• Ένα Σχέδιο B κατά της ΕΕ: να επανιδρύσουμε την Ευρώπη πριν να καταρρεύσει

  • Sophie Rauszer , Olivier Tonneau | 14 Nov 17 | Posted under: European Alternatives , Ευρωπαϊκή Ένωση
  • Όπως έγινε εμφανές από την τελευταία οικονομική κρίση και τον τρόπο διαχείρισης των επιπτώσεών της στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δρα σα δεκανίκι της αγοράς, τη λογική της οποίας θέλει να προστατεύσει, εις βάρος της δημοκρατίας. Σήμερα που επίκειται νέα τραπεζική κρίση, το μέγεθος της οποίας θα είναι πρωτοφανές, πρέπει να δράσουμε άμεσα.

    Σύμφωνα με τον Ερβέ Ανούν και τον Πέτερ Ντίτους, πρώην Αναπληρωτή Διευθυντή και Γενικό Γραμματέα, αντίστοιχα, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, βρισκόμαστε στην παραμονή της χειρότερης τραπεζικής κρίσης στην ιστορία. Το γαλλογερμανικό δίδυμο που είναι υπεράνω πάσης υποψίας για σχέσεις με την αριστερά, κατέληξε, κατόπιν αυτής της διαπίστωσης, σε ένα συμπέρασμα το οποίο και αποτέλεσε τον τίτλο του κοινού τους βιβλίου: “Ζητείται Επανάσταση”.

    Όταν ιδρύθηκε το Κόμμα της Γαλλικής Αριστεράς, πάνω από οχτώ χρόνια πριν, ένα άλλο γαλλογερμανικό δίδυμο, οι Ζαν-Λυκ Μελανσόν και Όσκαρ Λαφοντέν είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν εισακούστηκαν τότε, η κρίση του 2008 επήλθε και ακολούθως, η Ελλάδα μπήκε με εξωφρενικό τρόπο σε καθεστώς επιτροπείας. Η πρώτη Σύνοδος για ένα Σχέδιο Β στην Ευρώπη έγινε στο Παρίσι με πρωτοβουλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, της Ζωής Κωνσταντοπούλου από την Ελλάδα, του Στέφανο Φασίνα, πρώην Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της Ιταλίας,  του Όσκαρ Λαφοντέν, ιδρυτή του DieLinke, κοινωνιολόγων, νομικών και εκπροσώπων διαφόρων εθνικών και ευρωπαϊκών κινημάτων. Αφού τονίστηκε  ότι η Ελλάδα παραδόθηκε “μετά από το κλείσιμο των τραπεζών της από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και υπό την απειλή ότι δεν θα τις άφηναν να ξανανοίξουν αν η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδεχόταν τη νέα εκδοχή ενός ήδη αποτυχημένου προγράμματος”, όλοι όσοι συμμετείχαν στη Σύνοδο κατέληξαν στην απόφαση να μην επιτρέψουν σε κανένα να εκβιάσει ξανά τους λαούς της Ευρώπης. Την πρωτοβουλία αυτή υπέγραψαν καμιά εικοσαριά χώρες που εκπροσωπήθηκαν στις επόμενες Συνόδους για ένα Σχέδιο Β στην Ευρώπη, στη Μαδρίτη, την Κοπεγχάγη και τη Ρώμη, και αποτέλεσε την πρώτη πράξη για την επανίδρυση της Ευρώπης.

    Η απόφαση της πρώτης Συνόδου έγινε ευρέως αποδεκτή: “Πρέπει να απαλλαγούμε από την ανοησία και την απανθρωπιά των Συνθηκών που εφαρμόζονται στην Ευρώπη και να τις αλλάξουμε, ώστε να γλιτώσουμε από το ζουρλομανδύα του νεοφιλελευθερισμού, να ακυρώσουμε το Σύμφωνο Σταθερότητας και να απορρίψουμε τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ (ΤΤΙΡ)”. Οι ευρωπαϊκές Συνθήκες υποβαθμίζουν τη δυνατότητα των κρατών να παρεμβαίνουν στην οικονομία και τα υποχρεώνουν να μεταβιβάζουν τα καθήκοντά τους στον ιδιωτικό τομέα, επιφέροντας την εμπορευματοποίηση ενός κόσμου που δεν έχει διαφυλάξει κανέναν τομέα της δημόσιας ζωής: ούτε την υγεία, ούτε την εκπαίδευση, τις μετακινήσεις, την τροφή, ή τη στέγαση, ούτε καν την ίδια τη γη. Μετά από εννέα χρόνια πολιτικών λιτότητας, ακόμη και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που βοήθησαν στην επιβολή τους αρχίζουν σιγά-σιγά να παραδέχονται ότι οι ευρωπαϊκές Συνθήκες πρέπει να καταργηθούν. Ναι, αλλά πώς; Εδώ είναι που παρεμβαίνει το Σχέδιο Α.

