• Στρατηγικοί προβληματισμοί σε καιρούς ανασφάλειας – Ας ξεκινήσουμε τον δημόσιο διάλογο

  • Βάλτερ Μπάγερ | 12 May 20
  • Το διοικητικό συμβούλιο του transform! europe θέτει προς συζήτηση το ακόλουθο κείμενο στρατηγικής

     

    Η πρόβλεψη είναι πολύ δύσκολο πράγμα, ειδικά όταν αφορά το μέλλον.

     

    Ι.

    Όταν, τον περασμένο Ιανουάριο, ο ιός Covid-19 έφτασε στην Ευρώπη, τόσο οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν ήδη ενημερωμένες για την ύπαρξή του,  αλλά είχαν αμελήσει να λάβουν προληπτικά μέτρα κατά της διασποράς του. Η Ιταλία και η Ισπανία, τα συστήματα υγείας των οποίων ήταν αποδυναμωμένα από πολιτικές λιτότητας δεκαετιών, ήταν οι χώρες που υπέστησαν τις πιο τραγικές συνέπειες, και αφέθηκαν να τα βγάλουν πέρα μόνες τους. Αντί για άμεση βοήθεια, οι υπουργοί οικονομικών των χωρών της ΕΕ επέτρεψαν την προσωρινή αναστολή εφαρμογής του δημοσιονομικού συμφώνου, προσφέροντας έτσι, μια προσωρινή λύση σε ένα πρόβλημα που θα ήταν λιγότερο σοβαρό εάν δεν υπήρχε το δημοσιονομικό σύμφωνο.

    Η συμφωνία του Σένγκεν δεν ισχύει πλέον -όχι μετά από κάποια συλλογική απόφαση για το προσωρινό κλείσιμο των συνόρων, αλλά εξαιτίας των ασυντόνιστων μεμονωμένων αποφάσεων που έλαβαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

    Στις αρχές Μαρτίου, η Γερμανία έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει την εξαγωγή προστατευτικού ιατρικού εξοπλισμού, γεγονός που όχι μόνο γελοιοποίησε την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, αλλά παραβίασε τους κατά τα άλλα ιερούς κανόνες της ευρωπαϊκής αγοράς. Quod licet Iovi… (ΣτΜ: σε ελεύθερη μετάφραση:τα δικαιώματα ισχύουν μόνο για τους ισχυρούς).

    Η κρίση του κορωνοϊού αποκάλυψε την ακραία αντίφαση που χαρακτηρίζει τις συνθήκες της ΕΕ, οι οποίες παραχωρούν στα κράτη μέλη το δικαίωμα επιλογής για την κοινωνική πολιτική και την πολιτική για τη δημόσια υγεία που θα ακολουθήσουν, περιορίζουν όμως τις οικονομικές τους δυνατότητες μέσω της νομοθεσίας της ΕΕ -κυρίως με το Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας. Είναι αμφίβολο αν η ζημιά που έχει προκληθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο στο κύρος της ΕΕ, ιδίως στα κράτη που πλήττονται περισσότερο από την επιδημία, είναι πλέον αναστρέψιμη.

    Η υπαρξιακή κρίση που βιώνει σήμερα η ΕΕ αποκαλύπτει με αμείλικτο τρόπο τα δομικά της ελαττώματα: την εσφαλμένη προτεραιοποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών-κύριο μέλημα των οποίων δεν είναι η ευημερία των πληθυσμών, αλλά η ανεμπόδιστη λειτουργία των αγορών- και τη λανθασμένη κατανομή αρμοδιοτήτων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, η οποία υποκαθιστά την αρχή της δημοκρατικής έκφρασης της λαϊκής βούλησης, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω του κοινοβουλίου με την αδιαφανή συνεργασία μεταξύ των εθνικών κυβερνήσεων και της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας.

    Βρισκόμαστε στην αρχή μιας οικονομικής κρίσης, για την έκταση και τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος. Επιφανείς οικονομολόγοι, ωστόσο, προειδοποιούν ότι μπορεί να είναι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση που έχει δει ο καπιταλισμός σε περίοδο ειρήνης. Είναι λογικό να πιστεύουμε ότι η ΕΕ, με τον τρόπο που ασκεί την οικονομική της διακυβέρνηση και με κυρίαρχο το νεοφιλελεύθερο δόγμα της προσφοράς, δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τους Ευρωπαίους από τις συνέπειες της κρίσης.

    Κι ενώ θα έπρεπε να εφαρμόζουμε την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, απειλούμαστε από μια νέα «Βαλπουργία νύχτα στο Φαλακρό βουνό του εθνικισμού», [1] την ώρα που η ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κρίση κλιμακώνοντας τον επιθετικό της λόγο.

    Η εθνικιστική θέση ότι μια κρίση παγκόσμιων διαστάσεων μπορεί να αντιμετωπιστεί από μεμονωμένα έθνη, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πρόσβασή τους στους πενιχρούς οικονομικούς πόρους, είναι τελείως παράλογη, κυρίως όταν μιλάμε για μικρά και μεσαία κράτη. Όσο πιο προφανής θα γίνεται ο παραλογισμός της εθνικιστικής άποψης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ροπή προς αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης. Η πορεία από την ανελεύθερη δημοκρατία στη δικτατορία μπορεί, στις σημερινές συνθήκες, να αποδειχθεί σύντομη.

    Η τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με τις ιατρικές συστάσεις για περιορισμό της ελευθερίας, προετοιμάζει το έδαφος για την καλλιέργεια μιας ψυχολογίας που είναι ευνοϊκή απέναντι σε μια τέτοια στροφή. Βλέπουμε ήδη τις συνέπειές της σε επίπεδο πολιτικής και κουλτούρας: αύξηση των κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας και εκτοπισμός των γυναικών από το δημόσιο λόγο, τη στιγμή που οι τομείς της φροντίδας και της αναπαραγωγής, στους οποίους εργάζονται κυρίως γυναίκες, αποδεικνύονται πολύ σημαντικοί για τη λειτουργία του συστήματος.

