόνια».

     

    Σε κάθε έναν από τους κατηγορούμενους απαγγέλθηκε η κατηγορία ότι:

    «είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Brzask, οι δημοσιεύσεις του οποίου παραπέμπουν απευθείας στις ιδέες του κομμουνιστικού συστήματος και του μαρξισμού και λενινισμού. Οι δημοσιεύσεις αυτές αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα: www.kompol.org, και συνιστούν άρνηση των δημοκρατικών αξιών, δεδομένης της ιστορικής εμπειρίας».

     

    Ωστόσο, το κατηγορητήριο δεν περιείχε συγκεκριμένους ισχυρισμούς και ως αποδεικτικό στοιχείο, η Εισαγγελία επισύναψε περίπου χίλιες φωτοτυπημένες σελίδες από όλα τα τεύχη του Brzask, από τον Νοέμβριο του 2008 ως τον Αύγουστο του 2014 και σημαντικό μέρος του περιεχομένου του επίσημου ιστοτόπου του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας από την ίδια περίοδο.

     

    Πιο σαφείς ισχυρισμοί παρουσιάστηκαν μόνο στην ... απόφαση του Επαρχιακού δικαστηρίου με ημερομηνία του Ιουνίου 2017. Η απόφαση, μετά την απαλλαγή που είχε αποφασίσει το πρώτο δικαστήριο, όριζε την επανάληψη της δίκης από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Ντάμπροβα Γκόρνικζα. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο ανέλαβε τον ρόλο εισαγγελέα, χρησιμοποιώντας ως αποδεικτικά στοιχεία μερικές δεκάδες επιλεγμένων δημοσιεύσεων.

    Η αδυναμία των επιχειρημάτων της εισαγγελίας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι ανακριτές δεν μπόρεσαν να πείσουν ούτε τους αιμοδιψείς αντικομμουνιστές του Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης για την ενοχή της ομάδας του περιοδικού Brzask. Πριν παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο, η εισαγγελία είχε στείλει αίτημα στο Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης για γνωμοδότηση. Ως απάντηση, ο Άνταμ Ντζιούροκ από το Ινστιτούτο, δήλωσε ότι: «η δημόσια διακήρυξη και προβολή των κομμουνιστικών αξιών από το Κομμουνιστικό Κόμμα Πολωνίας είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενη, ακόμη και αν δεν αναφέρεται ανοιχτά σε ολοκληρωτικές μεθόδους και πρακτικές[2]». Οι εισαγγελείς άντλησαν τα επιχειρήματά τους μόνο από έναν εμπειρογνώμονα που διορίστηκε από το γραφείο του εισαγγελέα, τον Δρ. Ράφαλ Λέτοχα, πολιτικό επιστήμονα ειδικευμένο σε θρησκειολογικά ζητήματα από το Πανεπιστήμιο Jagiellonian, ο οποίος έχει σχέσεις με ακροδεξιούς κύκλους. Ο Λέτοχα είναι γνωστός για τις δημοσιεύσεις του σε πολύ ακροδεξιά περιοδικά όπως: Glaucopis , Polityka Narodowa (Εθνική Πολιτική), Fronda , Templum Novum και Pro Fide, Rege et Lege. Δεν έχει αποκρύψει την ταύτισή του με το εθνικό κίνημα. Σε μια έρευνα που πραγματοποίησε το 2010 ένας μπλόγκερ της ιστοσελίδας Salon24, δήλωνε ότι θαυμάζει, μεταξύ άλλων, ιστορικές προσωπικότητες όπως οι: Ρόμαν Ντμόβσκι, Βόιτσεχ Βασιουτίνσκι, Στάνισλαβ Πιασέτσκι, Γιαν Μόσντορφ και Άνταμ Ντομποζίνσκι. «Ολόκληρη η γενιά του NSZ [Narodowe Siły Zbrojne/Εθνικές Ένοπλες Δυνάμεις, μια πολωνική, υπόγεια, δεξιά οργάνωση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο] θα μπορούσε να συνεισφέρει σήμερα, γιατί με την ηρωική τους στάση, πολεμώντας σε δύο μέτωπα μέχρι το τέλος, μας εμπνέουν», πρόσθεσε.
    Μια τόσο σαφής ιδεολογική στάση πρέπει να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του εμπειρογνώμονα [3]. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, ο Ράφαλ Λέτοχα εξαπολύει εξαρχής σκληρή επίθεση στους κομμουνιστές, κρίνοντας εξ ιδίων θέσεων: «Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι εξετάζουν τη χρήση επαναστατικών μέτρων για την κατάληψη της εξουσίας». Δεν πιστεύει, τελείως αυθαίρετα, την απόρριψη του ολοκληρωτισμού από τους κατηγορούμενους:

     

    «Οι δηλώσεις τους ότι απορρίπτουν τον ολοκληρωτισμό (Ids. 104/15, τόμος 1, σελ. 118, 130) πρέπει επίσης να θεωρηθούν λεκτικά κόλπα ή ανέντιμες, ή τουλάχιστον αοριστολογίες, πολύ απλά γιατί οι ακτιβιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας δεν παραδέχονται ότι το κομμουνιστικό σύστημα είναι ολοκληρωτικό, διότι γι 'αυτούς ο κατ' εξοχήν ολοκληρωτισμός είναι μόνο ο φασισμός ή ο ναζισμός, ίσως και ο καπιταλισμός».

     

    Οι κομμουνιστές είναι ένοχοι ακόμα και για τις απόψεις τους για μια ταινία ή για τη λογοτεχνία:

    «Στις σελίδες του Brzask, η ταινία Κατίν σε σκηνοθεσία Αντρέι Βάιντα χαρακτηρίζεται «εμμετικό κουρέλι, γεμάτο υστερική, ψεύτικη προπαγάνδα», γιατί παρουσιάζει στοιχεία για τη σφαγή στο Κατίν νοθευμένα από τους Ναζί (IDs 104/15 τ. V, σελ. 794). Επιπλέον, το βιβλίο Inny świat (Ένας άλλος κόσμος) του Γκούσταβ Χέρλινγκ-Γκρουντζίνσκι, χαρακτηρίζεται «όπλο στα χέρια των ιμπεριαλιστών που εξυπηρετεί μόνο την ad hoc προπαγάνδα, χωρίς καμιά λογοτεχνική αξία». (IDs 104/15 τόμος V, σελ. 794) [4]

     

    Στο συμπέρασμά του, ο Ράφαλ Λέτοχα αποφαίνεται κυρίως για την άποψη των κατηγορούμενων για το παρελθόν, η οποία θεωρείται ανεπιθύμητη από τις αρχές της Τρίτης Δημοκρατίας της Πολωνίας. Η απομάκρυνση των κατηγορούμενων από την επίσημη γραμμή της ιστορίας της χώρας είναι κατακριτέα, παρότι -όπως παραδέχεται ο ίδιος- δεν βρίσκει στις σελίδες των μέσων ενημέρωσης που ερευνήθηκαν» κανένα άμεσο κάλεσμα σε ολοκληρωτικές μεθόδους»:

    «Κατά την άποψή μου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, τόσο το υλικό όσο και οι δημοσιεύσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας, και ακόμη περισσότερο εκείνες της Κομμουνιστικής Νεολαίας, απευθύνουν κάλεσμα για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικών ολοκληρωτισμών και την προώθηση των ολοκληρωτικών μεθόδων και πρακτικών του κομμουνισμού. Ακόμη και αν δεν βρούμε σε αυτό το υλικό την άμεση υποστήριξη σε ολοκληρωτικές μεθόδους, έχοντας να κάνουμε με λεκτική μόνο προβολή της δημοκρατίας, είναι αδιαμφισβήτητη η ανοιχτή στήριξή τους σε χώρες που εφάρμοσαν ή εξακολουθούν να εφαρμόζουν διάφορες μορφές ολοκληρωτισμού, παρά την επίσημη άρνηση όσων συνδέονται με το Κομμουνιστικό Κόμμα Πολωνίας ή την Κομμουνιστική Νεολαία ότι κάτι τέτοιο είχε συμβεί ή συμβαίνει σε αυτές. Είναι χαρακτηριστικός ο μεγάλος σεβασμός και η τιμή που αποδίδουν σε ανθρώπους που εγκαθίδρυσαν ολοκληρωτικά καθεστώτα ή διηύθυναν συστήματα κρατικής τρομοκρατίας, όπως: ο Βλαδιμίρ Λένιν, ο Ιωσήφ Στάλιν, ο Φέλιξ Ντζερζίνσι, ο Λαυρέντι Μπέρια, ο Κιμ Ιρ Σεν, ο Κιμ Γιονγκ Ιλ, ο Μάο Τσε Τουνγκ, ο Εμβέρ Χότζα, ο Μπόλεσλαβ Μπιερούτ κ.ά. Πρέπει επίσης να δοθεί προσοχή στην άρνηση και απόρριψη από μέρους τους οποιασδήποτε κριτικής ασκείται στα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα και στην απερίσκεπτη αποδοχή μιας εκδοχής των γεγονότων και της Ιστορίας που κατασκευάστηκε από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό τους ως η μόνη αλήθεια». [5]

     

    Για να ολοκληρώσει την τρομοκρατική ατμόσφαιρα, ο Λέτοχα διατυπώνει τελείως αβάσιμους ισχυρισμούς πολιτικού χαρακτήρα: «Πολλαπλασιάζονται τα συνθήματα που απειλούν την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Πολωνίας, όπως: ‘Κάτω η Τρίτη Δημοκρατία, ζήτω η Πολωνική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία’». Ωστόσο, δεν παραθέτει καμία ένδειξη ότι η υποθετική Πολωνική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία είναι, για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου συνθήματος, εξαρτώμενη χώρα. Ο εμπειρογνώμονας δηλώνει αγανακτισμένος που ο ιστότοπος του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας «ζητά ανοιχτά την κατάργηση της ιδιοκτησίας, σε: εργαλεία παραγωγής, πρώτες ύλες και αποθέματα ορυκτών, ακίνητα, γη και κεφάλαιο». Ούτε η αναφορά των κομμουνιστών στις δημοκρατικές αξίες τον ξεγελάει. Ξέρει ότι είναι απλώς ένα κομμουνιστικό ψέμα.
    «Φυσικά, οι ακτιβιστές και οι ιδεολόγοι του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας και της Κομμουνιστικής Νεολαίας απολαμβάνουν να χαριεντίζονται με λέξεις όπως δημοκρατία και ελευθερία, γιατί, όπως έχει πει ο Μπενζαμέν Κονστάν, είναι, δυστυχώς, απείρως βολικές», σημειώνει. [6]
    Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λέτοχα, επικαλούμενος συγκεκριμένα παραπλανητικά άρθρα, δεν αναφέρει τα ονόματα των συγγραφέων τους. Επομένως, δεν ξέρουμε αν είναι κείμενα κάποιου από τους τέσσερις κατηγορούμενους. Αυτό σημαίνει ότι αποδέχεται την αρχή της συλλογικής ευθύνης. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε την προχειρότητά του όταν, στο συμπέρασμά του ως ειδικού, αποκαλεί συνεχώς τον ιστότοπο του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας ιστότοπο της οργάνωσης της Πολωνικής Κομμουνιστικής Νεολαίας. [7]

     

    Ένας από τους κατηγορούμενους, ο Μάρτσιν Άνταμ, εκτιμά ότι η δίκη των κομμουνιστών, η οποία συνεχίζεται εδώ και χρόνια, συνιστά περίπτωση δίκης «SLAPP» (strategiclawsuitagainstpublicparticipation), γνωστή από την αγγλοσαξονική δικαιοσύνη, δηλαδή, μια στρατηγική δίκη κατά της συμμετοχής στα κοινά.

