• Ανάλυση
  • Μετά την ήττα. Οι νέες προκλήσεις για τη ριζοσπαστική Αριστερά μετά τις Ευρωεκλογές

  • Κορνίλια Χίλντεμπραντ | 06 Jul 19 | Posted under: Εκλογές , Ευρωπαϊκή Ένωση , Aριστερά
  • Ενώπιον της σοβαρής αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων στην ΕΕ, η Αριστερά χρειάζεται νέες στρατηγικές: ανάλυση.

    Στο εξής, η ριζοσπαστική Αριστερά θα αποτελεί τη μικρότερη ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με ποσοστό 5,46%, η Αριστερά έλαβε τον ίδιο αριθμό ψήφων με τα τέλη της δεκαετίας του 1980, με μόνη διαφορά την εντυπωσιακή στροφή, σήμερα, του εκλογικού σώματος στη Δεξιά. Στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία κυρίως, τα αριστερά κόμματα έμειναν πολύ πίσω από τις προσδοκίες τους. Σε σύγκριση με το 2014, η ριζοσπαστική Αριστερά έχασε περίπου 30% των ψήφων της.

    Τα ισχυρότερα κόμματα στη νέα ευρωπαϊκή ομάδα της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι το ισπανικό UnidosPodemosκαι ο ελληνικός ΣΥΡΙΖΑ, με έξι βουλευτές το καθένα. Το DIELINKEστέλνει πέντε βουλευτές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ θα συμμετέχει και ένας βουλευτής από το γερμανικό Κόμμα για τα Δικαιώματα των Ζώων. Εκπροσωπούνται επίσης, το πορτογαλικό Μπλόκο και η Κοκκινο-Πράσινη Συμμαχία (που περιλαμβάνει και τους Κομμουνιστές),το SinnFéinκαι το κυπριακό ΑΚΕΛ, με δυο έδρες το καθένα. Το σουηδικό Vänsterpartiet, η Ενωτική Λίστα- RGA από τη Δανία, το φινλανδικό Αριστερό Κόμμα και το Βελγικό Εργατικό Κόμμα (PTB-PVDA) απέσπασαν από μια έδρα. Το ίδιο και το τσεχικό KSČM του οποίου, όμως, το ποσοστό μειώθηκε. Η ιταλική Αριστερά δεν εκπροσωπείται στο νέο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ στο προηγούμενο (2014), συμμετείχε με τη λίστα Μια Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Το Levica, από τη Σλοβενία, παρότι απέσπασε 6,3%, δεν κατάφερε να εισέλθει στο Ευρωκοινοβούλιο. Είναι ακόμη αβέβαιο αν η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) του Μελανσόν, με έξι βουλευτές, συμμετάσχει στην Ευρωομάδα.

     

    Διαβάστε εδώ here  τις μετεκλογικές αναλύσεις μας για κάθε χώρα



    Οι Συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν από 20%[i] των ψήφων τους, αλλά παραμένουν οι ισχυρότερες ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο, με τους Συντηρητικούς να διατηρούν 182 έδρες και τους Σοσιαλδημοκράτες 153. Νικητές ήταν οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι, δυο ρητά φιλοευρωπαϊκές κομματικές οικογένειες. Οι Πράσινοι έχουν πλέον 75 έδρες, ενώ οι Φιλελεύθεροι, χάρη στην απόφαση του Μακρόν να συμμετάσχει στην ομάδα, 108. Η δεξιά ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR), η ακόμη πιο δεξιά Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας (EFDD) και η νεοϊδρυθείσα Ταυτότητα και Δημοκρατία (ID) κερδίζουν συνολικά 178 έδρες, αλλά ο τελικός απολογισμός για τις ομάδες της Δεξιάς θα γίνει όταν ολοκληρωθεί το Brexit. Αν προσθέσουμε και κάποια άλλα κόμματα, όπως το FIDESZ, όλες μαζί αντιπροσωπεύουν 25% των ψηφοφόρων. 

    Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από τους Συντηρητικούς και τους Σοσιαλδημοκράτες/Σοσιαλιστές, το Ευρωκοινοβούλιο θα περιλαμβάνει και το φιλοευρωπαϊκό μπλοκ των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων, που συγκεντρώνουν αθροιστικά περίπου 25% των ψήφων, αλλά και ένα ισχυρό εθνικιστικό αντιευρωπαϊκό δεξιό μπλοκ. Παρόλα αυτά, τα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν ότι τα δεξιά κόμματα δεν αναδείχθηκαν τόσο ισχυρά όσο ανέμεναν. Είναι, όμως, έκδηλη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια δεξιά στροφή, η οποία υπερβαίνει το ποσοστό αύξησης των δεξιών ψήφων μεταξύ του 2014 και του 2019, από 22% σε 25%, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας την επιρροή που ασκούν τα δεξιά κόμματα στις εθνικές κυβερνήσεις και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η Δεξιά είναι κυβέρνηση ή συμμετέχει σε κυβερνητικά σχήματα στο Βέλγιο, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Κροατία, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, την Ουγγαρία, την Ιταλία και την Πολωνία. Στην Ιταλία και τη Γαλλία, η Λέγκα του Σαλβίνι και ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν, αποδείχθηκαν τα ισχυρότερα κόμματα των Ευρωεκλογών. Και, μετατοπίζοντας την ατζέντα, επηρεάζουν εδώ και αρκετό καιρό τις εθνικές και τις ευρωπαϊκές πολιτικές.


