• Ομιλία στην Ημερίδα ¡No Pasaran!
  • Η αντιδραστική εξέγερση

  • Βάλτερ Μπάγερ | 18 Mar 19 | Posted under: Ευρωπαϊκή Ένωση , Ακροδεξιά
  • Η εμπειρία της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Αυστρίας κ.ά., καταδεικνύει τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα των ακροδεξιών κομμάτων στις εν λόγω χώρες. Τα κόμματα αυτά, μόλις έγιναν κυβέρνηση, διείσδυσαν στον κρατικό μηχανισμό προκειμένου να αποτρέψουν το ενδεχόμενο της απώλειας της εξουσίας.

    Είναι θεμιτό να μιλάμε, με επιστημονικούς όρους, για τον κίνδυνο του φασισμού στην Ευρώπη;


    Όλο τον προηγούμενο χρόνο, ο βιότοπος των εκσυγχρονισμένων εξτρεμιστικών δεξιών κομμάτων στην Ευρώπη εξαπλώθηκε δραματικά.

    Δεν μιλάμε για βίαιες, στρατευμένες περιθωριακές ομάδες αλλά για κόμματα που καταφέρνουν να πάρουν την εξουσία.

    Μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «φασισμός» για να χαρακτηρίσουμε αυτά τα κόμματα, όταν γνωρίζουμε καλά τις ισχυρές ιστορικές αναφορές του;

    Μπορεί ακόμη και να αναρωτιέστε αν έχει νόημα, από άποψη τακτικής, να τονίζουμε και να αναδεικνύουμε την αντικειμενικά υπαρκτή σχέση συνέχειας που έχουν τα σημερινά εξτρεμιστικά κόμματα της Δεξιάς με τον ιστορικό φασισμό.

    Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε, όμως, είναι ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον ιστορικό φασισμό μόνο από τη σκοπιά εκείνων που δεν τον βίωσαν, αλλά να αναζητήσουμε τι ακριβώς έβλεπαν οι θεωρητικοί που τον έζησαν, όπως ο Άρθουρ Ρόζεμπεργκ, ο Ότο Μπάουερ, ο Αντόνιο Γκράμσι, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Φρίντριχ Πόλοκ ή ο Λέον Τρότσκι, όταν περιέγραφαν τον φασισμό.

    Τα φαινόμενα που οι παραπάνω στοχαστές ανέλυσαν με τρομακτικό τρόπο, μοιάζουν με αυτό που το κυρίαρχο ρεύμα της εμπειρικής πολιτικής ανάλυσης αποκαλεί, σήμερα, «δεξιό λαϊκισμό».

    Κριτικοί θεωρητικοί όπως η Χάνα Άρεντ και ο Καρλ Πολάνυι συμφωνούσαν με την κομμουνιστική Αριστερά ότι ο φασισμός ήταν η πολιτική απάντηση ενός τμήματος της αστικής τάξης στην κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

    Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραφε το 1936, ότι «ο φασισμός επιχειρεί να οργανώσει τα νέα προλεταριακά στρώματα χωρίς να αγγίξει την κοινωνική δομή της ιδιοκτησίας… Ο φασισμός επιδιώκει τη σωτηρία της ιδιοκτησίας, δίνοντας στα προλεταριακά στρώματα, όχι τα δικαιώματα που τους ανήκουν, αλλά τη δυνατότητα να εκφράζονται»[1]

    Και ο Καρλ Πολάνυι προσθέτει: «Ο φασισμός, όπως και ο σοσιαλισμός, γεννήθηκε σε μια κοινωνία της αγοράς που αρνούνταν να λειτουργήσει», για να συνεχίσει: «Η λύση που προσφέρει ο φασισμός στο αδιέξοδο του φιλελεύθερου καπιταλισμού μπορεί να περιγραφεί σα μια μεταρρύθμιση της οικονομίας της αγοράς που επιτυγχάνεται διαμέσου της εξάλειψης όλων των δημοκρατικών θεσμών, τόσο στη βιομηχανία, όσο και στην πολιτική». [2]

    Όσο και αν ισχύει ότι δεν μπορούμε να καταπολεμήσουμε αποτελεσματικά τον εκσυγχρονισμένο δεξιό εξτρεμισμό με τα συνθήματα, το λεξιλόγιο και τα σύμβολα του Μεσοπολέμου, είναι εξίσου αλήθεια, από την άλλη, ότι η αγκίστρωση των εξτρεμιστικών, νεοφασιστικών, λαϊκιστικών ή άλλων δεξιών κομμάτων στην εξουσία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και κυριαρχίας.

