• Η άνοδος του δεξιόστροφου λαϊκισμού στην Φιλανδία: Η περίπτωση των Αληθινών Φιλανδών.

  • 16 Jun 11
  • Τα δεξιόστροφα λαϊκιστικά αντιμεταναστευτικά κόμματα, όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία, το Κόμμα της Προόδου στην Νορβηγία και το Λαϊκό Κόμμα στη Δανία, έχουν επιτυχημένη παρουσία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Μέχρι σήμερα η Φιλανδία αποτελούσε εξαίρεση στην Ευρώπη. Στη χώρα δεν υπήρχε άκρα Δεξιά, ούτε ο συνήθης πετυχημένος ιδεότυπος της λαϊκιστικής δεξιάς, τον οποίο οι Χέρμπερτ Κίτσελ και Άντονυ ΜάκΓκαν (Kitschelt, McGann 1997, 19) όρισαν ως τον συνδυασμό της δεξιόστροφης ιδεολογίας της αγοράς με τον πολιτικό αυταρχισμό και τις ξενοφοβικές στάσεις (Πεκόνεν 1999, 11). Σήμερα όμως, ενόψει των κοινοβουλευτικών εκλογών του 2011, υπάρχει η γενική αίσθηση ότι οι Αληθινοί Φιλανδοί που χαρακτηρίζονται από την στάση τους ενάντια στην μεταναστευση, θα λάβουν πρωτοφανή κερδη.

    Το άρθρο μου εξετάζει την σχέση του κόμματος των Αληθινών Φιλανδών με άλλα ευρωπαϊκά δεξιόστροφα λαϊκιστικά κόμματα και αναζητά τα αίτια της τόσο επιτυχημένης παρουσίας αυτού του είδους του λαϊκισμού.

    Οι Αληθινοί Φιλανδοί ως ένα ριζοσπαστικό δεξιόστροφο λαϊκιστικό κόμμα.

    Ο Ντάιβιντ Άρτερ (Arter 2010) θεωρεί τους Αληθινούς Φιλανδούς εκπροσώπους του ριζοσπαστικού δεξιόστροφου λαϊκισμού, καθώς όπως δείχνουν οι μελέτες η κομματική τους γραμμή αναπτύσσεται γύρω από ζητήματα σχετικά με τη μετανάστευση, ζητήματα καθοριστικά του ευρωπαικού δεξιόστροφου λαικισμού. Ο Άρτερ ορίζει το κόμμα των Αληθινών Φιλανδών ως λαϊκιστικό και ταυτόχρονα ως κόμμα του σοβινισμού της κοινωνικής πρόνοιας[2]. Το προφίλ των ψηφοφόρων του κόμματος ταιριάζει στον αρχέτυπο του ψηφοφόρου της ριζοσπαστικής δεξιάς που, σύμφωνα με τον Άρτερ, είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, προλεταριοποιημένος, με χαλαρή κομματική σύνδεση και χαμηλότερη του μέσου όρου εμπιστοσύνη στους πολιτικούς (Arter 2010, 501). Από την άλλη, ο Άρτερ επισημαίνει ότι οι ψηφοφόροι των Αληθινών Φιλανδών αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως αριστερό σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τους ψηφοφόρους των άλλων δεξιόστροφων κομμάτων. Και ενώ ο ιδεότυπος της λαϊκιστικής δεξιάς, βάση του ακριβή ορισμού των Χέρμπερτ Κίτσελ και Άντονυ ΜάκΓκαν (Kitschelt, McGann1997, 42), συνδυάζει μεταξύ άλλων την ιδεολογία της αγοράς με πολιτικό αυταρχισμό και ξενοφοβικές στάσεις οι Αληθινοί Φιλανδοί ουδέποτε φλέρταραν με τον νεοφιλελευθερισμό (Arter 2010, 499). Επιπλέον, οι πολιτικές καταβολές των Αληθινών Φιλανδών δεν είναι ακροδεξιές, σε αντίθεση για παράδειγμα με τις περιπτώσεις των Σουηδών Δημοκρατών ή του γαλλικού Εθνικού Μετώπου. Επίσης, η ρητορική και η ηγεσία τους χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη μετριοπάθεια συγκριτικά με το ολλανδικό Κόμμα για την Ελευθερία ή με το αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας. Παρόλα αυτά ο Άρτερ ταξινομεί το κόμμα στη δυτική ευρωπαϊκή παράδοση του δεξιόστροφου λαϊκισμού αντί σε εκείνη του κεντρώου λαϊκισμού, όπου εντάσσεται η εθνικιστική οπτική της Φιλανδικής ταυτότητας, που αποτελέι την ορίζουσα όλων των πολιτικών θέσεων των Αληθινών Φιλανδών (Arter 2010, 502). 