    Ταυτόχρονα, η αύξηση των ποσοστών των Φιλελευθέρων και των Πρασίνων είναι αύξηση των ψήφων υπέρ καθαρά φιλοευρωπαϊκών θέσεων και λειτουργεί ως ενίσχυση των πολιτικών της ΕΕ. Αυτό έχει κάποια σημασία, αρκεί να σκεφτούμε το παράδοξο του Brexit. Από την άλλη, μπροστά στο χάος που επέφερε το Brexit, σχεδόν όλα τα κόμματα -ανεξαρτήτως του πολιτικού τους προσανατολισμού- απομακρύνθηκαν από τις αντιευρωπαϊκές τους θέσεις ή, για την ακρίβεια, από τις θέσεις υπέρ της εξόδου από την ΕΕ που είχαν υιοθετήσει στις προεκλογικές τους εκστρατείες. Το κόμμα του Brexit, αντιθέτως, αποδείχθηκε το ισχυρότερο στη Μεγάλη Βρετανία, με ποσοστό μεγαλύτερο του 30%.

    Η προσέλευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανήλθε σε ποσοστό 50,93%, που είναι πολύ πιο υψηλό από το 43,09% του 2014, παρότι καταγράφεται -παραδοσιακά- πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ της Σλοβακίας -με προσέλευση 22,74%- και της Πορτογαλίας -με 31,40%-, αλλά και της Ισπανίας με 60% και των χωρών που, λόγω υποχρεωτικής ψήφου, είχαν ποσοστά προσέλευσης 80% και πλέον. Σημαντική άνοδο στα ποσοστά προσέλευσης (άνω του 10%) σημείωσαν η Δημοκρατία της Τσεχίας (28,72%), η Γερμανία (61,41%), η Ουγγαρία (43,36%), η Ρουμανία (51,07%) και η Ισπανία (64,30%). 

    Η κατανομή των εδρών στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

    πηγήhttps://election-results.eu/european-results/2019-2024/;

    GUE/NGL: Ενωτική Ευρωπαϊκή Αριστερά/ Βόρεια Πράσινη Αριστερά (ριζοσπαστική Αριστερά), S&D: Ομάδα Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (σοσιαλδημοκράτες), ALDE: Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (φιλελεύθεροι), EPP (ΕΛΚ): Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (συντηρητικοί), ECR: Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (Δεξιά), Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας (EFDD) (Δεξιά), Ταυτότητα και Δημοκρατία (ID) (Δεξιά), NI: ανεξάρτητοι

     

    Η αλλαγή των συσχετισμών

    Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα δούμε την εντατικοποίηση της μάχης για τη μορφοποίηση της μελλοντικής ΕΕ, την ενδυνάμωσή της, τη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών θεσμών και εργαλείων ή για την κατάργηση των ευρωπαϊκών θεσμών, τη μετατόπιση των αρμοδιοτήτων τους στις εθνικές κυβερνήσεις, μέχρι βαθμού παραβίασης των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και Οδηγιών, ακόμη και με κίνδυνο επιβολής κυρώσεων. Η Δεξιά θα δώσει αυτή τη μάχη κυρίως στα πεδία που θέτουν υπό αμφισβήτηση τον δημοκρατικό χαρακτήρα της ΕΕ, αποδυναμώνοντας τις θέσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι αντιθέσεις που αναδύονται ανάμεσα στις ομάδες και τα κυβερνητικά μπλοκ πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ανάλυσης, όπως και οι ρήξεις ανάμεσα στα κυβερνητικά μπλοκ, αλλά και στο εσωτερικό τους.