    Γι’ αυτό, θέλω να προτείνω τις παρακάτω πέντε θέσεις προς συζήτηση:

      1. Τα ακροδεξιά κόμματα επιδιώκουν την επιβολή του αυταρχικού κράτους. Για τον λόγο αυτό, μπορούμε να μιλάμε για νεοφασισμό.

      2. Ο νεοφασισμός έχει καταφέρει να διεισδύσει στην καρδιά των κοινωνιών σε πολλές χώρες και σε άλλες να μετατοπίσει την ατζέντα των παραδοσιακά συντηρητικών κομμάτων προς τη Δεξιά.

      3. Η οικονομική κρίση κατέστησε το έδαφος γόνιμο για κάτι τέτοιο. Αλλά, η ερμηνεία της κρίσης μόνο μέσα από το θεωρητικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού, καθιστά ολόκληρους πληθυσμούς ευάλωτους στον νεοφασισμό.

      4. Η άνοδος του νεοφασισμού είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο που βρίσκει την έκφρασή του σε διεθνικούς κομματικούς σχηματισμούς μέσα κι έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

      5. Το λογικό παράδοξο της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικισμών σε αυτή την εθνικιστική Διεθνή, αναιρείται από το γεγονός ότι οι συγκρουόμενοι εθνικισμοί των μετριοπαθών και των εξτρεμιστικών κομμάτων της Δεξιάς έχουν βρει ένα κοινό σημείο φυγής: την αντίθεσή τους προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.  

    Τα εξτρεμιστικά δεξιά κόμματα και το κράτος

    Εφτά εβδομάδες μετά τις εκλογές στην Πολωνία, που έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών της πολωνικής Δίαιτας (Βουλή) στο κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), η εφημερίδα DieZeit δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο «Πώς αναδύεται ένα νέο κράτος», το οποίο έλεγε ότι «η νέα κυβέρνηση της Πολωνίας προχωρά βήμα-βήμα στην οικοδόμηση ενός δεξιού εθνικιστικού κράτους».

    Από τότε, η κυβέρνηση του PiS κάνει ό,τι μπορεί για να επαληθεύσει τις προβλέψεις: προσπαθεί να θέσει υπό τον έλεγχό της καίριες θέσεις εξουσίας, να ελέγξει, για παράδειγμα, το ανώτατο δικαστήριο. Αυτό έκανε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εκκινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται για τις παραβιάσεις του κανονισμού της, κατά της πολωνικής κυβέρνησης, στα μέσα του προηγούμενου έτους. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει την κοινή γνώμη υπό πλήρη έλεγχο, ασκώντας επιτήρηση και λογοκρισία στα ΜΜΕ, και κάνοντας απολύσεις με πολιτικά κριτήρια.

    Τα ίδια ισχύουν και στην Ουγγαρία, όπου το FIDESZ θέσπισε, το 2012, ένα «Θεμελιώδη Νόμο» ο οποίος ξεκινά με την εθνική αποδοχή του εθνοτικοπολιτισμικού ουγγρικού έθνους, καθορίζοντας, έτσι, το πλαίσιο της νομοθεσίας και της δημόσιας διοίκησης. Διαχωρίζοντας, για παράδειγμα, τα ανθρώπινα από τα αστικά δικαιώματα, που παραμένουν προνόμιο των Ούγγρων, εντός κι εκτός συνόρων.

    Στην Αυστρία, το Κόμμα Ελευθερίας (FPÖ), που είναι ένα εθνικιστικό κόμμα, όμως όχι πιστό στη χώρα του αλλά στην ενοποιημένη Μεγάλη Γερμανία, έχει αναλάβει τον έλεγχο της αστυνομίας, του στρατού και όλων των μυστικών υπηρεσιών. Ενώ το Κόμμα Ελευθερίας οικοδομεί το «βαθύ κράτος», το οποίο έχει θέσει υπό τον έλεγχό του, ταυτόχρονα, συγκροτεί παντού πολιτικές δυνάμεις με στόχο την υπερίσχυσή του, από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία μέχρι τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

    Δεν είναι δυνατόν όλα αυτά να είναι αθώα.

