• Seminar VI: Report and Presentations
  • Δημοκρατίες σε πόλωση: τα αριστερά κόμματα στο σταυροδρόμι της οικονομικής και πολιτικής κρίσης

  • 28 Jul 13 Posted under: Ακροδεξιά , Transformative Strategies
  • Στο πλαίσιο του προγράμματος του transform! «Στρατηγική της ευρωπαϊκής αριστεράς», διοργανώθηκε διήμερο σεμινάριο στη Βιέννη στις 26 και 27 Απριλίου 2013.  

    Κατά την πρώτη ημέρα οι εργασίες επικεντρώθηκαν στην αναβίωση της ακροδεξιάς ρητορικής και πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, η οποία φέρνει για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο το ζήτημα της στρατηγικής της Αριστεράς απέναντι στο φασισμό. Ο Ρενέ Μονζά (δημοσιογράφος, μελετητής της άκρας Δεξιάς - Γαλλία) έκανε την εισηγητική ομιλία για το θέμα. Σύμφωνα με όσα ανέπτυξε, η Ριζοσπαστική Δεξιά υπάρχει παντού στην Ευρώπη και βασίζεται σε κοινές αντιλήψεις σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Ο λόγος της σε κάθε χώρα επικεντρώνεται στην παρακμή των εθνικών κρατών, αλλά και της Ευρώπης στο σύνολό της, σε μια στιγμή απειλής από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, ενώ παράλληλα εκφράζει έντονη δυσπιστία προς την παγκόσμια ολιγαρχίας. Αυτή η ρητορική είναι συχνά κοινή και σε ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με τα ακροδεξιά κόμματα (για παράδειγμα ο Τίλο Σαρατσίν στη Γερμανία) και βασίζεται σε τρία βασικά ζητήματα: η οικονομική κρίση και ο ρόλος των τραπεζών, το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, και ο φόβος για τους μετανάστες και τις μειονότητες, όχι μόνο για λόγους ασφάλειας, αλλά και λόγω γεωπολιτικών ανησυχιών και ενός φόβου για το Ισλάμ.

    Η άκρα Δεξιά ανταποκρίνεται σε αυτές τις πολιτικές προκλήσεις –οι οποίες έχουν τόσο εθνική όσο και ευρωπαϊκή διάσταση–, πιέζοντας για την επιστροφή σε εθνικές, αυτάρκεις οικονομίες (αν και σε ορισμένες χώρες, με έμφαση τη συρρίκνωση του φιλελευθερισμού και σε άλλες τη συρρίκνωση του κράτους) και τη δημιουργία ενός κοινωνικού μοντέλου που θα ευνοεί τους «πραγματικούς υπηκόους» κάθε χώρας (π.χ. τους πραγματικούς Γερμανούς, Έλληνες, Ούγγρους κλπ.) σε σύγκριση με όλους τους άλλους, σε θέματα όπως τα δικαιώματα εργασίας, έκφρασης και αυτοοργάνωσης, οι ελευθερίες, τα πολιτικά δικαιώματα, η θρησκευτική έκφραση κ.λπ. Αν και υπερασπίζονται την ιδέα μιας «αιώνιας ταυτότητας» του έθνους, σε αρκετές περιπτώσεις δέχονται σύγχρονα στοιχεία που έχουν εμφανιστεί στις αντίστοιχες κοινωνίες. Με άλλα λόγια, η άκρα δεξιά δεν είναι τόσο ντεμοντέ όσο θα περίμενε κανείς.