    «Η δίκη SLAPP είναι μια δίκη που έχει σχεδιαστεί για να λογοκρίνει, να εκφοβίσει και να εξαναγκάσει σε σιωπή όσους ασκούν κριτική χρεώνοντας τους με το κόστος της νομικής τους υπεράσπισης έως ότου εγκαταλείψουν κάθε κριτική ή κάθε αντιπολιτευόμενη πράξη. Τέτοιες αγωγές έχουν κριθεί παράνομες σε πολλές χώρες επειδή εμποδίζουν την ελευθερία του λόγου. Σε μια τυπική δίκη SLAPP, ο ενάγων συνήθως δεν αναμένει να κερδίσει τη δίκη. Οι στόχοι του επιτυγχάνονται όταν ο κατηγορούμενος υποκύπτει στον φόβο, τον εκφοβισμό, το αυξανόμενο νομικό κόστος ή την εξάντληση και εγκαταλείπει την κριτική», σύμφωνα με την αγγλική  Wikipedia.

     

    Ο Μάρτσιν Άνταμ επισημαίνει ότι στη Δύση, τέτοιες δίκες κάνουν συνήθως μεγάλες εταιρείες για να αποθαρρύνουν όσους τις ενοχλούν, άτομα ή ΜΚΟ, ενώ στην Πολωνία τον ρόλο του ενάγοντος έχουν οι κρατικές αρχές. Προσθέτει ότι αυτές οι δίκες είναι εξαιρετικά επαχθείς για τους κατηγορούμενους λόγω του κόστους, του χαμένου χρόνου, ακόμη και των πιθανών δυσκολιών που θα τους προκαλέσουν στην αναζήτηση εργασίας στο μέλλον.

    «Δεν πρόκειται για ποινική δίκη. Κρινόμαστε για τις απόψεις μας, γιατί αυτό είναι το θέμα των συζητήσεων στην αίθουσα. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά της δίκης μιας αίρεσης. Μιας αίρεσης γενικά, όχι μιας συγκεκριμένης αιρετικής πράξης. Δεν γίνεται αναφορά σε καμιά δημοσίευση που παραβιάζει τον νόμο. Αυτό που παρουσιάζεται ως απόδειξη είναι πολλά τεύχη του Brzask και του ιστοτόπου, ενώ αναζητούνται τα αποδεικτικά στοιχεία στην αίθουσα του δικαστηρίου», τονίζει σε συνέντευξή του ο συγγραφέας του κειμένου.

     

    Η παρενόχληση που υφίστανται οι κατηγορούμενοι, χαρακτηριστική μιας δίκης SLAPP, φαίνεται από τη χρονική διάρκεια της υπόθεσης και την επανάληψη της δίκης, καθώς και την εφαρμογή έκτακτων μέτρων. Η πρώτη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Ντάμπροβα Γκόρνικζα (όπου βρίσκεται η έδρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας), τον Απρίλιο του 2016, περιείχε εκφράσεις-κλισέ, που συνήθως χρησιμοποιούνται σε δευτερεύοντα αδικήματα και σε περιπτώσεις όπου η ενοχή είναι αδιαμφισβήτητη. Κάτι τέτοιο επιτρέπει την έκδοση δικαστικής απόφασης χωρίς τη διαδικασία ακρόασης.

    «Το δικαστήριο της Ντάμπροβα Γκόρνικζα έλαβε υπόψη του μόνο την έκθεση του εισαγγελέα, χωρίς να δώσει τη δυνατότητα στους συντάκτες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Δεν μπόρεσαν να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους, ούτε καν το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας ή τα πλήρη άρθρα στα οποία αναφέρθηκε το γραφείο του εισαγγελέα. Οι καταδικασμένοι συντάκτες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης, αναγκάζοντας το δικαστήριο να κινήσει κανονική διαδικασία δίκης», αναφέρει ο Πιοτρ Τσιζέφσκι στον ιστότοπο Strajk.eu. [8]

     