    Μια αποτίμηση των συσχετισμών ανάμεσα στις ομάδες για την επίτευξη, μεταξύ άλλων, της απαραίτητης πλειοψηφίας για την εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθιστά προφανές ότι οι δυο μεγάλες ομάδες, οι Συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες, με αθροιστικό ποσοστό 44%, δεν θα μπορούν πια να λειτουργούν ως άτυπη «μεγάλη συμμαχία». Αυτό σημαίνει ότι το ΕΛΚ και οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D) δεν θα διαθέτουν αρκετές ψήφους για να εκλέξουν τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (και, αργότερα, τον Πρόεδρο της ΕΚΤ). Με αυτές τις συνθήκες, η επίτευξη πλειοψηφίας χωρίς την προσφυγή στην ευρωσκεπτικιστική ομάδα ECR, ή στις δυο ομάδες της Δεξιάς (ID και EFDD), απαιτεί το άνοιγμα προς τους Πράσινους ή τους Φιλελεύθερους, μαζί με μια διεύρυνση των θεμάτων, των δομών ή των προσώπων. Εφόσον ούτε ο Μακρόν ούτε οι Πράσινοι έχουν, μέχρι στιγμής, δηλώσει τη στήριξή τους στον Μάνφρεντ Βέμπερ, αναδύεται ένα άλλο πρόβλημα: και στις δυο παραπάνω ομάδες, οι βουλευτές της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας έχουν λιγότερες έδρες. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφείς οι πολιτικές συνέπειες της νέας αυτής κατάστασης.

    Για τους Συντηρητικούς και τους Σοσιαλδημοκράτες, η νέα κατάσταση σημαίνει ότι πρέπει να βρουν συμμάχους. Μια συμμαχία μεταξύ Συντηρητικών και του δεξιού μπλοκ, παρότι θεωρητικά πιθανή, δεν εξασφαλίζει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

    Επομένως, αν οι Συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες επιθυμούν να έχουν πλειοψηφία χωρίς να συνεργαστούν με το δεξιό μπλοκ, έχουν τρεις δυνατότητες:

    α) Τη δημιουργία μιας «φιλελεύθερης μεγάλης συμμαχίας» με τους Φιλελεύθερους, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της συνέχισης των προηγούμενων πολιτικών και της ταυτόχρονης ενδυνάμωσης της ΕΕ, σε αντίθεση με τα κόμματα της Δεξιάς. Αποτρέποντας, όμως, μια ουσιαστική πολιτική αλλαγή, το σχέδιο αυτό θα περιλαμβάνει, τουλάχιστον, την εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της συνεργασίας στα πεδία της οικονομικής πολιτικής και των εξωτερικών σχέσεων,

    β) τη δημιουργία μιας «πράσινης μεγάλης συμμαχίας» με τους ενισχυμένους -εκλογικά-Πράσινους. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα δημιουργίας ενός προγράμματος, είτε σοσιαλ-πράσινου είτε φιλελευθερο-πράσινου, που θα αποτελέσει την ευρωπαϊκή «κινητήρια δύναμη» για την υλοποίηση του «πράσινου» καπιταλισμού. Το αν αυτός ο «κινητήρας» μπορεί να διαμορφωθεί, ώστε να γίνει κινητήρας για την υλοποίηση ενός κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού, θα εξαρτηθεί από τη δύναμη και τον προσανατολισμό που θα έχουν πάρει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά και από τη δύναμη μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς, ικανής να κινητοποιεί και να είναι ορατή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    γ) Υπάρχει, βεβαίως, και η δυνατότητα δράσης με μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες. Μια τέτοια λύση θα επιτρέψει στους Συντηρητικούς να επιτύχουν και τη διατήρηση του statusquo, με κάποιες πράσινες προσαρμογές, και μια μερική ενίσχυση της ΕΕ: όσον αφορά στην εξωτερική της πολιτική και στις πολιτικές για το κλίμα, την ειρήνη και την ασφάλεια. Σε τελική ανάλυση, και οι Πράσινοι τάσσονται υπέρ της υπεράσπισης των ευρωπαϊκών αξιών. 

    Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών με μια ματιά: σύγκριση των αποτελεσμάτων του 2014 και του 2019 (%)


    Results of the European elections at a glance;

    Πηγή: στατιστικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

    Για την Αριστερά

    Αν κοιτάξουμε στα αριστερά του κομματικού φάσματος και αθροίσουμε τα κόμματα της Αριστεράς, τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Σοσιαλιστές και τους Πράσινους, θα δούμε ότι όλα μαζί συγκεντρώνουν ένα ισχνό 35%. Το πιο αδύναμο κόμμα αυτής της πλευράς του πολιτικού φάσματος είναι η ριζοσπαστική Αριστερά.

    Τα εκλογικά αποτελέσματα

      

     

    GUE/
    NGL

    Πράσινοι
    EFA

    S&D

    ALDE

    EPP

    ECR

    EFDD

    ENF/
    ID

    INDPT

    2019

    (%)

    5.46

    9.99

    20.37

    14.38

    24.23

    8.26

    5.73

    9.72

    0.93

    2019

    έδρες

    41

    75

     

    153

    108

    182

    62

    43

    75

    7

    2014
    (%)

    6.92

    6.66

    25.43

    8.92

    29.43

    9.32

    6.39

    -           

    6.92

    Διαφ.