    Όταν τα εξτρεμιστικά δεξιά κόμματα συγκροτούν κυβερνήσεις, δρουν σύμφωνα με την αρχή: επιτρέπουμε τόση δημοκρατία όση είναι απαραίτητη, και ενισχύουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τον αυταρχισμό.  

    Η μάχη για την ερμηνεία στην καρδιά των κοινωνιών

    Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και εμπειρικά, δηλαδή στη βάση της πολιτικής που εφαρμόζουν τα δεξιά εξτρεμιστικά/νεοφασιστικά κόμματα, μπορεί να καταδειχθεί ότι είναι κόμματα των καπιταλιστικών ελίτ. Η απομάκρυνσή τους από την εξουσία απαιτεί την κινητοποίηση των κοινωνικών πλειοψηφιών υπέρ της δημοκρατίας.

    Γι’ αυτό, πρέπει να καταλάβουμε ποιοι είναι οι ψηφοφόροι των νεοφασιστικών κομμάτων.

    Η κυρίαρχη πολιτική επιστήμη απαντά στο ερώτημα παραπέμποντας στα υψηλά ποσοστά που έχουν τα νεοφασιστικά κόμματα στην εργατική τάξη. Ως τυπικοί ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών θεωρούνται οι λευκοί άνδρες με χαμηλό εισόδημα και επίπεδο εκπαίδευσης, που διαμένουν κυρίως σε υποβαθμισμένες βιομηχανικές περιοχές, μακριά από τα αστικά κέντρα.

    Από εδώ μέχρι το σημείο να θεωρηθεί ότι ο νεοφασισμός είναι ένα φαινόμενο που διαχέεται μόνο στις λαϊκές τάξεις, ο δρόμος είναι βραχύς. Οδηγεί στην αποκαλούμενη «θέση περί λαϊκισμού», σύμφωνα με την οποία οι λαϊκιστές διαχωρίζουν τον πληθυσμό ανάμεσα σε «διεφθαρμένες ελίτ» και στον «καλό, καθαρό λαό».

    Οι λαϊκιστές, όμως, απευθύνονται στον λαό με ειδικό τρόπο, κάνοντας χρήση κυρίως αντιδραστικών προκαταλήψεων, ή, όπως απέδειξε ο Αντόρνο στη μελέτη του για τον αυταρχικό χαρακτήρα, καλλιεργώντας τη «δυσφορία για τη δημοκρατία» η οποία δεν αντιτίθεται στη νεοφιλελεύθερη θεώρηση, αλλά αποτελεί εγγενές της στοιχείο.

    Γι’ αυτό, εξακολουθεί να έχει σημασία η διάκριση του πολιτικού λόγου της Αριστεράς και της Δεξιάς. Αυτό δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης στις Προεδρικές Εκλογές της Γαλλίας (το 2017), στην οποία οι ψήφοι των μπλε και των λευκών κολλάρων πολώθηκαν μεταξύ της Μαρίν Λεπέν (39% και 30% αντιστοίχως) και του Ζαν-Λυκ Μελανσόν (24% και 25% αντιστοίχως). [3]

    Διαψεύδοντας την άποψη της κυρίαρχης πολιτικής επιστήμης, ότι ο λαϊκισμός δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στην Αριστερά ούτε στη Δεξιά, 70% των ψηφοφόρων του Μελανσόν θεωρούν τον εαυτό τους «αριστερό», ενώ 63% των ψηφοφόρων της Λεπέν αυτοαποκαλούνται «δεξιοί» στις μετεκλογικές έρευνες. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα κριτήρια με τα οποία ψήφισαν οι ερωτώμενοι. Τα κριτήρια αυτά, αφορούσαν σε κλασικά ζητήματα που θίγει η Αριστερά, όπως η κοινωνική ασφάλιση, το σύστημα υγείας και η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών τάξεων, ή σε ζητήματα που απασχολούν τη Δεξιά, όπως η μάχη κατά της τρομοκρατίας, η προστασία από το έγκλημα και η εγκληματικότητα. [4].  