    Στο επόμενο στάδιο, το Επαρχιακό Δικαστήριο της Ντάμπροβα Γκόρνικζα απέρριψε δυο φορές τις κατηγορίες της εισαγγελίας αποφασίζοντας, τον Ιανουάριο του 2017, να διακόψει τη διαδικασία και να εκδώσει την αθώωση των κατηγορούμενων, δύο χρόνια αργότερα. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα, το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Κατοβίτσε επανέφερε την υπόθεση για επανεκδίκαση δύο φορές, τον Ιούνιο του 2017 και τον Ιούλιο του 2019 [9]. Κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017, πέθανε η μια από τους τέσσερις κατηγορούμενους, η 90χρονη Μάριαν Ίντελακ. Πρόσφατα, στις 17 Μαρτίου 2020, το Επαρχιακό Δικαστήριο της Ντάμπροβα Γκόρνικζα διέκοψε τη δίκη υπό όρους, απαιτώντας από τους εναγόμενους να πληρώσουν 1.000 PLN, περίπου 220 EUR ο καθένας, στο «Ταμείο Βοήθειας Θυμάτων» και να καλύψουν μέρος των δικαστικών εξόδων. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι δεν καταδικάστηκαν αλλά τιμωρήθηκαν οικονομικά, γεγονός που πρέπει, επίσης, να θεωρηθεί περίεργο ως απόφαση. Προφανώς, το επαρχιακό δικαστήριο έδρασε πονηρά. Αφενός, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορούσε να καταδικάσει τους κατηγορούμενους με καθαρή συνείδηση, από την άλλη όμως, δεν ήθελε να τα χαλάσει με τις αρχές. Οι κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου.

    Η υπόθεση φαίνεται ότι κλιμακώθηκε κατόπιν αιτήματος κυβερνητικών παραγόντων. Το ίδιο άλλωστε αποδεικνύεται και για την έναρξη της διαδικασίας. Ξεκίνησε με καταγγελία του Κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης που συμμετείχε στο κοινοβούλιο, το 2013. Εκείνη την εποχή, ωστόσο, η εισαγγελία αρνήθηκε να κινήσει τη διαδικασία. Η διαδικασία συνεχίστηκε με βάση την καταγγελία του 2013 μόνο αφού το Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης κέρδισε τις κοινοβουλευτικές εκλογές το 2015. Στις 31 Δεκεμβρίου 2015, η Εισαγγελία του Κατοβίτσε διαβίβασε το κατηγορητήριο στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Ντάμπροβα Γκόρνικζα. Ο συγγραφέας του κατηγορητηρίου, ο οποίος εμφανίστηκε ως μάρτυρας σε μια από τις ακροάσεις, δεν απέκρυψε το πολιτικό του κίνητρο. Κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι άτομα σαν τους κατηγορούμενους «πρέπει να φέρουν στο σώμα τους διακριτικό σημάδι, έκτυπο με καυτό σίδερο, και να εξοστρακίζονται».

     

    Τη δίκη παρακολουθούν στενά αριστεροί κύκλοι της Δύσης, οι οποίοι τη βλέπουν ως επικίνδυνο δεδικασμένο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την παραμονή των ακροάσεων γίνονται πικετοφορίες μπροστά από την πολωνική πρεσβεία πολλών χωρών, ενώ κομμουνιστές Ευρωβουλευτές παρίστανται ως παρατηρητές σε κάποιες από τις ακροάσεις. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) δραστηριοποιείται ιδιαίτερα σε αυτή τη διαδικασία. 

    Η επιβεβαίωση των ανησυχιών που εξέφρασαν οι κομμουνιστές στη Δυτική Ευρώπη είναι το ψήφισμα: «Για τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης» που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

     