    -1.46

    +3.33

    -5.06

    +5.46

    -5.2

    -1.06

    -0.66

    -

    -5.99

    2014

    έδρες

    52

    50

    191

    69

    221

    70

    48

    0

    52

    Διαφ.

    -11

    +25

    -38

    +41

    -39

    -8*

    -5

    75

    -45

    πηγή: European Parliament


    *Σημείωση: Όταν κατανέμουμε τις έδρες των: ECR, EFDDandENF, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν ότι ορισμένοι ψηφοφόροι των παραπάνω κομμάτων έχουν μετακινηθεί μεταξύ αυτών των ομάδων. Γι’ αυτό τον λόγο, είναι καλύτερο να δουλεύουμε με το συνολικό άθροισμα των ψηφοφόρων των παραπάνω ομάδων, όπως, π.χ., ECR+EFDD 2014 = 118, ECR+EFDD+ENF/ID 2019 = 178

    Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της μέχρι τώρα συνομοσπονδιακής ομάδας της Ενωτικής Ευρωπαϊκής Αριστεράς/Βόρειας Πράσινης Αριστεράς (GUE/NGL) απέσπασαν μόνο 5,46%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 41 βουλευτές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπό την προϋπόθεση ότι η Ανυπότακτη Γαλλία θα συμμετάσχει στην ομάδα. Αν οι διαπραγματεύσεις των εθνικών αντιπροσωπειών αποτύχουν, η διάλυση της Αριστεράς που ήταν ήδη έκδηλη στην προεκλογική εκστρατεία, θα συνεχιστεί και εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώπιον μιας ανίσχυρης Αριστεράς, το εκλογικό δυναμικό της οποίας ήταν, από το 1989 και μετά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το πολύ 5%. Αυτό σημαίνει ότι, από την κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού και μετά, τα αριστερά κόμματα δεν κατάφεραν να αποβάλλουν την αμυντική τους στάση. Ταυτόχρονα, οι συνθήκες για την επικράτηση αριστερών πολιτικών χειροτέρευσαν, εξαιτίας της μετατόπισης της ΕΕ προς τα δεξιά και της αδυναμίας των σοσιαλδημοκρατικών/σοσιαλιστικών κομμάτων, παρά κάποιες, μεμονωμένες, επιτυχίες τους. Με το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου, και τα δυτικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα έχασαν την κοινωνική τους σημασία και την αξία που είχαν ως σημαίνουσες δυνάμεις στη μάχη κατά του εθνικοσοσιαλισμού, του φασισμού και του πολέμου. 


    Το ελληνικό κόμμα (ΜεΡΑ 25) της συμμαχίας DiEM25 απέσπασε 2,99% και δεν κατάφερε να εισέλθει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μη υπερβαίνοντας το όριο του 3%. Ο Γιάνης Βαρουφάκης κατέβηκε υποψήφιος στη Γερμανία και απέσπασε 130.072 ψήφους, δηλαδή 0,3%, ενώ το κόμμα του έλαβε στην Ελλάδα 140.000 ψήφους, που δεν ήταν αρκετές για να μπει στο Ευρωκοινοβούλιο. Πιθανώς, όμως, η περίπτωση Βαρουφάκη να αναδεικνύει το ουσιαστικό πρόβλημα της εφαρμογής και νομιμοποίησης των διεθνικών λιστών. Η απόπειρα του Βαρουφάκη να δημιουργήσει μια τέτοια λίστα, ανταγωνιστική προς το LINKE, δεν οδήγησε πουθενά, παρά το γεγονός ότι ο κορυφαίος υποψήφιός της ήταν διάσημος.

    Επιπλέον, ας σημειωθεί ότι για να δημιουργηθεί μια νέα ομάδα GUE/NGL, θα πρέπει να έχει ομοσπονδιακή δομή, αφού οι αριστερές θέσεις για τον ρόλο της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την κατανόηση των πολιτικών, τη στρατηγική και την οργάνωση, καθώς και άλλα επιμέρους θέματα, διαφέρουν αισθητά. Μια άλλη πτυχή είναι ότι η όποια ευρωκεντρική στρατηγική ανάπτυξης, περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την κυριαρχία των εθνοκεντρικών αριστερών πολιτικών προσεγγίσεων και τις προεκτάσεις τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι, μια κοινή ατζέντα της ομοσπονδιακής ομάδας είναι εφικτή μόνο για συγκεκριμένα ζητήματα, όπως το κοινωνικό, ή οι συμφωνίες διεθνούς εμπορίου (TTIP). Η ανάγκη για ενιαίο πολιτικό λόγο αντιβαίνει στον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της ομάδας.