    Κάποιοι επισημαίνουν ότι οι Συνθήκες δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Μπορούν να τροποποιηθούν μόνο με ομόφωνη απόφαση και των 28 (προσεχώς 27) κρατών μελών, πράγμα μάλλον απίθανο. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη λύση από το να γίνει προσφυγή, όπως στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, στο περίφημο Άρθρο 50 το οποίο ενεργοποιεί την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί το κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά είναι σε απόλυτη απομόνωση, ανίκανο να διαπραγματευθεί το παραμικρό, εφόσον η ΕΕ δεν υποχωρεί σε τίποτα. Στην πραγματικότητα, η ισχύς των συνθηκών είναι, ως επί το πλείστον, μια αυταπάτη. Αρκεί να θυμηθούμε ότι αφού βύθισαν την ευρωπαϊκή ήπειρο όσο γινόταν πιο πολύ σε μια παράλογη και αντιπαραγωγική λιτότητα, η ΕΚΤ ανταποκρίθηκε στην αποστολή της να εξασφαλίζει ρευστότητα στα κράτη. Κανείς δεν αντέδρασε, πέρα από μερικούς ταγμένους ορντοφιλελεύθερους από τη Γερμανία. Μάλιστα, ο Μάριο Ντράγκι τιμήθηκε ως μέγας σωτήρας γιατί έκανε ακριβώς αυτό που εξαρχής του ζητούσαν οι αριστεροί οικονομολόγοι, μόνο που το έκανε λάθος, αφού η νομισματική τόνωση στην οποία προέβη ωφέλησε τις ιδιωτικές τράπεζες οι οποίες δεν έχασαν την ευκαιρία να κερδοσκοπήσουν με δημόσιο χρήμα. Ούτε ένα κράτος δεν τιμωρήθηκε γιατί δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στους ανεφάρμοστους δημοσιονομικούς όρους. Η Γερμανία, το εμπορικό πλεόνασμα της οποίας παραβιάζει τους κανονισμούς της ΕΕ για υπέρμετρες ανισορροπίες, λαμβάνει συγχαρητήρια γι' αυτό. Γιατί οι συνθήκες, όπως και οι υποσχέσεις, δεσμεύουν μόνο όσους πιστεύουν σε αυτές.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ασφυκτιά από τις συνθήκες της, αλλά από τους θεσμούς της οι οποίοι αποφασίζουν και τις επιβάλλουν όποτε θέλουν. Κατόπιν τούτου, είναι γενικώς αποδεκτό ότι ο εχθρός είναι οι “Βρυξέλες”, μια δύναμη που κυριαρχεί επί των κρατών μελών. Αυτή βέβαια, είναι άλλη μια παρανόηση. Την πραγματική εξουσία δεν την έχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που κάθε άλλο παρά εκτελεστικό σώμα είναι. Την εξουσία την έχουν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή, οι αρχηγοί των κρατών και οι υπουργοί τους. Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν έχει νομοθετική λειτουργία. Παρόλα αυτά, είναι ένα “γνήσιο κέντρο λήψης πολιτικών αποφάσεων” και “παρέχει την απαραίτητη στήριξη για την ανάπτυξη της Ένωσης”, διαμορφώνοντας τις γενικές πολιτικές γραμμές και προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι αυτό που καθορίζει το πνεύμα των νόμων οι οποίοι στη συνέχεια προτείνονται από την Επιτροπή και υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Υπουργών. Όσο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λειτουργεί απλώς ως γραφείο πρωτοκόλλησης των αποφάσεων.

    Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν είναι ένα υπερεθνικό σώμα, αλλά ένα μέρος όπου τα κράτη συγκρούονται μεταξύ τους και όπου η επιθυμία του ενός ή περισσοτέρων επιβάλλεται στα υπόλοιπα. Επομένως, οι “Βρυξέλες” και η “Ευρώπη” είναι αφηρημένες οντότητες που απλώς καλύπτουν έναν ανταγωνισμό παλαιάς κοπής μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων. Ανάμεσα σε αυτές, η συντηρητική κυβέρνηση της Γερμανίας είναι εκείνη που κατάφερε να επιβάλλει καλύτερα τις επιδιώξεις της στους εταίρους της. Επομένως, είναι αρκετά ελκυστικό να θεωρεί κανείς ότι ο αγώνας για το μετασχηματισμό της Ευρώπης είναι καταρχάς και κατά κύριο λόγο μια μάχη κατά της Γερμανίας. Αυτό όμως, είναι μόνο εν μέρει αλήθεια.  