    Το 2005 η Ελίνα Κεστίγια εισηγήθηκε ότι οι διαθέσεις και το προφίλ των Φιλανδών ψηφοφόρων ευνοούσαν την εμφάνιση ενός ριζοσπαστικού δεξιόστροφου κόμματος όσο και σε εκείνες τις ευρωπαϊκές χώρες όπου η ριζοσπαστική δεξιά είχε ήδη επιτυχημένη διαδρομή. Οι Φιλανδοί πράγματι φοβούνται σε ποσοστό μεγαλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου τις επιπτώσεις της μετανάστευσης στην οικονομία και τον πολιτισμό. Οι στάσεις των Φιλανδών απέναντι στους μετανάστες είναι ιδιαιτέρως σκληρές σε σχέση με τις άλλες σκανδιναβικές χώρες. Η Κεστίγια επισημαίνει επίσης ότι η συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογικές διαδικασίες μειώθηκε, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε η απογοήτευση προς τους πολιτικούς θεσμούς, η ξενοφοβία και οι κριτικές για την ΕΕ (Kestila 2005, 369). Ωστόσο, δεν θεώρησε ότι η ριζοσπαστική δεξιά είχε ήδη μια θέση μεταξύ των φιλανδικών κομμάτων, αλλά διείδε ως πιθανή μια μελλοντική κινητοποίησή της. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ανοχή σε ριζοσπαστικές δεξιές δράσεις εξέλειψε το σημαντικότερο εμπόδιο για τα κινήματα (Kestila 2005, 371) και σύμφωνα με τον Βίλινα Χέλστεν (2001, 45-46) η είσοδος του κόμματος του Εθνικού Συνασπισμού στην κυβέρνηση, μετά από μια μακρά απουσία με αφετηρία το 1987, δημιούργησε περαιτέρω δυνατότητες για τη ριζοσπαστική Δεξιά. Στο βιβλίο Η Νέα Ριζοσπαστική Δεξιά στη Φιλανδία (1991), που επιμελήθηκε ο Κιόστι Πεκόνεν, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η Φιλανδία αποτελεί πραγματικά μια εξαίρεση στην Ευρώπη, αφής στιγμής δεν υπήρχε στη χώρα η ιδεοτυπική λαϊκιστική δεξιά, η οποία έιχε επιτυχημένη παρουσία σε άλλα μέρη της Ευρώπης και συνδυάζει την ιδεολογία της αγοράς, τον αυταρχισμό και εθνοκεντρικές ή ακόμα και ρατσιστικές στάσεις (Pekonen 1991, 11; Pekonen, Hynynen, Kalliala 1999, 47). Οι συγγραφείς διέκριναν κάποια σημάδια αφύπνισης της νέας Δεξιάς και στην Φιλανδία. Ιδιαίτερα αναφέρονταν σε εκείνες τις δημοφιλείς εντός της λαϊκιστικής δεξιάς στάσεις, οι οποίες φαίνονταν να συναντούν ανταπόκριση από τους ψηφοφόρους που οι υπάρχουσες πολιτικές ομάδες και πολιτικά κόμματα δεν γνώριζαν πώς να προσεγγίσουν (Pekonen, Hynynen, Kalliala 1999, 57).

    Οι Αληθινοί Φιλανδοί στην Ευρώπη

    Η δεξιόστροφη λαϊκιστική ιδεολογία δομείται πάνω στον τοπικισμό, στον σοβινισμό της κοινωνικής πρόνοιας και στον λαϊκισμό (Mudde 2010, 3) ή εναλλακτικά στον εθνικισμό, στον λαϊκισμό και στον κοινωνικο-πολιτισμικό αυταρχισμό (Arter 2010, 439). Η μετανάστευση, η ασφάλεια και η διαφθορά αποτελούν κεντρικά ζητήματα (Mudde 2010, 7). Η λαϊκιστική Δεξιά γεννήθηκε ως μια αντίδραση στην μεταϋλιστική Αριστερά των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η οποία έδινει έμφαση στα δικαιώματα των μειονοτήτων, στον φεμινισμό και στις περιβαλλοντικές αξίες.

    Ο Ντάιβιντ Άρτερ τοποθετεί τους Αληθινούς Φιλανδούς μεταξύ των ευρωπαϊκών δεξιόστροφων λαϊκιστικών κομμάτων. Ωστόσο, μας υπενθυμίζει ότι τουλάχιστον προς ώρας από τις θέσεις του κόμματος απουσιάζει το τυπικά ξενόφοβο και ακραίο ύφος. Ο Τίμο Σόινι δεν έχει εισηγηθεί τίποτα παρόμοιο με τον ηγέτη του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας Γιόργκ Χάιντερ[3], ο οποίος πρότεινε την καθιέρωση «ειδικών στρατοπέδων» για τους άρρωστους, τους ηλικιωμένους και τους εγκληματίες (Arter 2010, 485). Εντούτοις, ο Σόινι βρίσκει την απόδοση του χαρακτηρισμού «ρατσιστής» στον Γιόργκ Χάιντερ και σε άλλους δεξιόστροφους λαϊκιστές απλοική. Ακόμη και αν ο Τίμο Σόινι  παρουσιάζει τον εαυτό του ως μη ρατσιστή το 12% ερωτόμενων σε δημοσκόπηση τον θεωρούν ευθέως ρατσιστή και  το 28% θεωρεί ότι είναι ρατσιστής, ο οποίος προσπαθεί να το κρύψει (Arter 2010, 498). Ο Σόινι αποκαλεί χιουμοριστικά τα μέλη του κόμματός του με σαφώς ρατσιστικές συμπεριφορές «propellerheads», όμως με αυτόν τον τρόπο αγνοεί το πρόβλημα καθεαυτό. Η κριτική που κάνει ο Σόινι κατ’ουσίαν έχει επικοινωνιακά ερείσματα και δεν κατευθύνεται στον ρατσισμό καθεαυτό.