    Κατά την τελευταία δεκαετία, η Άκρα Δεξιά φαίνεται να είναι σε μια ανοδική τροχιά σε ευρωπαϊκή κλίμακα, καταφέρνοντας είτε να επηρεάσει την πολιτική ατζέντα των κυβερνήσεων και των χωρών είτε ακόμα και να συμμετάσχει σε κυβερνήσεις συνασπισμού. Μπροστά στον κίνδυνο μιας πιθανής κυριαρχίας του ακροδεξιάς λόγου ή, ακόμη περισσότερο, του μετασχηματισμού των κοινωνιών μας σε κράτη-απαρτχάιντ (αν επικρατήσουν ρατσιστικές πολιτικές) η αριστερά πρέπει να επανεξετάσει τη στρατηγική της. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να κατανοήσει βαθιά αυτά που οι υποστηρικτές της ακροδεξιάς σκέφτονται και το λόγο που το κάνουν, και στη συνέχεια να παράσχει πραγματικές, συγκεκριμένες, ριζοσπαστικές αριστερές λύσεις στα υπάρχοντα προβλήματα· λύσεις που μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας η αριστερά πρέπει να αμφισβητήσει ενεργά όλες τις έννοιες που οι ακροδεξιά υιοθετεί (π.χ. ισλαμοφοβία, ξενοφοβία, λαϊκισμό κ.λπ.), δημιουργώντας συμμαχίες με διάφορους κοινωνικούς φορείς και, συνεπώς, οικοδομώντας ένα νέο «εμείς», το οποίο θα περιλαμβάνει πολλές ταυτότητες (αντί μόνο του δήθεν «πραγματικά εθνικού»).

    Στη συζήτηση που ακολούθησε, πολλά από τα ζητήματα που τέθηκαν από τον Ρ. Μονζά συζητήθηκαν και εμπλουτίστηκαν περαιτέρω. Ανάμεσά τους η σημασία που έχει για την Αριστερά να πάρει στην πλάτη της τον αγώνα για μια ευρύτερη προσέγγιση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων –μία από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του φιλελευθερισμού– με επίκεντρο το ασθενέστερο μέρος του πληθυσμού, καθώς και η ανάγκη για μια βαθύτερη πολιτική/ταξική ανάλυση για να καθοριστεί αν κάποιο τμήμα της αστικής τάξης θα μπορούσε να βρει στην άκρα δεξιά έγκυρες απαντήσεις στην ατζέντα του. Τέλος, επισημάνθηκε ότι θα πρέπει να μελετηθούν όχι μόνο οι επιτυχίες αλλά και οι αποτυχίες της ακροδεξιάς.

    O Ρομπέρτο Μορέα απότο transform! Italia, ο Νταν Κοϊβουλάσκο από το Αριστερό Φόρουμ, η Χάρις Τριανταφυλλίδου από το ΙΝΠ και η Ελιζαμπέτ Γκοτιέ από το Espaces Marx, πήραν το λόγο και παρουσίασαν την κατάσταση στις χώρες τους και τις σχετικές συζητήσεις που γίνονται στα πολιτικά ιδρύματά τους για τη στρατηγική της Αριστεράς και την ικανότητά της να επανανοηματοδοτήσει έννοιες-κλειδί του ακροδεξιού λόγου (όπως το έθνος, η ασφάλεια, οι οικογενειακές αξίες).