    Καταρχάς, γιατί στη Γερμανία υπάρχει αντιπολίτευση. Επιπλέον, οι Γερμανοί Συντηρητικοί μπόρεσαν να κάνουν ότι έκαναν χάρη στη συνενοχή και άλλων συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων από όλη την Ευρώπη. Που ανέδειξαν τη Γερμανία σε πρότυπο, ενώ κρύβονταν ελεεινά πίσω από τη λεγόμενη δύναμή της προκειμένου να δικαιολογήσουν τις αρνήσεις τους. Οι Γερμανοί Συντηρητικοί δεν είχαν ποτέ έναν αντίπαλο αποφασισμένο ή καλά προετοιμασμένο, ένας μόνο αρκεί. Ένας αρκεί, ακριβώς γιατί το σύστημα βρίσκεται και πάλι στο χείλος του γκρεμού. Αν σπάσει ένας μόνο κρίκος από την αλυσίδα των συστημικών θεσμών θα καταρρεύσει όλη η αλυσίδα. Αυτό ενδέχεται να συμβεί, εκτός αν τα μέτρα που περιλαμβάνει το Σχέδιο Α εμποδίσουν την καταστροφή. Η απειλή μιας καταστροφής μπορεί να κάνει τις στρουθοκαμήλους να βγάλουν το κεφάλι τους από το έδαφος. 

    Ως εκ τούτου, ένα από τα διακυβεύματα του μέλλοντος, είναι η ανάδειξη μιας αριστερής κυβέρνησης που θα επιδιώξει τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα πρέπει να μπορεί να στηρίζεται σε μια ευρεία λαϊκή κινητοποίηση, να γνωρίζει τα διακυβεύματα και να είναι ετοιμοπόλεμη. Αλλά, η μεταρρύθμιση της Ευρώπης μπορεί να αποτύχει, αν αφήσουμε τις ευρωπαϊκές συνθήκες ως έχουν. Ωστόσο, ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση καταρρεύσει υπό το βάρος των αντιφάσεών της, δεν πρόκειται να έρθει το τέλος της ιστορίας.

    Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια συντονισμένη ανυπακοή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν, για παράδειγμα, ένα κράτος επιθυμεί να επιβάλλει έναν οικολογικό και κοινωνικό φόρο στα σύνορα της ΕΕ, αλλά αντιμετωπίσει ένα τείχος απόρριψης από τα άλλα κράτη, μπορεί να τον επιβάλλει στα εθνικά του σύνορα, προκαλώντας έτσι μια αλυσιδωτή αντίδραση και από άλλα ενδιαφερόμενα κράτη. “Το θέμα είναι”, εξηγεί ο Έρικ Κόκρελ, “τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα των εθνικών οικονομιών να μην ορίζονται κατά περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική ισχύ και το δημογραφικό βάρος της εκάστοτε χώρας, αλλά να εργαστούμε όλοι μαζί επί ενός συγκεκριμένου Σχεδίου Β που θα σχεδιαστεί με βάση τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας” δηλαδή, την πολιτική, οικονομική και κοινωνική της πραγματικότητα. Μόνο έτσι θα ξεπεραστεί το σύνθημα για μια “άλλη Ευρώπη”, εφόσον η υλοποίησή του εμποδίστηκε συστηματικά από τον κανόνα της ομοφωνίας, που διαφυλάσσει ντε φάκτο τα ιερά και τα όσια του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Για παράδειγμα, στα νομισματικά ζητήματα, υπάρχουν πολλές δυνατές πολιτικές που ποικίλουν ως προς το περιεχόμενό τους, από μια έξοδο από την Ευρωζώνη σε ένα κοινό νόμισμα ή σε ένα αναθεωρημένο νομισματικό σύστημα. Όλοι όμως συμφωνούν με το σύνθημα του πορτογαλικού Μπλόκο: όχι άλλες θυσίες για το ευρώ!