    Ωστόσο, οι Αληθινοί Φιλανδοί πράγματι διαφέρουν σε κάποιο βαθμό από το ηπειρωτικό μοντέλο της άκρας Δεξιάς. Για παράδειγμα, οι ψηφοφόροι δεν αξιολογούν το κόμμα ως ακραία δεξιό. Ο σκανδιναβικός δεξιόστροφος λαϊκισμός θεωρείται πιο μετριοπαθής από τα ομόλογα παραδείγματα στην υπόλοιπη Ευρώπη(Kitschelt & McGann 1997, 121). Τα σκανδιναβικά κόμματα συχνά δικαιολογούν τις αντιμεταναστευτικές τους απόψεις στη βάση του σοβινισμού της κοινωνικής πρόνοιας αντι του ρατσισμού, ο εθνικισμός τους είναι πιο ήπιος και οι διασυνδέσεις με ακραίες ομάδες ισχνότερες από τις αντίστοιχες της δεξιόστροφης λαϊκιστικής δεξιάς στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη(Kitschelt & McGann 1997, 135). Τέλος, η κριτική της ΕΕ στην οποία οι Αληθινοί Φιλανδοί πρωτοστατούν προσδιορίζει τη σκανδιναβική νέα Δεξιά (Granfelt 2010, 15).

    Σε γενικές γραμμές, τα δεξιόστροφα λαϊκιστικά κόμματα προέρχονται από πολύ διαφορετικές ιδεολογικές παραδόσεις. Για παράδειγμα το ουγγρικό κόμμα Γιόμπικ και το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα έχουν (1) νεοφασιστικές και ρατσιστικές καταβολές. Οι Αληθινοί Φιλανδοί, το δανικό Λαϊκό Κόμμα και το νορβηγικό Κόμμα της Προόδου αρθρώθηκαν πάνω σε (2) λαϊκιστικές διαμαρτυρίες. Το σουηδικό Λαϊκό Κόμμα έχει τις ρίζες του (3) στην επαρχία και το αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας πριν τον Χάιντερ ήταν εστιασμένο (4) σε περιβαλλοντικά θέματα. Αντιστοίχως, το βελγικό Βλάαμς Μπελάνγκ και η ιταλική Λίγκα του Βορρά αποτελούν (5) εθνο-τοπικιστικά κόμματα (Lodenius & Wingborg 2010, 19).

    Πίσω από μερικά κόμματα βρίσκεται ένα μονοθεματικό κίνημα: Το δανικό Λαϊκό Κόμμα ανέκυψε μέσα από μια φορολογική ανταρσία (Betz 1994, 5)[4], η ιταλική Λίγκα του Βορρά από τον τοπικιστικό πατριωτισμό στη βόρεια Ιταλία (Betz 1994, 9). Οι καταβολές του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας είναι φιλελεύθερες (Betz 1994, 12), ενώ το Γαλλικό Εθνικό μέτωπο είναι νεοφασιστικό (Betz 1994, 13). Το ελβετικό Κόμμα των Αυτοκινήτων με τη σειρά του καθιερώθηκε ως το κόμμα των οδηγών αυτοκινήτων και υποστηρικτών του καταναλωτισμού που στόχο είχε να αντιταχθεί στις φιλοδοξίες της πράσινης Αριστεράς να περιορίσει τις μηχανοκίνητες μετακινήσεις και τον καταναλωτισμό. Τέλος, το υπόβαθρο των Αληθινών Φιλανδών βρίσκεται στο λαϊκιστικό φιλανδικό κόμμα των μικροκαλλιεργητών (Φιλανδικό Αγροτικό Κόμμα, SMP). Όμως, τα τελευταία χρόνια έκανε την εμφάνισή του στο εσωτερικό του κόμματος ένα έντονα κριτικό ρεύμα στη μετανάστευση που προέρχεται από την άκρα Δεξιά.