    Πρέπει να καταλάβουμε ότι η κατάσταση είναι σοβαρή. Ο καπιταλισμός έρχεται αντιμέτωπος με τα ίδια τα συστημικά του όρια. Αν επιθυμούμε αυτό το συμπέρασμα να χρησιμεύσει σε κάτι, πέρα από την αυτοεπιβεβαίωση της ιδεολογίας μας, πρέπει να αρχίσουμε ένα δημόσιο διάλογο με θέμα τις εναλλακτικές λύσεις που διαθέτουν οι λαοί της Ευρώπης, με στόχο να βρούμε τον δρόμο που θα μας οδηγήσει σε ένα νέο παραγωγικό και πολιτισμικό μοντέλο. Τους τελευταίους μήνες συνειδητοποιήσαμε ότι οι συσχετισμοί εντός των εθνικών κρατών εξακολουθούν να παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Αλλα συνειδητοποιήσαμε επίσης την τραγικότητα και τους κινδύνους που συνεπάγεται η έλλειψη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Ως διεθνικό, ευρωπαϊκό δίκτυο πρέπει να ασχοληθούμε με τη συγκεκριμένη πτυχή της συζήτησης και τις συνέπειές της για την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

     

    ΙΙ.

    Μετά το λοκντάουν θα ακολουθήσει μια παγκόσμια ύφεση. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι αν αυτή θα είναι η αρχή μιας ακόμη πιο μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης. Παρά τα θύματά της, η προηγούμενη οικονομική κρίση δεν οδήγησε στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Αντιθέτως, οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο κατάφεραν να αυξήσουν τον πλούτο τους σε επίπεδα που ούτε καν ονειρεύονταν, ενώ οι πληθυσμοί και τα κράτη, είναι εγκλωβισμένα σ’ αυτήν την κρίση, μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών, περισσότερο από ποτέ. 

    Σε αντίθεση με την προηγούμενη ύφεση, η τωρινή δεν οφείλεται στην κατάρρευση του υπερτροφικού χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά στην απότομη διακοπή της προσφοράς και της ζήτησης στην πραγματική οικονομία.

    Θεωρητικά, μπορούμε να αναμένουμε την επανεκκίνηση της οικονομίας μετά το τέλος της οξείας φάσης της πανδημίας και μια γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα.

    Στην πραγματικότητα όμως, η επανεκκίνηση αυτή αναιρείται από το γεγονός ότι η οικονομία, επιβαρυμένη από τις γεωπολιτικές εντάσεις, ήταν ήδη σε καθοδική φάση πριν από την πανδημία. Οι προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να εφαρμόσουν μια επεκτατική νομισματική πολιτική, για να τονώσουν τις επενδύσεις και την πραγματική οικονομία, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές ως προς την χρονική τους διάρκεια.

    Πάνω απ’ όλα όμως, λόγω της ψηφιοποίησης και της περιβαλλοντικής κρίσης, οι καπιταλιστικές οικονομίες βρίσκονται στο κατώφλι ενός συνολικού μετασχηματισμού, που απαιτεί στρατηγικές διαφορετικές από εκείνες που περιέχουν τα εγχειρίδια της νεοκλασικής οικονομικής σχολής.

    Επομένως, η επιστροφή στην προτέρα κατάσταση είναι πολύ αμφίβολη. 

    Στο μεταξύ, τα ποσοστά ανεργίας έχουν φτάσει σε δραματικά επίπεδα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, 2,7 δισεκατομμύρια εργαζόμενοι, σε όλο τον κόσμο, επηρεάστηκαν από το μερικό ή ολικό λοκντάουν. Πρόκειται για μια κοινωνική ωρολογιακή βόμβα που κινδυνεύει να εκραγεί: αυτό οφείλεται στα εκατομμύρια των προσωρινών σχέσεων εργασίας που δεν προστατεύονται από τους εργατικούς νόμους και τα κοινωνικά δικαιώματα.

    Προκειμένου να αποφευχθούν οι άμεσες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του λοκντάουν, οι κυβερνήσεις ενέκριναν ειδικά προγράμματα τα οποία ήταν ανήκουστα μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να χρηματοδοτήσει μια δέσμη μέτρων που αποφασίστηκε στα τέλη Μαρτίου και θα απορροφήσει το 10% του ΑΕΠ της.

    Αυτές οι αποφάσεις είναι σωστές. Το ερώτημα είναι αν είναι και επαρκείς. Οι οικονομολόγοι αναμένουν αύξηση της σχέσης χρέους/ΑΕΠ στα κράτη μέλη της ΕΕ, της τάξης των 10 ή 15 ποσοστιαίων μονάδων.

    Στις αποφάσεις που πήραν τα κράτη μέλη αναφορικά με τη δημοσιονομική τους πολιτική, οι όροι των ευρωπαϊκών συνθηκών για τις κρατικές ενισχύσεις και το Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας καταργήθηκαν εν μία νυκτί. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιορίστηκε στην εκ των υστέρων νομιμοποίηση των αποφάσεων που είχαν λάβει τα κράτη, η ΕΚΤ εξέφρασε αντιθέτως τουλάχιστον την προθυμία της να αγοράσει κρατικά ομόλογα συνολικής αξίας 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, μια κίνηση που μπορεί να προσφέρει κάποια προσωρινή ανακούφιση. 

    Ωστόσο, λόγω του υπέρογκου νέου χρέους που θα δημιουργηθεί, οι ευρωπαϊκές χώρες θα εξαρτηθούν ακόμη περισσότερο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οποίο απαιτεί από αυτές την καταβολή τόκων, ως φόρο υποτέλειας. Παρά τα χαμηλά προσφερόμενα επιτόκια, η επιβάρυνση των χωρών θα είναι μεγάλη. Έτσι, χωρίς ένα γενναίο κούρεμα, η κρίση του κορωνοϊού προδιαγράφει μια νέα κρίση χρέους στο μέλλον, καθώς και νέες πολιτικές λιτότητας.

    Οι επιπτώσεις της συσσώρευσης χρέους πλήττουν τις χώρες της ΕΕ με διαφορετικούς τρόπους, γιατί τα επιτόκια είναι ευνοϊκότερα για τα οικονομικώς ισχυρά κράτη από ό,τι για τα άλλα. Επομένως, ένας νέος δανεισμός θα επιδεινώσει περαιτέρω την ανισότητα ανάμεσα στις αποβιομηχανοποιημένες περιφέρειες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης αφενός, και στα κέντρα οικονομικής ισχύος της ΕΕ αφετέρου.