     «Το ψήφισμα παραποιεί την Ιστορία αναφορικά με τη βασική αιτία που οδήγησε στο ξέσπασμα του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, αφού δείχνει (ως αιτία) το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ που υπεγράφη τον Αύγουστο του 1939 από το Τρίτο Ράιχ και την ΕΣΣΔ. (...) Κανείς δεν ξαναγράφει την Ιστορία, εκτός εάν θέλει να επηρεάσει το παρόν και το μέλλον. Σήμερα, το ζήτημα είναι να απαξιώσουμε και να απονομιμοποιήσουμε, όχι μόνο τους κομμουνιστές που, με εξαίρεση την Πορτογαλία, επί του παρόντος δεν επηρεάζουν τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, αλλά όλους τους αριστερούς που κινούνται ιδεολογικά στα αριστερά της παλιάς -προσδεδεμένης στο κατεστημένο- σοσιαλδημοκρατίας, η οποία εδώ και χρόνια απορροφάται από το νεοφιλελεύθερο ‘ακραίο κέντρο’», σχολίασε ο ΓιάροσλαβΠιέτρζακ που αρθρογραφεί στον ιστότοπο Strajk.eu [10]. Ο πόλεμος λάσπης κατά των κομμουνιστών στην Πολωνία αποτελεί μέρος αυτού του σχεδίου.

     

    Δυστυχώς, στην Πολωνία, η κοινοβουλευτική Αριστερά δεν γνωρίζει προφανώς αυτές τις απειλές, παραμένοντας εντελώς αδιάφορη απέναντι στην παρενόχληση που υφίσταται από την εισαγγελία η κομμουνιστική συντακτική ομάδα. Ο Πιορτ Νόβακ, αρθρογράφος στο strajk.eu, προειδοποιεί για τις συνέπειες αυτής της αδιαφορίας: «Η καταδίκη των ακτιβιστών του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας δείχνει την κατεύθυνση προς την οποία κατευθύνονται οι αρχές. Ο δρόμος έχει ήδη στρωθεί. Σχεδόν όλα τα ακροδεξιά καθεστώτα ξεκινούσαν με επιθέσεις κατά των κομμουνιστών, από τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, μέχρι τον Φράνκο, τον Πινοτσέτ και τον Σουχάρτο». Ο Νόβακ πιστεύει ότι η δίωξη των κομμουνιστών αποτελεί μέρος του ευρύτερου στόχου, που είναι η «πραγματική ποινικοποίηση όσων απόψεων κινούνται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας». Προειδοποιεί ότι η απειλή είναι σοβαρή, γιατί «η συμμορία των ανίδεων που έχουν καταλάβει την εξουσία, είναι πολύ πιο επικίνδυνη από τους προηγούμενους γιατί, σε αντίθεση με εκείνους, πιστεύουν στο όραμα της κάθαρσης της εθνικής κοινότητας από στοιχεία που απειλούν την ασφάλειά της». Οι αρχές επιτίθενται στους κομμουνιστές την ώρα που οργανώσεις μελανοχιτώνων παρελαύνουν σε συμπαγείς σχηματισμούς, που κρατικοί αξιωματούχοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και αποτίουν τιμές σε ήρωες της ακροδεξιάς, που ρατσιστικές ή ξενοφοβικές θέσεις κρατικών αξιωματούχων παρουσιάζονται και νομιμοποιούνται από τη δημόσια τηλεόραση, οι υπάλληλοι της οποίας έχουν το θράσος να ζητούν ανοιχτά τη χρήση βίας, όπως στο σύνθημα: «και οι κομμουνιστές θα κρέμονται από τα δέντρα αντί για φύλλα» [11].

    Μια νέα απειλή κατά της δυνατότητας διατύπωσης αριστερών θέσεων θα είναι η προγραμματισμένη τροποποίηση του άρθρου 256 του Ποινικού Κώδικα με την προσθήκη της απαγόρευσης κομμουνιστικών δραστηριοτήτων και της αύξησης της ποινής φυλάκισης σε τρία χρόνια. Σύμφωνα με την τροπολογία, η παράγραφος 1 θα αντικατασταθεί από το ακόλουθο κείμενο:

    «§ 1. Όποιος προβάλλει δημόσια ναζιστικό, κομμουνιστικό, φασιστικό ή οποιοδήποτε άλλο ολοκληρωτικό σύστημα διακυβέρνησης ή υποκινεί το μίσος με βάση εθνικές, εθνοτικές, φυλετικές ή θρησκευτικές διαφορές ή κατά της αθεϊας κάποιου, τιμωρείται με φυλάκιση έως 3 ετών ".