    Ποίοι είναι οι Αληθινοί Φιλανδοί;

    Είναι οι Αληθινοί Φιλανδοί λοιπόν το πιο αριστερό από τα δεξιόστροφα κόμματα; Αποτελούν μια συνέχεια των παραδόσεων του Φιλανδικού Αγροτικού Κόμματος ή ένα ριζοσπαστικό δεξιόστροφο κόμμα που αναδύεται από την πανευρωπαϊκή ισλαμοφοβία; Το προφίλ των ψηφοφόρων του ομοιάζει με εκείνο των τυπικών ψηφοφόρων της άκρας Δεξιάς (Arter 2010, 501). Οι υποστηρικτές τους, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2008 και 2009[5], είναι στην πλειοψηφία τους μισθωτοί, μεσήλικες άνδρες. Οι μισοί από αυτούς, ποσοστό μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα, είναι εργάτες. Αν και η αναλογία ειδικών και διοικητικών υπαλλήλων είναι μικρότερη εν σχέση με άλλα κόμματα, γενικά οι υποστηρικτές των Αληθινών Φιλανδών βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση. Μόνο το Κόμμα του Εθνικού Συνασπισμού και το Σουηδικό Λαϊκό Κόμμα έχει περισσότερους υποστηρικτές στην υψηλότερη εισοδηματική βαθμίδα, που αντιστοιχεί σε εισοδήματα μεγαλύτερα από 50.000 ευρώ το χρόνο. Ενώ ταυτόχρονα αυτά είναι και τα δύο κόμματα που έχουν τους λιγότερους υποστηρικτές στην χαμηλότερη εισοδηματική κατηγορία, που αντιστοιχεί σε εισοδήματα χαμηλότερα από 20.000 ευρώ ετησίως.

    Το μορφωτικό επίπεδο των υποστηρικτών των Αληθινών Φιλανδών είναι σχετικά χαμηλό. Το 53% έχει ολοκληρώσει κάποια τεχνική σχολή ή κολλέγιο, το 27% έχει λάβει μόνον μέση εκπαίδευση, ενώ πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει μόνον ένα 5%. Συγκριτικά οι υποστηρικτές των πρασίνων έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση σε ποσοστό 33%, τεχνική εκπαίδευση στο 26% και μόλις το 7% είναι απόφοιτοι μόνο της μέσης εκπαίδευσης. Η βάση του κόμματος είναι άνδρες σε ποσοστό 67%, ποσοστό μεγαλύτερο από όλα τα άλλα κόμματα. Οι ηγετικές θέσεις του κόμματος κατέχονται και αυτές στην συντριπτική πλειοψηφία τους από άνδρες. Οι Αληθινοί Φιλανδοί έχουν καλύτερη παρουσία στις αραιοκατοικημένες περιοχές από ότι στα αστικά κέντρα. Υπο αυτό το πρίσμα οι υποστηρικτές του κόμματος ομοιάζουν κάπως με του Κεντρώου Κόμματος, αν και στην περίπτωση του τελευταίου η απόκλιση είναι ακόμα μεγαλύτερη (Rahkonen 2010, 511). Σύμφωνα με τον Πάαβο Νισκάνεν (PaavoNiskanen 2008, 142-144) οι Αληθινοί Φιλανδοί εκτός από τα αιτήματα των μισθωτών προωθούν τα αιτήματα των αγροτών και των μεσαίων μη οργανωμένων στρωμάτων, ενώ από τις θέσεις τους συμπεραίνει ότι κεντρική ταξική αρετή θεωρείται η επιχειρηματικότητα. Οι Αληθινοί Φιλανδοί αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους περισσότερο ως υποστηρικτές των αξιών της μεσαίας τάξης παρά της αστικής. Πάντως, ο ταξικός προσανατολισμός τους είναι ισχυρότερος από ότι σε πολλά άλλα κόμματα, καθώς δεν υπερθεματίζει σε κάποιο κοινό διαταξιακό συμφέρον όσο εμφατικά το κάνουν οι υπόλοιποι.

    Ο Ντάιβιντ Άρτερ (Arter 2010, 494) τοποθετεί στο επίκεντρο των στοχεύσεων των Αληθινών Φιλανδών την αφομοίωση των μειονοτήτων – με άλλα λόγια την υπεράσπιση της πλειοψηφίας ενάντια στα αιτήματα των μειονοτήτων για ισότητα, τα οποία έχουν διογκωθεί – την υπεράσπιση της βασικής ασφάλειας και της προοδευτικής φορολόγησης, καθώς και την μείωση της φορολογίας των χαμιλόμισθων εργατών. Σχετικά με το ζήτημα της βασικής ασφάλειας ο Άρτερ κάνει αναφορά στο Μανιφέστο του 2003 των Αληθινών Φιλανδών, σύμφωνα με το οποίο η παραδοσιακή Αριστερά έχει εγκαταλείψει την παράδοση «του ράφτη Χάλμ και του αγρότη Κοσελά[6]» και έχει πηδήσει στο βαγόνι της παγωμένης και παράξενης σοσιαλιστικής ευρωπαικής ελίτ. Πράγματι οι Αληθινοί Φιλανδοί συχνά παρουσιάζονται ως ένα κεντρώο κόμμα με έμφαση σε αριστερά αιτήματα και οι άνθρωποι δεν φαίνεται να τους κατατάσσουν στα ευρωπαϊκά δεξιόστροφα λαϊκιστικά κόμματα, εν μέρει και λόγω των καταβολών τους που τοποθετούνται στο Φιλανδικό Αγροτικό Κόμμα. Ωστόσο, στα προγράμματα του Φιλανδικού Αγροτικού Κόμματος δεν γινόταν αναφορά σε ζητήματα γύρω από τη μετανάστευση[7] (Pekonen 1999, 36; Kestilä 2005, 367).