    Όμως, υπάρχουν κάποια σημαντικά πράγματα που εξακολουθούν να είναι απρόβλεπτα. Ο δομικός οικονομικός μετασχηματισμός θα αλλάξει τη θέση που έχουν οι βιομηχανίες, οι περιφέρειες και τα κράτη στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, καθώς και στην οικονομική τους επιρροή, κάτι που αποτυπώνεται και στο επίπεδο των επιτοκίων. Αυτός ο μετασχηματισμός θα επιφέρει νέες αντιθέσεις και αντιπαλότητες στα ήδη υπαρκτά δίπολα Ανατολής/Δύσης και Βορρά/Νότου, που ενδέχεται να επηρεάσουν και τον ίδιο τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

    Εννέα κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, ζήτησαν την έκδοση ευρωομολόγων προκειμένου να επιμεροιστεί το κόστος διαχείρισης των κρίσεων. Ο Γιάνης Βαρουφάκης είπε ότι το ποσό που πρέπει να συγκεντρωθεί μέσω των ευρωομολόγων είναι ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Μέσω των ευρωομολόγων, η συνολική οικονομική ισχύς των μελών της ευρωομάδας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση δανείων χαμηλού επιτοκίου στα κράτη, κατ’ αναλογία με τον βαθμό στον οποίο αυτά πλήττονται από την πανδημία και την επακόλουθη οικονομική ύφεση. Η κάθετη απόρριψη της παραπάνω πρότασης από τη γερμανική κυβέρνηση ρίχνει τη σκιά της στο μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης κατά την μετά τον κορωνοϊό εποχή.

    Όμως, από την στιγμή που οι υπουργοί οικονομικών του Γιούρογκρουπ δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για τα προτεινόμενα ευρωομόλογα, εξαιτίας των αντιρρήσεων που πρόβαλλε μια ομάδα χωρών, γιατί να μην αναλάβει την πρωτοβουλία μιας αυτόνομης έκδοσης κοινών ομολόγων ένας συνασπισμός κυβερνήσεων θετικών προς αυτά, που θα περιλαμβάνει και τη Γαλλία, η οποία είναι ένα από τα βαριά ονόματα της ΕΕ;

    Τα ευρωομόλογα θα μπορούσαν να προσφέρουν ανακούφιση, αλλά το γενικό πρόβλημα των υψηλών επιπέδων χρέους που βαραίνει τα κράτη μέλη και η αρνητική τους επίδραση στην κατανομή των υλικών και πολιτικών πόρων ανάμεσα στα κράτη και τις κοινωνικές τάξεις θα παραμείνει, εκτός αν υπάρξει ένα ριζικό κούρεμα του συνολικού ευρωπαϊκού χρέους και μια αλλαγή στον τρόπο κατανομής των πόρων και των εσόδων. Επιπλέον, η οικονομική ανασυγκρότηση -όταν θα έχει παρέλθει η οξεία φάση της πανδημίας- που θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν οικολογικό μετασχηματισμό της βιομηχανικής και της ενεργειακής βάσης των ευρωπαϊκών οικονομιών, θα απαιτήσει υπέρογκες επενδύσεις. Ως εκ τούτου, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους, που αυξάνονται υπερβολικά λόγω της κρίσης, θα αποτελέσει το κύριο πρόβλημα της μετα τον κορωνοϊό περιόδου. Το σημαντικότερο καθήκον της Αριστεράς σήμερα, είναι η εξεύρεση μιας λύσης σε αυτό το πρόβλημα.

    Η χρηματοδότηση του κρατικού χρέους μέσω της πληθωριστικής έκδοσης χρήματος θα συναντήσει την έντονη πολιτική αντίδραση κάποιων κρατών μελών της ΕΕ. Επομένως, οι εναλλακτικές λύσεις είναι είτε να μετακυλιστούν τα βάρη στους πολίτες μέσω προγραμμάτων λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων, όπως συνέβη στην προηγούμενη κρίση, είτε να αναγκαστούν οι κάτοχοι του μεγάλου πλούτου, που κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στα δάνεια, να σηκώσουν το βάρος των τόκων των δημόσιων προϋπολογισμών μέσω της διαγραφής χρεών, υποχρεωτικών εισφορών κεφαλαίου, και της καταβολής ενός φόρου επί της υπεραξίας.

    Για να επιτύχει αυτή η πολιτική πρέπει να συνοδεύεται από ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls), καθώς και από την εξασφάλιση των απαιτήσεων έναντι των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών ταμείων και ταμείων υγείας, η οποία θα επιτευχθεί με την εξαγορά αυτών των ταμείων από τα κράτη μέλη, με την υποστήριξη και τον συντονισμό υπερεθνικών θεσμών. Τo επόμενο διάστημα, ακόμη και οι συστημικοί οικονομολόγοι δεν θα πάψουν να μας διαβεβαιώνουν ότι δεν ήταν ποτέ νεοφιλελεύθεροι. Η Αριστερά μπορεί να αξιοποιήσει τις ρωγμές που δημιούργησε η κρίση στην κυρίαρχη σκέψη. Ξέρουμε όμως, από την προηγούμενη οικονομική κρίση, ότι αυτό το παράθυρο ευκαιρίας θα παραμείνει ανοικτό μόνο μέχρι τη στιγμή που θα επιτευχθεί συναίνεση μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, κυρίως των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να αρκούμαστε στο να είμαστε η αριστερή πτέρυγα του κυρίαρχου φιλελεύθερου ρεύματος.

    Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν διαγωνισμό θεωριών. Η κρίση θέτει το ζήτημα της ηγεμονίας στο πεδίο των κοινωνικών συμφερόντων, και αυτό το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ταχύτερο. 

    Αν και μετατοπίστηκε προσωρινά από το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, η πρόκληση της οικολογικής κρίσης παραμένει. Μια εναλλακτική που θα υπηρετεί τα συμφέροντα της πλειοψηφίας θα πρέπει να συνδέει την επίλυση αυτής της οξείας κρίσης με τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό. Το αποφασιστικό κριτήριο δεν είναι να επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ μεγάλων κοινωνικών ομάδων για τους γενικούς στόχους –αυτή υπάρχει ήδη- αλλά μια συμφωνία για τα εργαλεία υλοποίησής τους. Αυτό που αμφισβητείται είναι οι θεσμοί και ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των τάξεων. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να τοποθετούμαστε επιθετικά και πειστικά στη συζήτηση για το νέο ρόλο που πρέπει να αναλάβουν τα κράτη, για το ζήτημα της ιδιοκτησίας, την κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, τους ελέγχους κεφαλαίου, την οικονομική δημοκρατία και την ενίσχυση των μισθωτών σε επίπεδο επιχείρησης, δήμου, χώρας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε την διεύρυνση του κοινωνικού χώρου με στόχο μια νέα ηγεμονία.