    Ο Ρ. Μορέα επικεντρώθηκε στην δυσκολία που έχει η Αριστερά στην αμφισβήτηση της Άκρας Δεξιάς στον τομέα των εννοιών που σχετίζονται με το έθνος, αφού, για παράδειγμα, η ιδέα του έθνους ως το άθροισμα «όλων μας» έρχεται σε αντίφαση με την αντίληψη της Αριστεράς για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Ομοίως, ο Ντ. Κοϊβουλάσκο αναρωτήθηκε αν έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να μπούμε στη συζήτηση για το έθνος, έτσι ώστε να μην το κάνουμε σε συντηρητικούς όρους, και σημείωσε πόσο σημαντικό είναι για την Αριστερά (είτε στην αντιπολίτευση είτε στην κυβέρνηση) να επιμένει στην προώθηση των στόχων της παρά στη διαχείριση του υφιστάμενου υπό κρίση συστήματος, έτσι ώστε να μη θεωρείται μέρος του προβλήματος. Η Ε. Γκοτιέ από την άλλη πλευρά παρουσίασε τις ιδιαιτερότητες της γαλλικής περίπτωσης, όπου η Μαρίν Λεπέν κατάφερε να κάνει πιο μετριοπαθή το λόγο του Εθνικού Μετώπου και, συνεπώς, να μιλήσει με ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού, με κύριο στόχο την απαξίωση κάθε συλλογικής προσπάθειας και την αναγωγή όλων των θεμάτων στο επίπεδο του ατόμου. Όπως ανέφερε, προκειμένου η Αριστερά να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο αυτόνομο, που θα διαφοροποιείται σαφώς από το νεοφιλελευθερισμό, σε αντίθεση με άλλες πολιτικές δυνάμεις (όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα στη Γαλλία), με την κατανόηση, για παράδειγμα, ότι σήμερα στην Ευρώπη, το εθνικό ζήτημα είναι αφορά τη λαϊκή και όχι την εθνική κυριαρχία. Η Αριστερά πρέπει να καθορίσει την έννοια αυτή και να διευρύνει το χώρο της λαϊκής κυριαρχίας (π.χ. δημοκρατία, οικονομική κυριαρχία κ.λπ.). Τέλος, η Χ. Τριανταφυλλίδου παρουσίασε την κατάσταση στην Ελλάδα, με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και τη σχέση της με τις συνθήκες που δημιουργεί το μνημόνιο. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η Αριστερά θα πρέπει να τολμήσει να συμμετάσχει στην ιδεολογική πάλη για την «εθνική ταυτότητα» και την «ασφάλεια», εισάγοντας ιστορικές αναφορές αλλά και ταξικά στοιχεία στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το έθνος (αν θέλουμε να κατανοήσουμε το ίδιο το έθνος ως προϊόν της ταξικής πάλης, μεταξύ άλλων, και όχι ως κάτι στατικό και αιώνιο)

    .
    --------
    Κατά τη διάρκεια της δεύτερης ημέρας, το σεμιναρίο επικεντρώθηκε στην αναβίωση του κρατικού αυταρχισμού στην Ευρώπη, μια τάση που εντείνεται από την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ θωρακίζεται από τις δημοκρατικές διαδικασίες, προκειμένου να αναπαραγάγει την εξουσία του. Καθώς συμβαίνει αυτό, όμως, έχουμε, ιδίως στις χώρες του Νότου, την εμφάνιση νέων πολιτικών φορέων, ως κεντρικών παραγόντων στα κομματικά συστήματα, είτε αυτοί προέρχονται από την παραδοσιακή αριστερά και δεξιά (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, Ηνωμένη Αριστερά στην Ισπανία) είτε ακόμη και σε διάσταση με αυτή, όπως είναι η περίπτωση της Ιταλίας (Κίνημα 5 Αστέρων αστέρια). Ο Βάλτερ Μπάγερ, συντονιστής του transform! και ο Ρομπέρτο Μπιόρτσιο (επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο του Μιλάνου), ήταν οι δύο βασικοί ομιλητές της ημέρας.
    Σύμφωνα με τον Β. Μπάγερ, που επικεντρώθηκε σε μια εναλλακτική προσέγγιση για την Ευρώπη και το έθνος με βάση τις εργασίες των Αυστρομαρξιστών, η συζήτηση για το έθνος σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει να προσεγγίζεται από τη σκοπιά του «πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τη συνύπαρξη δημοκρατικά». Η περίπτωση της Αυστροουγγαρίας παρουσιάζει ορισμένες ενδιαφέρουσες αναλογίες με εκείνη της ΕΕ, και πολλές θεωρητικές επεξεργασίες της εποχής εκείνης μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες σήμερα. Το 1889, τα πέντε σημεία του Προγράμματος για τις Εθνότητες του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Αυστρίας αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια να περιγραφεί μια στρατηγική προς ένα δημοκρατικό ομοσπονδιακό κράτος των εθνοτήτων.

    Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβανόμαστε συνήθως την Ευρώπη από οικονομική άποψη, παραλείποντας να δούμε τις κοινωνικές σχέσεις που αποτελούν ρήξη με το παρελθόν. Ταυτόχρονα, ο χαμηλός προϋπολογισμός της ΕΕ δεν αποτελεί μόνο διαρθρωτικό έλλειμμα, αλλά δημιουργεί επίσης ένα πεδίο ανταγωνισμού για τα κράτη, τα συστήματα ασφάλισης κλπ. Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει ταξικά χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι όσοι ευνοούνται από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης –και την υποστηρίζουν ιδεολογικά– ανήκουν στη μεγάλη πλειονότητά τους στην ανώτερη τάξη της κάθε χώρας. Σύμφωνα με τον W. Baier, η επανίδρυση της Ευρώπης θα πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες πέντε αρχές :

    1. Η Ευρώπη δεν είναι ένα έθνος και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εθνικό κράτος.

    2. Δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος.

    3. Δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Χάρτη των δικαιωμάτων των εθνών και των εθνικών μειονοτήτων

    4. Ενίσχυση των εθνικών κοινοβουλίων και του ευρωκοινοβουλίου

    5. Κατάργηση της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ. Η νομισματική πολιτική θα πρέπει να είναι υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

    Παρ 'όλα αυτά, όπως Β. Μπάγερ κατέληξε, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι μια συνταγματική διαδικασία δεν αρκεί για να εφαρμοστούν οι παραπάνω αρχές. Η Ευρώπη που περιγράφουν μπορεί να δημιουργηθεί μόνο μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες και όχι απλώς μέσω θεσμικών προσπαθειών.

    Ο Ρ. Μπιόρτσιο, από την πλευρά του, επικεντρώθηκε στην άνοδο του Κινήματος 5 Αστέρων (M5S) του Μπέπε Γκρίλο, το οποίο κάλυψε την επιθυμία των ψηφοφόρων για αλλαγή στις πρόσφατες ιταλικές εκλογές, λαμβάνοντας 25% των ψήφων. Πριν φτάσει στην κεντρική πολιτική σκηνή ο Γκρίλο είχε δημιουργήσει ένα πραγματικό διαδικτυακό κίνημα. Πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι το M5S δεν είναι απλώς μια εικονική δομή, που υφίσταται μόνο στο διαδίκτυο. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του έπαιξαν οι «συνελεύσεις», πλατφόρμες που επέτρεψαν στους ανθρώπους να οργανωθούν ως τοπικοί ακτιβιστές που βρίσκονταν σε συνεχή επαφή μεταξύ τους (σήμερα το M5S έχει ένα δίκτυο περίπου 1.100 «συνελεύσεις», σε 900 πόλεις και κωμοπόλεις, με σχεδόν 140.000 ακτιβιστές).

    Σύμφωνα με τον Ρ. Μπιόρτσιο, ο τρόπος που το M5S έχει μέχρι σήμερα μεταφράσει τις διαμαρτυρίες σε προτάσεις είναι πολύ διαφορετικός από της λαϊκιστικής δεξιάς. Σε αντίθεση με τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει ο «ισχυρός» ηγέτης σε αυτά τα κόμματα (ως αυτός που μπορεί να εκπροσωπήσει τη βούληση των απλών ανθρώπων στα θεσμικά όργανα του κράτους), το σχέδιο του M5S είναι να καθιερωθεί ως ένα εργαλείο για την επανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας, ανοίγοντας το δρόμο για τη συμμετοχή των πολιτών. Το πρόγραμμα του MS5 είναι σχεδόν το αντίθετο από αυτά των λαϊκιστικών κομμάτων, δίνοντας έμφαση στην προώθηση μιας συμμετοχικής δημοκρατίας και στην υπεράσπιση ενός καθολικού κράτους πρόνοιας, των κοινών αγαθών και της δημόσιας περιουσίας.