    Βέβαια οι αριστερές δηλώσεις από δεξιόστροφα λαϊκιστικά κόμματα σχετικά με το ρόλο του κράτους στην οικονομία δεν συνιστά κατά κανέναν τρόπο πρωτοτυπία (Mudde 1997, 130). Για παράδειγμα, ο Γιόργκ Χάιντερ όριζε την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κόμματος της Ελευθερίας ως «κοινωνική και όχι σοσιαλιστική» (Arter 2010, 495). Ομοίως με τον Χάιντερ ο Τίμο Σόινι ορίζει το κόμμα των Αληθινών Φιλανδών ως ένα εργατικό κόμμα που δεν είναι σοσιαλιστικό. Στη θέση του «σοσιαλισμού» προτείνουν μια «κοινωνικότητα» που εδράζεται στις χριστιανικές αξίες (Mudde 1997, 130). Οι Αληθινοί Φιλανδοί στηρίζονται και αυτοί σε κάποιο βαθμό στις χριστιανικές αξίες και ο Τίμο Σόινι τονίζει εμφατικά την πίστη του στον καθολικισμό.

    Αληθινός Φόβος 

    Στην Φιλανδία η διαστολή του οικονομικού χάσματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπήρξε ταχύτερη από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ[8]. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η οικονομική ανάπτυξη δεν βελτίωσε το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων (Hänninen & Palola 2010, 8). Ειδικότερα, το προερχόμενο από την ιδιοκτησία εισόδημα αυξήθηκε συγκριτικά με το εργασιακό εισόδημα, καθώς το πρώτο φορολογήθηκε σχετικά ενώ το δεύτερο προοδευτικά. Επίσης στην Φιλανδία παρατηρήθηκε και η εμφάνιση μιας νέας τάξης φτωχών εργαζόμενων[9].

    Σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνεται να υπάρχουν εναλλακτικές ο κόσμος κινητοποιήθηκε από τον φόβο. Ο φόβος των μεταναστών, της εγκληματικότητας και της ασέλγειας, ένας δημόσιος τομέας που γίνεται βαρίδι ή μια ενδεχόμενη οικολογική καταστροφή δίνουν στην πολιτική ξανά νόημα  ižek 2010). Στην ατμόσφαιρα του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία, ο κόσμος διαιρείται σε φίλους και εχθρούς. Μέσα από το φόβο γινόμαστε μια ομοιογενής ομάδα και οι στάσεις ενάντια στους «Άλλους» πληθαίνουν. Η έντονη ηθική πίεση που συνδέεται με αυτήν την διαίρεση καθιστά τον συμβιβασμό κατ’ ουσίαν αδύνατον. Το ηθικά δίκαιο «εμείς» δεν μπορεί να μολυνθεί ούτε από την πιο ευάριθμη ομάδα των «Άλλων» (Mudde 2007, 89).

    Οι δεξιόστροφοι λαϊκιστές – παρότι ευνοούνται από τις ξενοφοβικές απόψεις τους – αποφεύγουν τις ευθέως ρατσιστικές και αντισιμητικές θέσεις, αν και η ιδεολογία τους περιλαμβάνει τυπικά στοιχεία της ριζοσπαστικής Δεξιάς, όπως για παράδειγμα η ιδέα του «έθνους» (Jokisalo 2009, 130). Πράγματι το εκλογικό πρόγραμμα (2011, 10) των Αληθινών Φιλανδών προτείνει διάφορους τρόπους προστασίας της «εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς», όπως η εστίαση των κρατικών επιχορηγήσεων σε πολιτιστικά προγράμματα και δραστηριότητες που «ενισχύουν την φιλανδική ταυτότητα».

    Το εκλογικό τους πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης στοιχεία μιας «εθνο-πλουραλιστικής» θεωρίας της νέας Δεξιάς, στο πλαίσιο της οποίας η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας. Στη θέση των φυλετικών ιεραρχιών τοποθετείται η «ποικιλομορφία των πολιτισμών» στην οποία και αντίκειται η μετανάστευση. Για την εθνο-πλουραλιστική σκέψη οι εθνικές κουλτούρες αναπτύχθησαν μέσα από μια κοινωνικο-δαρβινική μάχη για επιβίωση και γίνονται αντιληπτές ως ομοιογενείς και αμετάβλητες. Ο εθνο-πλουραλισμός θεωρεί τις κουλτούρες  φυσικούς, ομοιογενείς και αμετάβλητους «εθνικούς» πολιτισμούς (Jokisalo 2010b, 96-97). Σύμφωνα με τους Αληθινούς Φιλανδούς, «μια ανεξάρτητη και ευημερούσα Φιλανδία είναι ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο ένα από τα πιο θαυμαστά επιτεύγματα της γης» (εκλογικό πρόγραμμα για τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2011, 9). Ως εκ τούτου, η εθνική κουλτούρα πρέπει να διαφυλαχθεί διαφορετικά θα καταστραφεί. Το Ισλάμ από αυτήν την άποψη θεωρείται η μεγαλύτερη απειλή. Το μπλόγκ του Γιούσι Χάλα-αχο, μέλους του δημοτικού συμβουλίου του Ελσίνκι και δεύτερου πιο αναγνωρίσιμου μέλους των Αληθινών Φιλανδών, Kirjoituksiauppoavastalännestä’ [Γράμματα από τη ναυαγισμένη Δύση] πρωτοστατεί στην διάδοση των θεωρίών συνομωσίας που προωθούνται από την νέα Δεξιά στην Ευρώπη και σύμφωνα με τις οποίες το Ισλάμ διεξάγει μια πολεμική εισβολή στην Ευρώπη.