     

    Σύμφωνα με την προσθήκη 1α, απαγορεύεται επίσης η προώθηση ναζιστικών, κομμουνιστικών, φασιστικών ιδεολογιών ή οποιασδήποτε ιδεολογίας καλεί σε «χρήση βίας με στόχο τη διαμόρφωση της πολιτικής ή κοινωνικής ζωής». Επίσης, τιμωρείται οποιοδήποτε άτομο:

    « διαδίδει, παράγει, καταγράφει ή εισάγει, αποκτά, διαθέτει, προσφέρει, αποθηκεύει, κατέχει, παρουσιάζει, μεταφέρει ή στέλνει έντυπο ή ηχογραφημένο υλικό, ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο περιέχει όσα διευκρινίζονται στις παραγράφους 1 ή 1α ή φέρει ναζιστικά, κομμουνιστικά, φασιστικά ή οποιαδήποτε άλλα σύμβολα ολοκληρωτισμού, τα οποία χρησιμοποιεί για την προώθηση όσων αναφέρονται στις παραγράφους 1 ή 1α».

    Εφόσον τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω κανονισμοί, η εισαγγελία -λαμβάνοντας υπόψη της τον στόχο των κομμουνιστών που λειτουργούν νόμιμα στην Πολωνία- δεν θα έπρεπε να τους ενοχλεί ώστε να τους πείσει ότι έχουν ολοκληρωτικές τάσεις. Η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη. Το άρθρο 256 στη νέα του διατύπωση απειλεί τη δημοκρατία. Απειλεί, ακόμη, μέσω της ποινικοποίησης, τη διάδοση αριστερών ιδεών. Οι αρχές θα μπορούν να τις χαρακτηρίζουν «κομμουνιστικές» με εντελώς αυθαίρετο τρόπο. Αυτό είναι επικίνδυνο όχι μόνο για τα αριστερά κόμματα ή οργανώσεις, αλλά για τις κοινωνικές οργανώσεις εν γένει. Και όχι μόνο αυτό: το τροποποιημένο άρθρο 256 συνιστά πιθανή απειλή και για τον επιστημονικό κόσμο. Όποιος αναφέρεται σε μελέτες του Μαρξ ή του Ένγκελς μπορεί να κατηγορηθεί, σύμφωνα με δήλωση του ακτιβιστή της πρωτοβουλίας Κόκκινη Ιστορία, Πιοτρ Τσιζέβσκι, στη διαδήλωση της 12ης Ιουνίου 2019.

    Στο πλαίσιο της δίκης των συντακτών του Brzask και των αντικομμουνιστικών τάσεων που δυναμώνουν στους κυβερνητικούς κύκλους, αξίζει να επιστήσουμε την προσοχή σας στο άρθρο 13 του πολωνικού συντάγματος, στο οποίο συχνά παραπέμπουν οι δεξιοί πολιτικοί και αρθρογράφοι:

     

    «Απαγορεύεται οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα ή οργάνωση που στο πρόγραμμά του/της κάνει αναφορές σε ολοκληρωτικές μεθόδους και πρακτικές του ναζισμού, του φασισμού και του κομμουνισμού, καθώς και όσα, μέσω του προγράμματος ή των δραστηριοτήτων τους, είτε πιστεύουν ή επιτρέπουν τη δημιουργία φυλετικού και εθνικού μίσους, τη χρήση βίας για την απόκτηση της εξουσίας ή την άσκηση επιρροής στην κρατική πολιτική, είτε αποκρύπτουν τη δομή και τα μέλη τους».