    Παρ ότι το M5S είναι πολύ διαφορετικό από τις παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις, χρειάστηκε να βρει νέους τρόπους για να αναπαράγει πολλούς παραδοσιακούς κομματικούς ρόλους, ξεκινώντας με τη δημιουργία ενός δικτύου ακτιβιστών σε ολόκληρη τη χώρα, την επιλογή και την παρακολούθηση των εκλεγέντων στα πολιτικά όργανα, και, τέλος, την κατανόηση και την προβολή των αιτημάτων του κοινού. Και παρά την εκλογική επιτυχία του, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, ιδίως δεδομένου ότι ο Γκρίλο παραμένει ο βασικός κρίκος που συνδέει τους ακτιβιστές και τους διασφαλίζει σημαντική επιρροή στην πολιτική σκηνή. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τον Ρ.Μπιόρτσο, το M5S έχει συνεισφέρει σημαντικά στην πολιτική αλλαγή, ξαναρίχνοντας τα φώτα σε πολλά κρίσιμα ζητήματα και προβλήματα που ταλανίζουν τη δημοκρατία μας και τη λειτουργία της, από την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και της λαϊκής εξουσίας, μέχρι τη δυσπιστία προς τα σημερινά θεσμικά όργανα και τη δυσκολία δημιουργίας νέων και αξιόπιστων τρόπων συμμετοχής στην πολιτική.

    Ο Ματίας Βαγκ από το CMS, ο Γίρι Μάλεκ από τον Όμιλο Ευρωπαϊκού Διαλόγου, ο Γκονσάλο Πέσα από το Cultra και ο Γρέγκορυ Μοζ από την Association Culturelle Joseph Jaquemotte, πήραν στη συνέχεια το λόγο και παρουσίασαν την κατάσταση στις χώρες τους και την ανάλυση που κάνουν τα ιδρύματά τους για την αύξηση του αυταρχισμού στην Ευρώπη και την πιθανή στρατηγική της Αριστεράς εναντίον του.

    Σύμφωνα με τον Μ. Βαγκ η Ευρώπη επιστρέφει σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί με πουλαντζιανούς όρους, ένας ανανεωμένος αυταρχικός κρατισμός. Οι ελίτ προσπαθούν να παρουσιάσουν την οικονομική κρίση ως μια κρίση αξιών, ενώ υπάρχει ένας αυξανόμενος εκφασισμός και αντιδραστική κινητοποίηση. Ως εκ τούτου θεωρεί πως η Αριστερά θα πρέπει να αναλάβει ως κύριο πολιτικό έργο της το καθήκον να υπερασπιστεί τα ατομικά δικαιώματα από την επιτήρηση και τον αυταρχισμό, την προώθηση νέων μορφών εκπροσώπησης, και την καταπολέμηση της ακροδεξιάς, που γίνεται όλο και ισχυρότερη στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο Γ. Μάλεκ, από την πλευρά του, σημείωσε ότι η ακροδεξιά μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας σε ένα αυταρχικό καθεστώς, ως πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί το νόμο και την τάξη. Όπως εξήγησε, ο ακροδεξιός λαϊκισμός έχει στον πυρήνα του ένα φόβο για το μέλλον και την επιθυμία για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο, όπως ισχυρίζεται, μέσα από ένα αυταρχικό κράτος.