    Ο Γιούσι Χάλα- άχο εξισώνει απροκάλυπτα την ανθρώπινη αξία με την επιτυχία και τα επιτεύγματα[10]. Ο Τίμο Σόινι από την άλλη προσπαθεί να διατηρήσει κάποιες αποστάσεις από τον δεύτερο τη τάξει στο κόμμα: Η ρητορική τους έχει αναφορές σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Για παράδειγμα το προεκλογικό πρόγραμμα για τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2007 διακηρύσσει ότι τα άτομα με αναπηρία αξίζουν όσο και οι υπόλοιποι άνθρωποι και ως εκ τούτου θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες. Οι Αληθινοί Φιλανδοί επίσης είναι αντίθετοι με την πρόταση περί της εξαφάνισης της αναπηρίας από την κοινωνία μέσω των προγεννητικών ελέγχων. Ωστόσο, αυτές οι προτάσεις στις οποίες αντιτίθενται προέρχονται από την ευρωπαϊκή νέα Δεξιά και τους δεξιόστροφους λαϊκιστές (βλέπε για παράδειγμα Jokisalo 1995, 119). Η πολιτική γραμμή του πρόγραμματός τους είναι πιθανώς μια αντανάκλαση του εσωτερικού ορισμού της πολιτικής του κόμματος.

    Ο δεξιόστροφος ριζοσπαστισμός προσπαθεί να απευθυνθεί σε όσους εκτοπίστηκαν από την κοινωνία και στους κερδισμένους της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης ταυτόχρονα. Αυτός είναι και ο λόγος που στα ψηφοδέλτια των Αληθινών Φιλανδών συνυπάρχουν επιτυχημένοι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής και απλοί άνθρωποι που φοβούνται για το μέλλον τους.

    Γιατί δεξιόστροφος και όχι αριστερόστροφος λαϊκισμός;

    Εντός του λαικϊστικού λόγου (discourse) «ο λαός» και «η ελίτ» είναι αντίθετοι πόλοι και ως εκ τούτου δεν είναι επιθυμητή η αποκλειστική σύνδεση είτε με την Αριστερά, είτε με την Δεξιά. Σύμφωνα με τον Ερνέστο Λακλάου, ο λαϊκισμός συμπυκνώνει την κρυμμένη δυσαρέσκεια, την εμπειρία της κάθε αδικίας. Ο λαϊκισμός είναι περισσότερο μια πολιτική έμφαση που παλεύει να απευθυνθεί «στον λαό» και να τον υπερασπίσει ενάντια σε αυτήν «την ελίτ» (Laclau 2005, 4). Ο αριστερόστροφος λαϊκισμός επικεντρώνεται σε κοινωνικοοικονομικά ερωτήματα, ενώ ο δεξιόστροφος εστιάζει σε εθνοτικά και πολιτισμικά (Arter 2010, 492).

    Στο δημόσιο λόγο της Αριστεράς δύο επιχειρήματα προκύπτουν συχνά αναφορικά με την ανάδυση του δεξιόστροφου λαϊκισμού και τα οποία φαίνονται σχεδόν αντιπαραθετικά τουλάχιστον σε μια επιφανειακή εξέταση. Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα ο αντιμεταναστευτικός δεξιόστροφος λαϊκισμός έχει επιτυχημένη παρουσία διότι η Αριστερά και κυρίως η σοσιλαδημοκρατία έχει εγκαταλείψει την εργατική τάξη και έχει αποδεχθεί την νεοφιλελεύθερη συναίνεση που ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς. Σύμφωνα με το δεύτερο οι δεξιόστροφες στάσεις και οι άτεγκτες αξίες των νικητών έχουν πραγματικά κερδίσει έδαφος στην κοινωνία.