     

    III.

    Δεν πρέπει να υποτιμάμε τη σημασία που έχει η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από την ΕΕ. Το Brexit δεν θα εξαφανιστεί από την ευρωπαϊκή ατζέντα. Δεν θα αλλάξει μόνο τη ζωή των 3,5 εκατομμυρίων πολιτών της ΕΕ που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο ή των 1,2 εκατομμυρίων πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου που ζουν στα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά ολόκληρη την ΕΕ.

    Η απώλεια εσόδων από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ κατέστησε πιο εμφανή από ποτέ άλλοτε τη διαφορά μεταξύ αφ΄ ενός του αναγκαίου ύψους του προϋπολογισμού της ΕΕ με βάση τα διάφορα αιτήματα, και αφ’ ετέρου του τραγικά χαμηλού σημερινού επιπέδου του, εμποδίζοντας μέχρι στιγμής το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να καταλήξει σε μια συμφωνία για το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο (2021-2027).

    Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η τρίτη μεγαλύτερη εθνική οικονομία της ΕΕ και μία από τις πέντε «επίσημες» πυρηνικές δυνάμεις που κατέχουν μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το γεγονός ότι σήμερα, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις του με την ΕΕ για τους όρους της μελλοντικής μεταξύ τους συνεργασίας, το ΗΒ διαπραγματεύεται και μια μεγάλης εμβέλειας συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ, καταδεικνύει τη γεωπολιτική διάσταση του Brexit. Στις διαπραγματεύσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο η ΕΕ δίνει έμφαση στο εμπόριο και τον ανταγωνισμό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις προαναφερθείσες διαπραγματεύσεις του ΗΒ με τις ΗΠΑ.

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ποντάρει αλαζονικά στην οικονομική εξάρτηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ που είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη εξάρτηση της ΕΕ από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά αυτό από μόνο του δεν μας λέει τίποτα για την πραγματική διαπραγματευτική ισχύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

    Πίσω από την εντολή διαπραγμάτευσης  που έδωσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Επιτροπή, κρύβονται σημαντικά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των κρατών μελών.

    Σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζει και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό που το ενδιαφέρει είναι να συνεχιστεί η ανεμπόδιστη πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ των βρετανικών εταιρειών παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Αυτό συνεπάγεται παραχωρήσεις που θα λειτουργήσουν εις βάρος άλλων τομέων της βρετανικής οικονομίας, για παράδειγμα της αλιείας, κάτι που δεν είναι εύκολο να γίνει. Επιπλέον, η αποχώρηση από την ΕΕ ενδυναμώνει τις αυτονομιστικές τάσεις εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, με τη Σκωτία να σκέφτεται σοβαρά να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την ανεξαρτητοποίησή της, προκειμένου στη συνέχεια να ενταχθεί πάλι στην ΕΕ, γεγονός που θα τροφοδοτήσει τις υφιστάμενες αυτονομιστικές τάσεις σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος αναβίωσης των συγκρούσεων στη Βόρεια Ιρλανδία, γιατί δεν αποκλείεται το Brexit να θέσει σε κίνδυνο ακόμη και τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής

    Κατά τη νεοφιλελεύθερη λογική, η βρετανική κυβέρνηση προτιμά μια συμφωνία με την ΕΕ παρόμοια με τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και προστασίας των επενδύσεων CETA (ΕΕ και Καναδάς) και JEFTA (ΕΕ και Ιαπωνία).

    Αυτό συνδέεται με το ζήτημα των μηχανισμών επίλυσης διαφορών που θα δημιουργηθεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να περιορίσει τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών στα θέματα ανταγωνισμού. Αυτό είναι ασυνεπές με τον ισχυρισμό ότι η οικολογική, κοινωνική και εργασιακή νομοθεσία είναι στο κέντρο της διαπραγματευτικής στρατηγικής της. Επιπλέον, η Επιτροπή θέλει να επιβάλει τη θέση ότι για διαφορές σε θέματα που υπόκεινται στη νομοθεσία της ΕΕ τελικός κριτής είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό ακούγεται λογικό από την πλευρά των αφηρημένων κανόνων δικαίου. Αλλά εξ ίσου λογική ακούγεται η θέση της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου που απορρίπτει την επέκταση της δικαιοδοσίας της ΕΕ στη δική της επικράτεια. 

    Γενικοί κανόνες δικαίου έναντι εθνικών κανόνων δικαίου; Πρέπει η Αριστερά στις δύο πλευρές της Μάγχης να χωριστεί από μια άνευ όρων συμμόρφωση στους κανόνες δικαίου των επιμέρους κρατών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης; 

    Πάντως, το Δικαστήριο της ΕΕ δεν είναι κάποιος ιερός θεσμός. Σε ορισμένες από τις πιο γνωστές αποφάσεις του έχει υιοθετήσει μια ακραία ερμηνεία των τεσσάρων ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, θεωρώντας τες ως νομοθεσία της ΕΕ η οποία ισχύει υπεράνω ή/ και σε αντίθεση με την εργατική και κοινωνική νομοθεσία των κρατών μελών (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ στις υποθέσεις Viking Laval, Rüffert και Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά Λουξεμβούργου το 2007 και το 2008).  