    Ο Γκ. Πέσα στην εισήγησή του παρουσίασε την τρέχουσα κατάσταση στην Πορτογαλία, όπου η άκρα δεξιά είναι πολιτικά ανύπαρκτη, κυρίως επειδή όλα τα μεγάλα κόμματα είναι τα ίδια λαϊκιστικά. Για παράδειγμα, το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα έχει μια έντονη ρητορική κατά των δικαιούχων κοινωνικής πρόνοιας (π.χ. Ρομά, διάφορες άλλες μειονότητες κ.λπ.), και συμμετέχει σε μια κυβέρνηση που προωθεί ένα αυταρχικό κράτος. η μόνη αποτελεσματική απάντηση που μπορεί να δοθεί σε μια τέτοια πολιτική (π.χ. οι άνεργοι καλούνται να εμφανίζονται στο Γραφείο Ανεργίας κάθε εβδομάδα για να παραμείνουν εγγεγραμμένοι) είναι στους δρόμους. Από την πλευρά του, ο Γκ. Μοζέ εξήγησε ότι η ακροδεξιά έχει μικρή παρουσία στο γαλλικό τμήμα του Βελγίου, ενώ στο φλαμανδικό τμήμα είναι το δεύτερο ισχυρότερο κόμμα. Παρ ότι η βάση της επιτυχίας της είναι το βελγικό εθνικό ζήτημα, επιτίθεται επίσης στους μετανάστες και απαιτεί περισσότερη «ασφάλεια». Προκειμένου η Αριστερά να αντιμετωπίσει την άκρα δεξιά πρέπει να αρνηθεί να νομιμοποιήσει τη λαϊκιστική δεξιά θεματολογία (αντίθεα με ό,τι έχουν την τάση να κάνουν τα μεγάλα συστημικά κόμματα), να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και τα κοινωνικά επιτεύγματα και να επανοικειοποιηθεί την ιδέα της κυριαρχίας, προωθώντας μια εναλλακτική άποψη της ιδιότητας του πολίτη με κοινωνικοπολιτική βάση.


    --------
    Στο σεμινάριο διαπιστώθηκε ευρεία συμφωνία μεταξύ των μελών του transform! για τα περισσότερα θέματα που τέθηκαν, γεγονός που παρέχει τη βάση για μια στενότερη και βαθύτερη μελλοντική συνεργασία. Είναι σαφές ότι η Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό ζήτημα σε μια στιγμή που η οικονομική κρίση όχι μόνο αλλάζει τα πράγματα, αλλά επίσης αλλάζει τις πεποιθήσεις και δίνει χώρο σε νέους πολιτικούς παράγοντες να αυξήσουν τις δυνάμεις τους. Ιδιαίτερα όσον αφορά την ενίσχυση των διαφόρων μορφών Άκρας Δεξιάς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του το ρόλο της κρίσης, τη στήριξη που λαμβάνει από τις συστημικές δυνάμεις ως αντίβαρο προς την αριστερά, την πίεση που πραγματικά κοινωνικά προβλήματα ασκούν σε ευρεία κοινωνικά στρώματα, καθώς και μια σειρά από ψυχολογικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Εκτός από τις άμεσες πολιτικές συνέπειες που συνεπάγεται η επιτυχία της άκρας δεξιάς, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως η σφυρηλάτηση νέων προσωπικών και συλλογικών ταυτοτήτων με βάση την τάξη, την ασφάλεια και την «πραγματική ιθαγένεια » (δηλαδή «εμείς είμαστε οι πραγματικοί Φινλανδοί, Γερμανοί, Έλληνες κ.λπ.»).

    Η Αριστερά πρέπει να καταλάβει αυτό το φαινόμενο, να κατανοήσει γιατί ελκύει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και να προτείνει ριζοσπαστικές αριστερές λύσεις, αλλά και ριζοσπαστικές αριστερές δράσεις. Δεν πρέπει απλώς να υπερασπιστεί την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων από την άκρα δεξιά, αλλά πρέπει να καταστήσει σαφές ότι θέλει να την ξεπεράσει και να αλλάξει «εδώ και τώρα» τον τρόπο που λειτουργεί τα πράγματα υπό την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού.


Related articles