    Ο Μάγκνους Μάρστνταλ στο βιβλίο του Frp-koden περιγράφει την επιτυχή ιστορία του νορβηγικού Κόμματος της Πρόδου. Η Αριστερά, οδηγούμενη από τους σοσιαλδημοκράτες, ενεπλάκη στην όξυνση του εισοδηματικού χάσματος και στην διάλυση του κράτους πρόνοιας. Κατά τον Μάρστνταλ η Αριστερά αντί να εκπροσωπεί τους εργάτες εκπροσωπεί τους νικητές της εκπαιδευτικής επανάστασης της δεκαετίας του 60, δηλαδή την υφιστάμενη πολιτιστική ελίτ. Στην καλύτερη περίπτωση η αριστερόστροφη ελίτ ακόμη και αν επιθυμεί να ταυτιστεί με την εργατική τάξη στην πραγματικότητα και ίσως ακούσια, περιφρονεί τον τρόπο ζωής της εργατικής τάξης, τις γεύσεις της και τις αξίες της λαϊκής οικογένειας. Από την άλλη για ένα μέλος της εργατικής τάξης είναι δύσκολο για παράδειγμα να κατανοήσει την κριτική στην κατανάλωση που εξαπολύει η Αριστερά (Marsdal 2007, 249). Σύμφωνα με τον Μάρστνταλ (Marsdal 2007, 183), όταν η νορβηγική αριστερόστροφη διανόηση συμπεριφέρεται με περιφρόνηση στους καταλόγους που είναι γραμμένοι στα νορβηγικά και στις επαρχιώτικες ντίσκο στην Τορεβιέχα, δεν καταννοεί ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ικανότητα να μιλούν ξένες γλώσσες, να ταξιδεύουν ανεξάρτητα και να τρώνε με έναν εξευγενισμένο τρόπο. Η συμπεριφορά της δεν διαφέρει πραγματικά από την ομοφοβία και την ξενοφοβία της  εργατικής τάξης:

    Όταν γελάμε με τους καταλόγους που είναι γραμμένοι στα νορβηγικά στην Τορεβιέχα δεν είναι σαν να γελάμε με τους ανθρώπους εκείνους που η γνώση τους στα αγγλικά δεν είναι όσο καλη είναι η δική μας; […] Έχω το δικαίωμα να γελάω με τον δικό τους τρόπο διακοπών απλώς επειδή προτιμούν την Γκραν Κανάρια ή την Κόστα Μπλάνκα; Τι συνέβει στην καλοκάγαθη, ανοιχτή και αυτοκριτική στάση με την οποία έμαθα να συμπεριφέρομαι στους μετανάστες; Δεν θα έπρεπε να συμπεριφέρομαι με τον ίδιο σεβασμό και σε όσους ανθρώπους προέρχονται από διαφορετική τάξη;

    Ο δεξιόστροφος λαϊκισμός είναι, σύμφωνα με τον Μάρσνταλ (Marsdal 2007, 197), ένα παραμορφωμένο ισοδύναμο της αριστερής πολιτισμικής ελίτ. Σε αντίθεση με τις πρώτες μέρες του εργατικού κινήματος, όταν η εργατική τάξη ηγείτο η ίδια των κινημάτων της, οι πολιτικοί στις μέρες μας, αριστεροί και δεξιοί, γεννιούνται απευθείας μέσα σε αυτήν την ελίτ. Για αυτό και η εργατική τάξη μπορεί να επιλέξει στις εκλογές μεταξύ της αριστερής πολιτισμικής ελίτ και της δεξιόστροφης επιχειρηματικής ελίτ. Οι εργάτες αποφεύγουν την πρώτη περισσότερο από την δεύτερη. Ένας κοινός άνθρωπος μπορεί, τουλάχιστον θεωρητικά, να φαντάζεται πως θα γίνει εκατομμυριούχος, αλλά όχι καθηγητής (Marsdal 2007, 197, 251). Ο Μάρστνταλ πιστεύει πως ένα μεγάλο μέρος των υποστηρικτών των δεξιόστροφων λαϊκιστών θα έδιναν την ψήφο τους στην Αριστερά εάν αυτή προσέφερε μια εναλλακτική στην νεοφιλελεύθερη και ελιτίστικη πολιτική (Marsdal 2007, 344).