    Η απονομή στο Δικαστήριο της ΕΕ ενός αποφασιστικού ρόλου στη σχέση μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου ενέχει τον κίνδυνο συνύπαρξης των χειρότερων στοιχείων της ευρωπαϊκής και της βρετανικής νομοθεσίας, μιας συνύπαρξης που θα ανοίξει τον δρόμο για την ενίσχυση, μέσω της νομολογίας, της νεοφιλελεύθερης μεροληψίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

    Η Αριστερά οφείλει να επιδιώξει μια εναλλακτική προσέγγιση. Αφ’ ενός, πρέπει να απαιτήσει την ενσωμάτωση στους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών της προστασίας του καταναλωτή, των οικολογικών προτύπων, καθώς και της εργασιακής και κοινωνικής νομοθεσίας. Αφ’ ετέρου, πρέπει να προτείνει τη δημιουργία ενός μηχανισμού που, σύμφωνα π.χ. με το μοντέλο των εργατικών και κοινωνικών δικαστηρίων της Αυστρίας, κατά την επίλυση των διαφορών θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και των δύο «κοινωνικών εταίρων». 

    Η Αριστερά σαφώς υποστηρίζει τη σύναψη μιας αμερόληπτης και δίκαιης συμφωνίας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι βέβαιο ότι οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν με επιτυχία. Αν καταρρεύσουν εν μέσω αμοιβαίων κατηγοριών θα ενισχυθεί ο εθνικισμός και των δύο πλευρών. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει, εφόσον είναι αναγκαίο και αν συμφωνούν η βρετανική και ιρλανδική Αριστερά, να προτείνει την επέκταση της ενδιάμεσης συμφωνίας. 

    Η συμφωνία συνεργασίας Ηνωμένου Βασιλείου-Ευρωπαϊκής Ένωσης, όποτε επιτευχθεί, πρέπει να επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και το Βρετανικό Κοινοβούλιο. Είναι πιθανόν να απαιτηθεί και η επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών της ΕΕ. Η διαδικασία μπορεί να επεκταθεί μέχρι το τέλος του 2021, αλλά και μετά από αυτό το έτος. Εν πάση περιπτώσει, θα προχωρήσει ταυτόχρονα με τη συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ που έχει ανακοινώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 

     

    IV.

    Στο τέλος του 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποσχέθηκαν την πραγματοποίηση μιας Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης με τη συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών. 

    Το θέμα της κρίσης της ολοκλήρωσης άρχισε να απασχολεί την ευρωπαϊκή πολιτική από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το 2017, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τη Λευκή Βίβλο για το Μέλλον της Ευρώπης. Θυμάται κανείς τα πέντε σενάρια, που κατ’ ουσίαν περιγράφουν μια νέα Ευρώπη χωρίς την αλλαγή της παλιάς; 

    Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, στη Σορβόνη, ο Γάλλος  Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν στην ομιλία με την οποία εγκαινίασε την Πρωτοβουλία για την Ευρώπη, έκανε έκκληση για την εξάλειψη της ανεργίας, τον οικολογικό μετασχηματισμό, την επιβολή ενός φόρου στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, ενός ψηφιακού φόρου, ενός ελάχιστου φόρου περιουσίας, για τη σύγκλιση των κοινωνικών προτύπων, την καθαρή αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ, και τον εκδημοκρατισμό των θεσμών της ΕΕ. Ο Μακρόν δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε όλα τα ελλείμματα της ΕΕ κάνοντας έκκληση για την «επανίδρυση της Ευρώπης».[4] Αλλά,  λίγο αργότερα, όταν οι επικεφαλής των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας συναντήθηκαν στο Παρίσι για τον εορτασμό της 55ης επετείου της Συνθήκης των Ηλυσίων για τη φιλία μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας, η τελική ανακοίνωση δεν περιείχε καμιά από τις προτάσεις του Μακρόν. 

    Και έτσι ο διάλογος σταμάτησε πριν από τις ευρωεκλογές. 

    Τα «εμβληματικά σχέδια» για τα οποία τα κράτη μέλη κατάφεραν να έρθουν σε συμφωνία ήταν τα εξοπλιστικά προγράμματα, και η επέκταση της Frontex-του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής. Προφανώς, οι εξοπλιστικές δαπάνες και οι δαπάνες για την προστασία από τους πρόσφυγες είναι πάντα δυνατές, ενώ η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, η οποία συνεπάγεται χρηματικές υποχρεώσεις εκ μέρους των μεγάλων τραπεζών για τη χρηματοδότηση μιας Ευρωπαϊκής Ασφάλειας Καταθέσεων, μπαίνει στην άκρη.  Εξίσου απογοητευτικό αυτό το έτος, ως προς τον στόχο του και τον τρόπο χρηματοδότησής του, ήταν το Ευρωπαϊκό Πράσινο Νιου Ντιλ, με το οποίο η Επιτροπή της φον ντερ Λάιεν σκόπευε να αντιδράσει στην κλιματική κρίση.

    Η αποτυχία της κοινωνικής και κλιματικής πολιτικής της ΕΕ δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει αφού μια καπιταλιστική ολοκλήρωση πραγματοποιείται κυρίως μέσω των αγορών, οι οποίες δεν έχουν κάποιο ενδιαφέρον για της κοινωνικές ανάγκες. 

    Οι πυλώνες της ΕΕ-οι Συνθήκες της Ρώμης, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Συνθήκη της Λισαβόνας-εμβάθυναν τον χαρακτήρα της ΕΕ ως μιας οικονομίας της αγοράς. Ακόμα και ο Εμμανουέλ Μακρόν αποκάλεσε την ενιαία αγορά «πραγματική ψυχή της Ευρώπης», σε αντίθεση με όσα είχε πει στην προαναφερθείσα ομιλία του στη Σορβόνη όπου ανακοίνωσε την καινοτόμο πρωτοβουλία του.

    Όμως, σε αντίθεση με την ολοκλήρωση μέσω των αγορών, υπήρχε εξ αρχής μια αντίθετη κοινωνική προσέγγιση η οποία έδινε προτεραιότητα στις πολιτικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, και είχε την κριτική υποστήριξη και εκείνου του τμήματος της Αριστεράς το οποίο είχε επιλέξει τη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, με διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξεις, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή η άλλη προσέγγιση πρότεινε την ένταξη της οικονομίας στην πολιτική μέσω του κράτους και των υπερεθνικών θεσμών. Στην πραγματικότητα, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει προκύψει από την σύγκρουση αυτών των δύο προσεγγίσεων.

    Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Χάλυβα και Άνθρακα, που ιδρύθηκε το 1951, αντικατέστησε την Διεθνή Αρχή για το Ρουρ, η οποία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έθεσε τη βαριά βιομηχανία της Δυτικής Γερμανίας υπό τον έλεγχο των Συμμάχων. Παράλληλα με το εμπόριο των προϊόντων της βαριάς βιομηχανίας χωρίς τελωνιακά εμπόδια, δημιουργήθηκε μια Ανώτατη Αρχή με εκτεταμένες παρεμβατικές εξουσίες. 

    Η σύγκρουση «πολιτικής-αγοράς» έφτασε στο ανώτατο σημείο της το 1984, όταν το πρώτο Ευρωκοινοβούλιο που εκλέχτηκε με άμεση ψηφοφορία αποδέχτηκε το «Σχέδιο Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που γράφτηκε υπό τις οδηγίες του Αλτέρο Σπινέλι. Το Σχέδιο προέβλεπε την υποταγή της ευρωπαϊκής οικονομίας της αγοράς στους κοινωνικούς στόχους-που προσδιορίζονταν ρητώς ως η πλήρης απασχόληση, η υπέρβαση των ανισοτήτων, η προστασία του περιβάλλοντος, και η πολιτιστική πρόοδος. Επιπλέον, η πρωτοβουλία για την διαμόρφωση και την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης θα μεταβιβαζόταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο-χωρίς να περιορίζονται τα δικαιώματα των εθνικών κοινοβουλίων. 

    Αυτό που ακολούθησε ήταν εντελώς αντίθετο με τις φιλοδοξίες του Σπινέλι. Το 1985, οι επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων επέβαλαν την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία έθετε ως στόχο την ταχεία δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε τη νίκη της προσέγγισης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που βασίζεται στην οικονομία της αγοράς. Το 1992, όταν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων συναντήθηκαν στο Μάαστριχτ, αφότου η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και η γεωπολιτική κατάσταση είχαν αλλάξει εκ θεμελίων μετά την εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισμού και τα ιστορικά γεγονότα του 1989, αισθάνθηκαν ασφαλείς να ολοκληρώσουν τη νίκη τους με τη δημιουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης στη βάση των περίφημων πια κριτηρίων «σύγκλισης». 

    Η σύγκρουση των δύο προσεγγίσεων αναζωπυρώθηκε το 2005 όταν οι αρχηγοί κρατών παρουσίασαν το νέο δημιούργημά τους, ένα σχέδιο Συνθήκης για τη Θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη, το οποίο έπρεπε να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη. Σε τρεις χώρες στις οποίες η επικύρωση απαιτούσε τη διενέργεια δημοψηφίσματος, η Συνθήκη απορρίφθηκε. Το γεγονός ότι, δύο χρόνια αργότερα, το απορριφθέν σύνταγμα έγινε τελικά δεκτό από μια διακυβερνητική διάσκεψη, παρακάμπτοντας την ανάγκη λαϊκής επικύρωσης, δεν βοήθησε στη μεγαλύτερη αποδοχή της ΕΕ.

    Η αποκορύφωση της μάχης μεταξύ αγοράς και δημοκρατίας ήταν το 2015, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να αποτινάξει τον ζουρλομανδύα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής τής λιτότητας. 

    Η σκληρότητα με την οποία οι δανειστές συνέτριψαν την προσπάθεια αναζήτησης ενός εναλλακτικού τρόπου εξόδου από την κρίση, και η αγριότητα των προγραμμάτων λιτότητας που επέβαλαν στη χώρα-πολύ σκληρότερων από εκείνα που επιβλήθηκαν στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία-προκάλεσαν τρόμο σε όλη την Ευρώπη, ξαναφέρνοντας στην επιφάνεια και τις διαφορές στη στάση απέναντι στην ΕΕ που υπήρχαν πάντα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 

    Η Αριστερά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως και σε κάθε χώρα, πρέπει να θέσει το ζήτημα της κλίμακας και του είδους της ευρωπαϊκής συνεργασίας ή ολοκλήρωσης-διαφορετικής από τη σημερινή ΕΕ-που θεωρεί κατάλληλη για την αντιμετώπιση του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι απαντήσεις θα διαφέρουν ανάλογα με το αν η εστίασή της είναι στην Ευρώπη ως όλον ή στα επιμέρους κράτη, και εξαρτάται από την κατάσταση σε κάθε χώρα.

    Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ μας υπενθυμίζει για άλλη μια φορά ότι ο παν-ευρωπαϊσμός δεν μπορεί να ορίζεται από τα σύνoρα της υπαρκτής ΕΕ. Το δικαίωμα των χωρών να φύγουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτο. Παρά την αύξηση των αποσυνθετικών τάσεων, μια άτακτη διάλυση της ΕΕ στα 27 συστατικά μέρη της, είναι ένα μάλλον απίθανο σενάριο, τουλάχιστον σε συνθήκες ειρήνης. Πιο πιθανή θα ήταν η εκ νέου ανάδυση των παλιών γραμμών σύγκρουσης μεταξύ μια κεντροευρωπαϊκής ομάδας υπό την αιγίδα της Γερμανίας, και μιας νότιας και δυτικής ομάδας με επικεφαλής τη Γαλλία. Είναι αμφίβολο αν αυτή η νέα τάξη πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε πιο σταθερές κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. 

    Η πραγματικότητα είναι ότι η μακροχρόνια απογοήτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση που υπάρχει σε πολλές χώρες έχει εξελιχθεί στην πεποίθηση ότι αυτή δεν μπορεί να αλλάξει. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτή την αλλαγή διάθεσης, ούτε να προσπαθήσουμε με διάφορες συμβιβαστικές διατυπώσεις να κρύψουμε τις διαφορές στην πρόσληψη της ΕΕ · αντίθετα, αυτό το ζήτημα είναι η αφετηρία του στρατηγικού διαλόγου που χρειάζεται να πραγματοποιηθεί σήμερα. 