     

    Κατά την άποψη αντικομμουνιστών, αυτός ο κανονισμός αποσκοπεί στην απαγόρευση των δραστηριοτήτων των κομμουνιστικών κομμάτων. Πράγματι, παρά την ασαφή, σχεδόν δημοσιογραφική διατύπωσή του, το άρθρο 13 δεν αποτελεί άμεση απειλή για τις αριστερές ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες. Όμως, επηρεάζει έμμεσα το ύφος της νομοθεσίας, εξωθώντας για παράδειγμα τον κόσμο να εμπλακεί στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην τροποποίηση του άρθρου 256 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τον συνταγματικό καθηγητή Μάρεκ Χμάι, αυτή η ρήτρα ποινικοποιεί μόνο τις ολοκληρωτικές τάσεις. «Θα πρέπει ο συγκεκριμένος κανονισμός να αξιολογηθεί μαζί με τους υπόλοιπους και να αναγνωριστεί ότι απαγορεύει όσες από τις πρακτικές του ναζισμού, του φασισμού ή του κομμουνισμού ανταποκρίνονται στον ορισμό του ολοκληρωτισμού ή κάνουν αναφορά σε αυτόν», υποστηρίζει ο Χμάι [13]. Φυσικά, εδώ πάλι κινούμαστε στο εύθραυστο έδαφος του ορισμού του ολοκληρωτισμού. Επομένως, η καλύτερη λύση είναι να διαγραφεί ο ατυχής συνταγματικός κανονισμός. Πράγματι, ο εξέχων συνταγματικός καθηγητής Βόιτσεχ Σοκόλεβιτς, τον θεωρεί περιττό. «Μια κίνηση εξίσου επιτυχής με τις εκτεταμένες διατάξεις του άρθρου 13 θα ήταν η απλή απαγόρευση των κομμάτων (οργανώσεων), ο σκοπός ή οι δραστηριότητες των οποίων αντίκεινται στο Σύνταγμα" [14].

     

    ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

     

    1. Ηχογράφηση του Μάρτσιν Άνταμ στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην Ντάμπροβα Γκόρνικζα, διαδικτυακά στο: 
    Youtube, Odrodzenie Komunizmu: Proces KPP -Przesłuchanie Tow Marcina
    Facebook, Bartosz Bieszczad

    2. Έγγραφο με ημερομηνία 21 Μαΐου 2015, αριθμός αναφοράς 1 Ds. 104/15

    3. SALON24, Krzysztof Wołodźko: Rafał Łętocha: O ruchu narodowym, POLITYKA

    4. Το ίδιο

    5. Η γνώμη του εμπειρογνώμονα για το ζήτημα: Οι δημοσιεύσεις που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και τα ιδρυτικά έγγραφα του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας περιέχουν επαίνους ή αναφορές σε κάποιο ολοκληρωτικό σύστημα; Μια ξεχωριστή ανάλυση του περιοδικού Brzask μαζί με δημοσιεύσεις του ιστοτόπου του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας και μια ξεχωριστή ανάλυση του περιεχομένου που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της KOMUNISTYCZNA PARTIA POLSKI – Οργάνωση της Κομμουνιστικής Νεολαίας Πολωνίας (φάκελοι της δικαστικής διαδικασίας KR - 2036/13 , RSD-KR-726/13)

    6. Το ίδιο

    6.       7.Το ίδιο

    7.       8. Strajk.eu, Piotr Ciszewski: Najpierw przyszli po komunistów

    8.       9. KOMUNISTYCZNA PARTIA POLSKI, cpofpoland: Proces redaktorów pisma Brzask wraca na wokandę

    9.       10. Strajk.eu, Jarosław Pietrzak: Unia Europejska, faszyzm, komunizm i znak równości

    10.   11. Strajk.eu, Piotr Nowak: Kiedy przyszli po komunistów

    11.   12. Trybunał Konstytucyjny: Nowelizacja kodeksu karnego - postępowanie legislacyjne, dopuszczalny zakres poprawek senackich

    12.   13. Marek Chmaj, Commentary on Polish Constitution Articles 11, 13,Βαρσοβία 2019, σελ. 158.

    13.   14. Wojciech Sokolewicz, Article 13 . ΣτοΤhe Constitution of the Republic of Poland. Commentary, (επιμ.) L. Garlicki, Βαρσοβία 2007, σελ. 20.

     

     

     

    Αρχική δημοσίευση στο: Nasze Argumenty 1 (3) / 2020


Related articles