    Για να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα το μέγεθος των αλλαγών, ας ρίξουμε μια ματιά στις απώλειες και τα κέρδη. Σε σύγκριση με το 2014, η απώλεια 11 εδρών για την Αριστερά, 38 εδρών για τους Σοσιαλδημοκράτες και 39 για τους Συντηρητικούς ισοδυναμεί με την απώλεια του 20% των ψηφοφόρων τους στις χώρες του πυρήνα της ΕΕ. Η κατάσταση για τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους είναι τελείως διαφορετική: η αύξηση των εδρών των Πρασίνων κατά 25 ισοδυναμεί με αύξηση των ψηφοφόρων τους κατά 50%, ενώ οι Φιλελεύθεροι κατάφεραν να υπερδιπλασιάσουν τις έδρες τους. 

    Απώλειες και κέρδη ψήφων το 2019 σε σύγκριση με το 2014

     

    πηγή: https://election-results.eu/european-results/2019-2024/

     

     

    Ποσοστά ψήφου των ομάδων: GUE/NGL, Σοσιαλδημοκρατών/Σοσιαλιστών, Πρασίνων, Φιλελευθέρων και Συντηρητικών, μεταξύ του 1979 και του 2019



    Ομάδα στο Ε.Κ.

    Ποσοστό

     1979

    Ποσοστό

     1984

    Ποσοστό

     1989

    Ποσοστό

     1994


    Ποσοστό

     1999

    Ποσοστό

     2004

    Ποσοστό

    2009

    Ποσοστό

     2014

    Ποσοστό

     2019

    GUE/
    NGL

    10.7

    9.4

    5.4 GUE
    και 
    2.7 CG

    4.9


    6.7

    5.60

    4.76

    6.92

    5.46

    Σ/Δ

    27.3

    30.0

    34.7

    34.9


    28.8

    27.30

    25.00

    25.43

    20.37

    Πράσινοι/
    EFA

    -

    4.6

    5.8 Gr.
    2.5 ARC

    4.1


    7.7

    5.80

    7.47

    6.66

    9.99

    ALDE

    9.8

    7.1

    9.5

    7.8


    8.0

    12.00

    11.41

    8.92

    14.38

    EΛΚ

    26.3

    25.3

    23.4

    27.5


    37.2

    36.70

    36.01

    29.43

    24.23

    πηγή: συλλογή στοιχείων και υπολογισμοί: Wikipedia

     

    Τι άλλαξε σε σχέση με το 2014;

    Στις συνέχειες, προσμετράται μια σταθερή τάση μείωσης των ψήφων των πρώην μεγάλων κομμάτων: οι Σοσιαλδημοκράτες/Σοσιαλιστές και οι Συντηρητικοί χάνουν συστηματικά σημαντικά ποσοστά ψήφων και πολιτικής συναίνεσης. Ενώ στις Ευρωεκλογές του 1994 απέσπασαν περίπου 35% των ψήφων, το ποσοστό τους σήμερα έπεσε στο 20%. Οι Συντηρητικοί απέσπασαν, φέτος, το ίδιο ποσοστό με το 1989.

    Για πρώτη φορά από την αρχή των Ευρωεκλογών, το 1979, τα δυο μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν, αθροιστικά, ποσοστό μικρότερο του 50%. Που σημαίνει ότι, για να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες πλειοψηφίες, πρέπει να πλησιάσουν άλλες κομματικές οικογένειες. Αν θελήσουν να το κάνουν χωρίς να προσφύγουν στα κόμματα και τις ομάδες της Δεξιάς, θα πρέπει να κερδίσουν τη στήριξη των Πρασίνων ή των Φιλελευθέρων. Επομένως, οι δυο φιλοευρωπαϊκές κομματικές οικογένειες θα μπορούσαν να συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό των θεσμών της ΕΕ και σε μια μετριοπαθή αλλαγή της πολιτικής της, που θα είχαν ως αποτέλεσμα: τον πράσινο εκσυγχρονισμό, τη φιλελεύθερη σταθεροποίηση της ΕΕ και την ενίσχυση του ευρωπαϊκού Δικαίου, καθώς και την ενίσχυση της επιρροής των θεσμών της ΕΕ στις εθνικές πολιτικές των κρατών μελών και τη δημιουργία νέων εργαλείων. Είναι αναγκασμένες να το κάνουν σε ένα κλίμα διαρκούς σύγκρουσης με τη Δεξιά, άρα, θα πρέπει να προετοιμαστούν για έντονες πολιτικές κρίσεις, ακόμη και για αποκλεισμούς.

    Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών του 2014 δείχνουν πολιτική πόλωση: στον πυρήνα της ΕΕ και στη Βόρεια Ευρώπη, η δυσφορία για τις κυρίαρχες πολιτικές έσπρωξε τον κόσμο στην αγκαλιά της Δεξιάς, ευνοώντας τα δεξιά λαϊκιστικά και τα δεξιά συντηρητικά κόμματα. Στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, κυρίως στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, η δυσαρέσκεια των πολιτών ενίσχυσε τα κόμματα της Αριστεράς. Ακόμη και στην Ιταλία, η δυσφορία των πολιτών κατάφερε να ξαναστείλει την Αριστερά στο Ευρωκοινοβούλιο, με τη λίστα Μια Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Η πόλωση αυτή δεν εντοπίζεται το 2019. Όχι μόνο στη Βόρεια Ευρώπη, αλλά και στη Νότια και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η δυσαρέσκεια των πολιτών οδήγησε στη δημιουργία νέων δεξιών κομμάτων, που δεν υπήρχαν το 2014, και στην αύξηση των δεξιών ψήφων στις Ευρωεκλογές του 2019. Η Λέγκα δεν είναι πλέον η Λέγκα του Βορρά. Αποτελεί τη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη όλης της Ιταλίας, όπου οι Ευρωεκλογές ανέτρεψαν τον προηγούμενο συσχετισμό δυνάμεων. Ταυτόχρονα, η Αριστερά παραμένει στάσιμη, σε αντίθεση με τη Δεξιά, που κερδίζει σταθερά ψήφους αυξάνοντας τη δύναμή της.


    Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών του 2019 δείχνουν μια νέα πόλωση ανάμεσα στις κομματικές οικογένειες, με διακύβευμα, όχι πια τη λιτότητα και τις κοινωνικές πολιτικές, αλλά το δίπολο: ενδυνάμωση/διάλυση της ΕΕ, ακόμη και σε απλή ζώνη ελεύθερου εμπορίου, μιας ΕΕ που διαχειρίζεται ζητήματα του μέλλοντος και αναλαμβάνει περιβαλλοντικά και ψηφιακά ζητήματα ή μιας ΕΕ που προσκολλάται στις παραδόσεις και ευνοεί τη δυνατότητα παρεμβάσεων από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια;

    Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς έμειναν πολύ πίσω από τις προσδοκίες. Στην Ισπανία και τη Γαλλία επιβεβαιώθηκε η τάση ανατροπής των, ενίοτε, υψηλών εκλογικών ποσοστών της Αριστεράς. Σε αντίθεση με το 2014, τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για τον κορυφαίο εκπρόσωπό τους και ξεκίνησαν την προεκλογική εκστρατεία διχασμένα. Και τα τρία αριστερά ευρωπαϊκά προγράμματα που ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο -το MaintenantlePeuple (MLP), το DiEM25 και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (EL)-, υπέστησαν ήττα. Επειδή όλα τα αριστερά προγράμματα -τα οποία ήταν πολύ διαφορετικά ως προς την καταγωγή τους, την πολιτική τους θέση και τα οργανωτικά ζητήματα, τη στρατηγική και την οπτική της προεκλογικής εκστρατείας- έχασαν, είναι δύσκολο να δοθούν απλές απαντήσεις. Είναι όμως σίγουρο ότι κανένα από αυτά δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στη νέα πολιτική κατάσταση και στις νέες διαστάσεις της σύγκρουσης, αντιμετωπίζοντάς τις με ενιαία στρατηγική και, πάνω από όλα, με ευρωπαϊκή προοπτική.


    Μεταξύ του 2014 και του 2019 η αλλαγή των γραμμών σύγκρουσης στην Ευρώπη έγινε σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο το οποίο, επίσης, χαρακτηρίζεται από βαθιά αλλαγή. Εν όψει αυτών των εξελίξεων και του χάους που επέφερε το Brexit, η λαϊκή συναίνεση στην ΕΕ ήταν εξαιρετικά υψηλή.


    Τα στοιχεία του Ευρωβαρομέτρου του Νοεμβρίου του 2018 αποκαλύπτουν τα εξής: οι χρονιές 2011/2012 και μέχρι το 2014 -την περίοδο των μεγαλύτερων κινητοποιήσεων των κοινωνικών κινημάτων κατά των πολιτικών λιτότητας της ΕΕ, ειδικά στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα- ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης αμφισβήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή η συγκρουσιακή κατάσταση συνέβαλε στην επιτυχία της Αριστεράς το 2014. Μετά το 2015, κύριο μέλημα της ΕΕ έγινε η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και της μετανάστευσης. Πολύ λιγότερο την απασχολούσαν, σε σχέση με το 2014, τα προβλήματα της ανεργίας, της οικονομικής κατάστασης στην ΕΕ και των οικονομικών των κρατών. Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, έκανε κι αυτό την εμφάνισή του, χωρίς όμως να πολώνει τη σύγκρουση.