    Ιδιαίτερα οι αριστεροί και κοινωνικά προσανατολισμένοι ανθρωπολόγοι τείνουν να θεωρούν τον ρατσισμό ένα πρόβλημα των αποκλεισμένων νεαρών ανδρών. Η στερεοτυπική εικόνα του Ευρωπαίου με ριζοσπαστικές δεξιές πεποιθήσεις αντιστοιχεί στον αμόρφωτο εξαθλιωμένο άνεργο που ζει σε κάποιο μίζερο προάστιο. Ωστόσο, μελέτες δείχνουν ότι η οικονομική δυσπραγία δεν εκθέτει κάποιον στον δεξιόστροφο ριζοσπαστισμό. Η άκρα Δεξιά φαίνεται να συναποτελείται από τους κερδισμένους του δυτικού εκσυγχρονισμού, οι οποίοι μισούν τους φτωχούς και τους ξένους (Jokisalo 1995, 116-120). Σύμφωνα με τον Τζοκίσαλο (Jokisalo 1995, 109), η άποψη για την επανάσταση των θυμάτων του εκσυγχρονισμού μετατρέπει τη βία που κατευθύνεται στον αδύναμο σε αντίσταση κατά της κοινωνικής αδικίας. Ούτε ο Κας Μούντ (CasMudde 2007, 205) αποδέχεται την άποψη που θέλει τους υποστηρικτές της ριζοσπαστικής δεξιάς ως τους χαμένους του εκσυγχρονισμού. Σύμφωνα με αυτόν, μόνο ένα μικρό κομμάτι των πραγματικά χαμένων των δομικών αλλαγών δίνουν την ψήφο τους στους δεξιόστροφους λαϊκιστές. Έτσι, σύμφωνα με μια άλλη αντίληψη ο δεξιόστροφος λαϊκισμός έχει μεγαλύτερη επιτυχία μεταξύ των δυτικών μεσαίων στρωμάτων και του καλοπληρωμένου τμήματος της εργατικής τάξης που προσπαθούν να προασπίσουν τα προνόμιά τους από τις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης. Η επισφάλεια που διαχέεται από την παγκοσμιοποίηση και τις δομικές αλλαγές του καπιταλισμού αναδεικνύουν τον δεξιόστροφο λαϊκισμό, αλλά τελικά τον καθιστούν επιτυχή μεταξύ εκείνων που βρίσκονται σε σχετικά καλή κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, μελέτες έχουν δείξει ότι η επισφαλής εργασία και οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες τείνουν να φθείρουν την υποστήριξη των δεξιόστροφων λαϊκιστών, ενώ καλύτερες συνθήκες ζωής αυξάνουν τις πιθανότητες για ψήφο υπέρ τους (Mudde 2007, 223). Αυτό το φαινόμενο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε για παράδειγμα πικρία που παράγεται από την επιτυχία. Ο λευκός άνδρας ξεκίνησε τη μάχη για τα προνόμια του πλούσιου Βορρά.


    Μετάφραση: Βαγγία Λυσικάτου

     

    Πηγές

    Arter, David 2010: ”The Breakthrough of Another West European Populist Radical Right Party? The Case of the True Finns”, Government and Opposition, τεύχος 45, Νο 4, Οκτώβριος 2010, σσ. 484-504.

    Betz, Hans-Georg 1994: Radical Right-Wing Populism in Western Europe. Macmillan, Λονδίνο.

    Betz, Hans-Georg 1998: Foreword in Betz, Hans-Georg & Immerfall, Stefan (Eds.): The New Politics of the Right: Neo-Populist Parties and Movements in Established Democracies. Macmillan, Λονδίνο.

    Granfelt, Anna 2010: Perussuomalaiset - oikeistopopulistit nousussa?, Pro Gradu thesis, University of Helsinki.

    Hellsten, Villiina (2001) "Uuden politiikan oikeiston mobilisaatio-mahdollisuudet Suomessa", Politiikka 43:1, 37-48.

    Jokisalo, Jouko 1995: ”Postfordistisen oikeistoradikalismin esiinmarssi?” in: Anne Ahonen (Ed.), Kansakunnat murroksessa - globalisoitumisen ja äärioikeistolaistumisen haasteet, Tampere Peace Research Institute, studies No. 60/1995, Tampere, 105-132.

    Jokisalo, Jouko 1999: “Uhkaako uusfasismi? Länsi-Euroopan äärioikeisto uusliberalismin ja sosiaalisen kysymyksen jännitteessä”, Ydin 1/1999, 33-37.

    Jokisalo, Jouko 2009: ”Euroopan äärioikeisto ja ympäristökriisi - kohti ekofasismia?” in Nykyinen kriisi ja Marx, kustannusyhtiö TA-Tieto Oy, 127- 144.

    Jokisalo, Jouko 2010a: ”Sosiaalirasismi Saksassa”

    Jokisalo, Jouko 2010b: ”Islamofobia, viholliskuvat ja kriittisen monikulttuurisuuskeskustelun ongelma” in Kulttuurisia kohtaamisia,Like, Ελσίνκι.

    Kestilä, Elina 2005: ”Onko Suomen puoluekentässä tilaa radikaalioikeistolle?”, Yhteiskuntapolitiikka70: 4, σσ. 357-374.

    Kitschelt, Herbert, McGann, Anthony 1995: The Radical Right in Western Europe: A Comparative Analysis. Ann Arbor: The University of Michigan Press.

    Laclau, Ernesto 2005: On Populist Reason, Verso, New York, Λονδίνο.

    Lodenius Anna-Lena, Wingborg Mats 2010: Arbetarrörelsens strategier för att motverka främlingsfientliga och högerpopulistista partier – erfarenheter från Danmark, Norge och Sverige, Friedrich Ebert Stiftung, Στοκχόλμη.

    Marsdal, Magnus 2007: Högerpopulismen dissekerad, hemligheten bakom fremskrittspartiet framgångar, Celanders förlag, Lund. Norwegian original Frp-koden from 2005. Translation by Henrik Celander. 

    McNally David 2009: “From Financial Crisis to World-Slump: Accumulation, Financialisation, and the Global Slowdown”, Historical Materialism 17, brill.nl/hima, σσ. 35-83.

    Mudde, Cas 2007: Populist Radical Right Parties in Europe, Cambridge University press, ΝέαΥόρκη