    Αν ο στρατηγικός στόχος είναι η επανάκτηση της κυριαρχίας των λαών, όχι του ενός εις βάρος του άλλου, αλλά όλων έναντι των χρηματαγορών, τότε πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατική αυτοδιάθεση των πληθυσμών και τον έλεγχο που αυτοί ασκούν στα κράτη τους.  Αυτό συνεπάγεται το δικαίωμα όλων των προοδευτικών κυβερνήσεων στην ανυπακοή εκείνων των κανόνων που εμποδίζουν την ευημερία των κρατών τους και των κοινωνιών τους. Οφείλουμε, λοιπόν, να απαιτήσουμε να μην επανέλθει μετά τη λήξη της κρίσης του κορωνοϊού το Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας, που απενεργοποιήθηκε κατά τη διάρκειά της, αλλά να καταργηθεί. Αντιθέτως, τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία της ΕΕ-η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας-πρέπει να χρηματοδοτήσουν τα εθνικά προγράμματα που έχουν στόχο την ανασυγκρότηση των συστημάτων υγείας και κοινωνικής πρόνοιας και, εν τέλει, τον οικολογικό μετασχηματισμό των οικονομιών.

    Στόχος μας πρέπει να είναι η ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών, η ανασυγκρότηση και ο οικολογικός μετασχηματισμός των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, η εξάλειψη των περιφερειακών ανισοτήτων, και η συγκρότηση αποτελεσματικών ενεργειακών και μεταφορικών δικτύων, με την αναζήτηση των αναγκαίων χρηματοπιστωτικών πόρων που υπερβαίνουν τον στόχο του προϋπολογισμού της ΕΕ. Προκειμένου οι μελλοντικές εξελίξεις να μην αφεθούν στις αγορές, απαιτείται η ύπαρξης μιας μάλλον στενής υπερεθνικής πολιτικής συνεργασίας.

    Η Αριστερά πρέπει να οικοδομήσει ένα στρατηγικό σχέδιο γι’ αυτήν τη συνεργασία. Σήμερα η ΕΕ είναι ένα παράξενο υβρίδιο: από τη μια πλευρά συνιστά μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου με έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό που αποδείχτηκε ανίκανος να δράσει κατά την διάρκεια της κρίσης, και από την άλλη υπάρχει ένα κοινοβούλιο που δεν έχει την εξουσία να διαχειριστεί την αγορά και τη γραφειοκρατία.

    Αυτό μας οδηγεί στο ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας. Η Αριστερά πρέπει να δραστηριοποιηθεί και στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης ως μια δύναμη που διεκδικεί την ηγεσία της. Η διεκδίκηση της πολιτικής ηγεσίας απαιτεί έναν αγώνα για τη διεύρυνση της δημοκρατίας. Τα επιχείρημα των φιλελεύθερων-ότι το έλλειμμα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας συνίσταται στην έλλειψη μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης-είναι αδύναμο. Είναι πιο ακριβές να πούμε ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών, τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα έχουν περιορισμένες δυνατότητες να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία, πέρα από τα δομικά νεοφιλελεύθερα και μη δημοκρατικά χαρακτηριστικά της ΕΕ, εξαρτάται από την ιεραρχία μεταξύ των  κρατών μελών της η οποία βασίζεται στο οικονομικό και πολιτικό βάρους του κάθε κράτους. 

    Είναι προφανές ότι η ουσιαστική δύναμη της Αριστεράς βρίσκεται στα έθνη-κράτη. Σε κάθε περίπτωση, η προστασία τους από την καταστροφική τάση της ανεξέλεγκτης οικονομίας της αγοράς είναι στρατηγικώς αναγκαία. Είναι επίσης κρίσιμο να επισημαίνουμε ότι σε όλα τα δυνατά συστήματα ευρωπαϊκής συνεργασίας/ολοκλήρωσης τα κράτη είναι, και θα συνεχίσουν να είναι στο προβλεπτό μέλλον, αυτόνομες οικονομικές και πολιτικές οντότητες · αυτή η πραγματικότητα πρέπει να αποτυπωθεί σε ένα διαφανές και αποτελεσματικό σύστημα καθορισμένων αρμοδιοτήτων και ελέγχων μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης. 

    Όμως, δεδομένου ότι οι πολιτικές εξελίξεις στα επιμέρους κράτη προχωρούν με διαφορετικούς ρυθμούς και επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, το υπερβολικό βάρος των εθνικών κυβερνήσεων στην ευρωπαϊκή πολιτική λειτουργεί σαν φίλτρο που εμποδίζει τις κοινωνικές αλλαγές. Αυτή είναι η αιτία του αδιεξόδου στο οποίο βρισκόμαστε. 

    Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο είναι η διάχυση της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων, κάτι που σημαίνει ότι όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα διάφορα μέρη, με τα αντίθετα συμφέροντά τους, πρέπει να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την αύξηση της επιρροής τους, να συνεργάζονται μεταξύ τους ή να συγκρούονται μεταξύ τους.

    Ένα βήμα στη μακρά πορεία για την επανίδρυση της Ευρώπης, που βασίζεται σε ένα μετα-καπιταλιστικό όραμα, είναι η ύπαρξη ενός κυρίαρχου, ελεύθερα εκλεγόμενου Κοινοβουλίου που θα αλληλεπιδρά με τα συνδικάτα, τα κοινωνικά κινήματα, τα οικολογικά κινήματα και τις κινήσεις πολιτών. Αντί του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που αποτελείται από αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, το κέντρο λήψης των αποφάσεων σε υποθέσεις όπου την αρμοδιότητα έχει η ΕΕ, πρέπει να είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Με τον τρόπο αυτό τα πολιτικά κόμματα θα παίζουν καθοριστικό ρόλο σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο. Το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς πρέπει να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα την αναβάθμιση των εθνικών κομμάτων, καλώντας τα να παίρνουν μέρος στις ευρωεκλογές με κοινές ευρωπαϊκές λίστες. 

     

    V.

    Η πανδημία κατέστησε σαφές ότι οι σοβαρότεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες δεν είναι στρατιωτικοί, αλλά κοινωνικοί και οικολογικοί, και αυτό γίνεται σιγά-σιγά κατανοητό από τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η Αριστερά δεν πρέπει να χάσει την ιστορική πρόκληση να προτείνει το δικό της στρατηγικό σχέδιο για ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, αν η αναμενόμενη ύφεση πάρει τελικά τις διαστάσεις που προβλέπουν πολλοί ειδικοί, η Αριστερά πρέπει να προτείνει να ανακατευθυνθούν τα κεφάλαια που έχουν προβλεφθεί για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς στις δημόσιες υπηρεσίες με στόχο την ενίσχυσή τους. 