    Οι απαντήσεις στο ερώτημα που τέθηκε στις χώρες της ΕΕ, για το τι έπρεπε να αντιμετωπιστεί πρωτίστως σε εθνικό επίπεδο, σχηματίζουν μια ανάλογη εικόνα: το 2014 τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης, της ανεργίας και των δημόσιων οικονομικών κυριαρχούσαν σε εθνικό επίπεδο. Στο τέλος του 2018, οι απόψεις διαφοροποιούνταν ως προς τα προβλήματα, αναδεικνύοντας την ανεργία, την άνοδο των τιμών και τον πληθωρισμό, τη μετανάστευση, την οικονομική κατάσταση και τις συντάξεις. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ιδιαίτερη πόλωση, με εξαίρεση το ζήτημα της μετανάστευσης. Το Ευρωβαρόμετρο δε συμπεριλάμβανε ακόμη την κλιματική κρίση στα θέματα προς επίλυση σε εθνικό επίπεδο, παρότι αποτελούσε ήδη από καιρό μέρος του δημόσιου διαλόγου σε κάποιες χώρες. Η προστασία του κλίματος αποκτά, αντιθέτως, όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα, ως ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.


    Το τέλος του 2014 η μετανάστευση, η οικονομία, τα χρηματοοικονομικά, η ανεργία, το κλίμα και το περιβάλλον είχαν σχεδόν την ίδια βαρύτητα ως τα πιο σοβαρά θέματα προς επίλυση σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η κατάσταση ήταν ακόμη ανοιχτή! Ταυτόχρονα, είχε ήδη εκδηλωθεί μια τάση που υποδήλωνε ότι το κλίμα μπορούσε να προκαλέσει πόλωση. Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από την επιρροή της Αριστεράς και από το αν ο κόσμος τη θεωρήσει δύναμη που μάχεται για την κοινωνία και την οικολογία.

     

    Ποια είναι τα πιο σοβαρά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει η ΕΕ

    πηγή: Standard-Eurobarometer 90, Φθινόπωρο 2018, σ. 13;

    40%: μετανάστευση, 20%: τρομοκρατία, 19%: χρηματοοικονομικά, 18%: οικονομία, 16%: κλιματική αλλαγή, 13%: ανεργία

     

    Ποια είναι τα πιο σοβαρά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουν τα εθνικά κράτη

    πηγή: Standard-Eurobarometer 90, Φθινόπωρο 2018, σ. 17

    23%: ανεργία, άνοδος των τιμών και πληθωρισμός, 21%: μετανάστευση, 15%: οικονομική κατάσταση, 15%: συντάξεις

     

    Ποια είναι η σημασία αυτών των εκλογών και ποια η σημασία τους για την Αριστερά; Συμπεράσματα

    1.Η στροφή προς τη Δεξιά που περιγράψαμε πιο πάνω συμβαίνει στο πλαίσιο της εξασθένισης των μεγάλων κομμάτων του παρελθόντος. Αυτή η στροφή της πολιτικής προς τα δεξιά, είναι πλέον έκδηλη στο ευρωπαϊκό επίπεδο στο ζήτημα της μετανάστευσης και της πολιτικής για τους πρόσφυγες, κυρίως όσον αφορά στην ασφάλεια των συνόρων. Ένα παράδειγμα είναι η ακύρωση του προγράμματος Σοφία, που αφορά στη διάσωση μέσα στη θάλασσα, και που είχαν πρόσφατα υιοθετήσει οι Συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες. Ο διακηρυγμένος στόχος της αλλαγής της ΕΕ και των εργαλείων της γίνεται αντικείμενο των πιο σφοδρών συγκρούσεων. Το ερώτημα ποιοι θεσμοί θα έχουν αρμοδιότητες και ποιες ακριβώς, θα αποβεί μελλοντικά ένα από τα πιο καίρια. Αυτό σημαίνει ότι το διακύβευμα δεν θα είναι μόνο ο σχεδιασμός των πολιτικών, αλλά και οι Συνθήκες και οι θεσμοί. Θα αποτελούν όλο και πιο συχνά αντικείμενα αντιπαράθεσης.

       