    Για την επιτυχία του Σχεδίου Β, είναι απαραίτητη η αποτελεσματική κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα. Γιατί το Σχέδιο Β δεν στοχεύει μόνο στην ενίσχυση των κρατών που επιθυμούν την επανίδρυση της Ευρώπης, αλλά και στην επαναφορά του διεθνιστικού ιδανικού της αλληλεγγύης που η ΕΕ έχει υποβαθμίσει, στρέφοντας τους λαούς τον ένα εναντίον του άλλου. Η αναβίωση του διεθνισμού συνιστά απόλυτη προτεραιότητα. Οι υπέρμαχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως την ξέρουμε, έχουν χρησιμοποιήσει πάρα πολλά  μέσα προκειμένου να κυριαρχήσει η τελεολογική πρόσληψη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ως μιας ένωσης που θα επιτύγχανε το “ιδανικό”: η Ευρώπη θα αποτελούσε το λίκνο της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και θα είχε ουσιαστική συνοχή και ενότητα που για να γίνουν πολιτικά εφικτές θα έπρεπε να περάσουν αιώνες. Και αυτά θα κρατούσαν για πάντα. Από τη στιγμή που αυτός ο μύθος έγινε πιστευτός, το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέκτησε ιερό χαρακτήρα και πρέπει να προστατευθεί πάση θυσία. Η μεταφυσική του αξία αιτιολογεί κάθε φυσική καταστροφή, ακόμη και τη βαρβαρότητα, και δεν τίθεται σε αμφισβήτηση.

    Πρέπει, ωστόσο, να ειπωθεί ότι ο ευρωπαϊκός μύθος συνοδεύτηκε και από κάποια θραύσματα αλήθειας. Δεν υπάρχει ακριβής ορισμός του τι είναι η “Ευρώπη”. Είναι γνωστή η δήλωση του Σαρλ Ντεγκόλ για την Ευρώπη που εκτείνεται από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια, τα οποία συνιστούν το φυσικό της σύνορο με την Ασία. Όμως, τα Ουράλια δε συνιστούν σύνορο: γιατί και στις δυο πλευρές τους ζουν και Ασιάτες και Καυκάσιοι. Ούτε καθορίζουν διακριτές πολιτικές οντότητες επειδή κόβουν τη Ρωσία στα δύο. Τα Ανατολικά σύνορα της Ευρώπης δεν είναι περισσότερο σαφή: η Ελλάδα ήταν οθωμανική επί έξι αιώνες. Στα Νότια, η Ευρώπη οριοθετείται από το Στενό του Γιβραλτάρ, αλλά αυτό το φυσικό όριο δεν εμπόδισε τους Άραβες να εγκατασταθούν στην Ισπανία ή τα ευρωπαϊκά κράτη να αποικίσουν την Αφρική. Ωστόσο, η συνθετότητα της ιστορίας της Ευρωπαϊκής ηπείρου δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη από τον ευρωπαϊκό μύθο, ο οποίος συνοψίζεται χονδρικά στην ελληνική αρχαιότητα, τη Μόνα Λίζα και τον Γκέτε. Ατελείωτες είναι, αντίστοιχα, οι συζητήσεις που γίνονται για τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

    Αυτό το περιορισμένο πολιτισμικό φάσμα που συνοψίζεται σε δυο-τρία σύμβολα, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί μια όψη της παλιάς γνωστής συνταγής της αποικιοκρατίας: η κατάργηση της κυριαρχίας των χωρών της Νότιας Ευρώπης ήρθε χέρι με χέρι με το στιγματισμό των λαών τους, όπως συνέβη με τους Έλληνες που τη μια μέρα τους εξύψωναν ως τον λαό που εφηύρε τη δημοκρατία και την άλλη τους απέδιδαν χυδαία στερεοτυπικά χαρακτηριστικά τα οποία συνήθως αποδίδονταν σε λαούς στην απέναντι όχθη της Μεσογείου.

    Επομένως, η απόρριψη του ευρωπαϊκού μύθου σημαίνει το άνοιγμα του ορίζοντα των δυνατοτήτων. Αν το σημερινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα κατέληξε να μην μπορεί να μεταρρυθμιστεί, όλες οι επιλογές παραμένουν ανοιχτές για την οικοδόμηση αληθινών σχέσεων συνεργασίας και ισότιμης ανταλλαγής που ο κόσμος μας έχει τόση ανάγκη, αν δεν θέλουμε να γκρεμιστεί στην άβυσσο.

     

    Μετάφραση: Καλλιόπη Αλεξοπούλου


Related articles