    Επιπλέον, η προστασία από την στρατιωτική επιθετικότητα είναι, πρωτίστως, ένα πολιτικό καθήκον που συνίσταται στην ενίσχυση του διεθνούς δικαίου και των δομών συνεργασίας. Η παραγωγή νέων πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής, εξ αιτίας της κατάργησης της Συμφωνίας για τα Πυρηνικά Όπλα Μεσαίου Βεληνεκούς από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, και η επερχόμενη εκπνοή της Συνθήκης START για τον έλεγχο της παραγωγής πυρηνικών όπλων, δείχνουν τον συνεχιζόμενο κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων στην Ευρώπη. 

    Τα καταστροφικά αποτελέσματα της πανδημίας σε αρκετά αφρικανικά κράτη, που ούτε καν μνημονεύονται στην Ευρώπη, δείχνουν ότι το κοινωνικό ζήτημα είναι υπαρκτό σε παγκόσμιο επίπεδο. Λόγω των μεταναστευτικών μετακινήσεων των πρόσφατων ετών οι Ευρωπαίοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το κόστος της αποφυγής από την ΕΕ της παγκόσμιας ευθύνης της θα είναι η απανθρωποποίηση των σχέσεων στο εσωτερικό της. 

    Ειδικά στη σημερινή περίοδο της οξείας υγειονομικής κρίσης, η τύχη δεκάδων χιλιάδων προσφύγων, που κρατούνται σε άθλιες συνθήκες στις χώρες που είναι τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, δεν πρέπει να μας είναι αδιάφορη, δεδομένου ότι αυτοί αποτελούν μία από τις πιο ευάλωτες ομάδες ανθρώπων. Η δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, το 2016, για το μεταναστευτικό πρέπει να ανακληθεί και να αντικατασταθεί από μια πολιτική που θα τηρεί το δίκαιο του ασύλου, το οποίο προβλέπεται από τη Συμφωνία  του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. 

    Η πανδημία και η παγκόσμια οικολογική κρίση μας υπενθυμίζουν ότι το σχέδιο της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας αγοράς έχει αποτύχει ως πολιτιστικό μοντέλο, και έχει κοστίσει ανθρώπινες ζωές όχι μόνο στον παγκόσμιο Νότο αλλά και στον αναπτυγμένο κόσμο, περιλαμβανομένης της Ευρώπης. Ήρθε ο καιρός να σταματήσουν και να αναστραφούν οι  νεοφιλελεύθερες συμφωνίες εμπορίου και επενδύσεων που έχει συνάψει η ΕΕ με πολλές χώρες στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, και να γίνει μια κριτική αποτίμηση της κοινωνικής και οικολογικής ζημιάς που έχει προκληθεί από αυτές. 

    Πρέπει να βρούμε ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης της υπαρκτής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Η ΕΕ δεν είναι-και ούτε θα γίνει στο προβλεπτό μέλλον- μια ενιαία ευρωπαϊκή οντότητα. Συνεπώς, και όχι μόνο λόγω των ελλειμμάτων της, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι έχει το μονοπώλιο στο ζήτημα της ευρωπαϊκής συνεργασίας/ολοκλήρωσης. Είναι αποπροσανατολιστικό να σκεφτόμαστε την ΕΕ ως ένα συνεχώς διευρυνόμενο κράτος σύμφωνα με το μοντέλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό ισχύει, κυρίως, επειδή λόγω της αυξανόμενης σημασίας της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης έχουν δημιουργηθεί νέες μορφές διεθνούς συνεργασίας, για παράδειγμα οι Σύνοδοι Κίνας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (φορμάτ 16 + 1) που πραγματοποιούνται από το 2012, στις οποίες μέλη και μη μέλη της ΕΕ συζητούν με τους ηγέτες του κινεζικού κράτους.

    Ο τερματισμός του αγώνα των εξοπλισμών και η διαχείριση της οικολογικής κρίσης απαιτούν διεθνή συνεργασία σε παγκόσμια κλίμακα, στην οποία η Ευρώπη πρέπει να επανακαθορίσει το ρόλο της. Αυτό απαιτεί και την αναζωογόνηση εκείνων των ευρωπαϊκών φόρουμ που έχουν εξαφανιστεί πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν συγκεντρώνουν πια το ενδιαφέρον των ευρωπαίων πολιτών: της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών (ΟΕΕ/ΗΕ), και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), δύο φόρουμ στα οποία μετέχουν όλα τα κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αυτά τα φόρουμ πρέπει να τα βλέπουμε ως μορφές συνεργασίας/ολοκλήρωσης που δεν έχουν λιγότερη σημασία για την ασφάλεια στην ευρωπαϊκή ήπειρο από την οικονομική και κοινωνική συνεργασία/ολοκλήρωση στο πλαίσιο της ΕΕ. 

    -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Με τη δημοσίευση αυτού του κειμένου, εμείς, το Διοικητικό Συμβούλιο του transform! europe, έχουμε στόχο να αρχίσουμε μια συζήτηση στο εσωτερικό του δικτύου μας και πέραν αυτού. Το εγχείρημά μας δεν αφορά μόνο την ανάγκη να ορίσουμε σαφέστερα τη δική μας στρατηγική, αλλά έχει επίσης στόχο να διερευνήσει τις δυνατότητες στρατηγικής συνεργασίας με τα συνδικάτα, τα προοδευτικά κόμματα και τα πολιτικά ιδρύματα στην Ευρώπη, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπ’ αυτήν την έννοια, νομίζουμε ότι είναι αναγκαίο να ενισχύσουμε πάλι τους δεσμούς μας με τα κοινωνικά κινήματα, ειδικά με το φεμινιστικό και το οικολογικό κίνημα, που ήρθαν στη ημερήσια διάταξη με έναν τόσο εντυπωσιακό τρόπο τα τελευταία χρόνια.

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------- 

     

    Σημειώσεις 

    1. Λούξεμπουργκ, Ρόζα: Fragment über Krieg, nationale Frage und Revolution, σ. 367 f.
    2. Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων: ETUC Position for a European directive on mandatory Human Rights due diligence and responsible business conduct 
    3. It’s Time for Real Change: The Labour Party Manifesto 2019, σ. 90.
    4. Ομιλία του Εμμανουέλ Μακρόν στη Σορβόνη-Πλήρες κείμενο/Αγγλικά