    2. Οι Πράσινοι κέρδισαν στις εκλογές, γιατί δείχνουν πιο αξιόπιστοι και ικανοί στη διαχείριση μελλοντικών ζητημάτων όπως το κλίμα ή η ψηφιακή τεχνολογία -αναφέρουμε συγκεκριμένα, την κριτική κατά του νόμου για τα πνευματικά δικαιώματα που δίνει τη δυνατότητα εγκατάστασης φίλτρων στις διαδικτυακές αναρτήσεις, ζήτημα το οποίο συζητήθηκε και έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και με την προστασία του περιβάλλοντος όπως, για παράδειγμα, ο χειρισμός του ζητήματος της γλυφοσάτης. Σε όλα αυτά τα θέματα οι Πράσινοι ήταν και προσιτοί, και σε θέση να κάνουν διάλογο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως από τα κόμματα της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Εκπροσωπώντας τη δύναμη που ενδιαφέρεται για την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, μπόρεσαν να προβάλλουν νέα θέματα. Ασφαλώς, είχε και η Αριστερά την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος στην ατζέντα της, που εμπεριέχεται, μεταξύ άλλων, στο Μανιφέστο για το Κλίμα της GUE/NGL, το οποίο δημοσιεύτηκε λίγο πριν από τις εκλογές. Αλλά το χρονικό διάστημα ήταν πολύ μικρό ώστε η Αριστερά να θεωρηθεί αξιόπιστος συνήγορος του περιβάλλοντος. Το περιβαλλοντικό ζήτημα υπήρχε στο προεκλογικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, αλλά χωρίς καμιά περαιτέρω επεξεργασία. Οι ιδέες τoυ προεκλογικού προγράμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας δεν εντάχθηκαν εγκαίρως σε έναν αριστερό ευρωπαϊκό διάλογο για το περιβάλλον και το κλίμα.


    3. Η ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να παλεύει για μια κοινωνική και οικολογική ατζέντα και για τον μετασχηματισμό. Δεν πρέπει, όμως, να υιοθετεί έννοιες που προέρχονται από άλλες δυνάμεις. Πρέπει να σχεδιάζουμε την ατζέντα μας ανεξάρτητα από τους άλλους, σε συνεργασία με τα κοινωνικά κινήματα, με τις πρωτοβουλίες και άλλους φορείς από την κοινωνία των πολιτών και να εμπλουτίζουμε όση δουλειά έχουμε κάνει στο παρελθόν, στο πλαίσιο του διαλόγου εντός της Αριστεράς. Αυτό απαιτεί νέους και ανοιχτούς ορίζοντες, ώστε να επιτύχουμε τις ευρύτερες δυνατές αριστερές συζητήσεις και συμμαχίες. Το κοινωνικό ζήτημα θα αποτελέσει μια ιδιαίτερα σημαίνουσα πτυχή σε αυτές τις συμμαχίες. Δεν ήταν, ωστόσο, αρκετά τονισμένο στην προεκλογική εκστρατεία, παρόλο που η ανάδειξή του στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα έγκειται στην Αριστερά.

    Με δεδομένα τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, η Αριστερά δεν πρέπει μόνο να αποδεχθεί την ξεκάθαρη ήττα της, αλλά και να αναζητήσει τους λόγους της. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Δεν πρόκειται για την ήττα μιας συγκεκριμένης στρατηγικής ή ενός μόνο κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά για μια συνολική ήττα. Οι μόνες εξαιρέσεις που αξίζουν διερεύνησης είναι το πορτογαλικό Μπλόκο και το Εργατικό Κόμμα (PTB) της Βαλλονίας. Τα κόμματα που έχασαν είναι: το Podemos, Η Ανυπότακτη Γαλλία, το DIELINKE, ο ΣΥΡΙΖΑ και το KSČM. Όλα αυτά τα κόμματα ηττήθηκαν σε τελείως διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, διαφορετικά πλαίσια εθνικών συγκρούσεων και διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες. Όμως, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν υπάρχουν κοινά δομικά και στρατηγικά αίτια. Αν, δηλαδή, χρειαζόμαστε νέες στρατηγικές συνεργασίες με στόχο τη δημιουργία μιας κοινής στρατηγικής και μιας κοινής ατζέντας για την Ευρώπη. Στις πρόσφατες Ευρωεκλογές, η πλειονότητα των κομμάτων της Αριστεράς έκαναν την προεκλογική τους εκστρατεία σε ένα πλαίσιο σχετικής ισχύος, σε εθνικό επίπεδο, και αδυναμίας σε ευρωπαϊκό. Μόνο πολύ λίγα κόμματα κέρδισαν κάτι από αυτό. Να πώς η ευρωπαϊκή Αριστερά χάνει την πρακτική της αξία.



    4. Ως Αριστερά, πρέπει να ξανασκεφτούμε τις πολιτικές μας μεθόδους, τις μορφές της πολιτικής μας, και να θέσουμε το ερώτημα: γιατί δεν καταφέρνουμε να διαχειριζόμαστε τις μεταβαλλόμενες συγκρουσιακές καταστάσεις στους δυναμικούς καιρούς των μεταβαλλόμενων κινητοποιήσεων; Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα λειτουργεί ένα κόμμα του 5% στο Ευρωκοινοβούλιο και τι πρέπει να επιτύχει απέναντι στις υπάρχουσες δυσκολίες. Τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

     

     ---------------

    [1] Όλα τα ποσοστά που περιλαμβάνονται στο άρθρο, δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα https://election-results.eu/, στις 27 Ιουνίου 2019. 


Related articles