    Πανευρωπαϊκό φαινόμενο

    Δεν είναι πλέον δυνατό να ερμηνεύουμε την εξάπλωση του ακροδεξιού βιοτόπου στις ευρωπαϊκές χώρες ως παράλληλα φαινόμενα, ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το φαινόμενο είναι πανευρωπαϊκό. Από το 1999 μέχρι τι 2014, ο αριθμός των εδρών που κατέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα ακροδεξιά και τα νεοφασιστικά κόμματα έχει υπερδιπλασιαστεί, από το 11% στο 23%.

    Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβολές στο εγγύς μέλλον, τα ακροδεξιά κόμματα μπορούν να αναμένουν ότι θα κερδίσουν το 25% των εδρών στις εκλογές του Μαΐου, γεγονός που θα τους καταστήσει το δεύτερο μεγαλύτερο μπλοκ δυνάμεων στο Ευρωκοινοβούλιο.

    Αυτό δείχνει καθαρά ότι ο εθνικισμός, όπως τον χρησιμοποιούν οι ακροδεξιοί και οι νεοφασίστες, αποτελεί μια εναλλακτική, αντιδραστική θεωρία, που αποσκοπεί, όχι μόνο στην αναδιάρθρωση των κρατών, αλλά και στις σχέσεις τους με την Ευρώπη ως σύνολο.

    Στο σημερινό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το φάσμα της ακροδεξιάς αποτελείται από τρεις ομάδες. Η πιο επίφοβη από αυτές να ενώσει τα ακροδεξιά κόμματα είναι η ομάδα της νεοφασιστικής Δεξιάς «Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας» (ENF), που περιλαμβάνει τον Εθνικό Συναγερμό, το Κόμμα Ελευθερίας, τη Λέγκα του Βορρά, το Κογκρέσο της Νέας Δεξιάς (Πολωνία), το τσεχικό SPD, το Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) και το VlaamsBelang.

    Στη Χάρτα της Ευρώπης των Εθνών και της Ελευθερίας αναφέρονται, με εντυπωσιακά ειλικρινή και ακριβή τρόπο, τα ακόλουθα:

    «Τα κόμματα και οι βουλευτές της Ομάδας της Ευρώπης των Εθνών και της Ελευθερίας στηρίζουν την πολιτική συμμαχία τους στην κυριαρχία των κρατών […] Η αντίθεση σε οποιαδήποτε μεταβίβαση της εθνικής κυριαρχίας σε υπερεθνικά σώματα και/ή ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές που ενώνουν τα μέλη της ENF […] Στηρίζουν την πολιτική τους συμμαχία στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των πολιτών και των εθνών της Ευρώπης […] Το δικαίωμα ελέγχου και ρύθμισης της μετανάστευσης αποτελεί, ως εκ τούτου, μια θεμελιώδη αρχή την οποία υιοθετούν τα μέλη της Ομάδας ENF» [5]

    Η άρνηση της ΕΕ στο όνομα της «εθνικής κυριαρχίας» και του «ελέγχου της μετανάστευσης» αποτελεί την κοινή θέση όλων αυτών των εξτρεμιστικών δεξιών κομμάτων.

    Θα ήταν μοιραίο λάθος η Αριστερά να παίξει το παιχνίδι του εθνικισμού, ακριβώς γιατί η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι σε κρίση. Η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ενοποίησης -που είναι πολύ πιθανή σήμερα- θα ωφελούσε μόνο αν γνωρίζαμε ότι υπάρχει κάτι άλλο, καλύτερο, μόνο αν πιστεύαμε ότι τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας -όπως οι παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές, η μετανάστευση, η οικονομική ανάπτυξη, η κλιματική αλλαγή, η ασφάλεια- θα λυθούν καλύτερα σε μια Ευρώπη των 28, των 35 ή των 50 εθνικών νομισμάτων, εθνικών κρατών και συνοριακών καθεστώτων.

    Αν όμως δεν το πιστεύουμε, πρέπει να προστατεύσουμε την ειρηνική ευρωπαϊκή ενοποίηση από τον εθνικισμό. Εξίσου σημαντικό είναι να ξέρουμε ότι δεν θα καταφέρουμε να την προστατεύσουμε αποδεχόμενοι άκριτα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η πολιτική της σήμερα και ότι είναι απαραίτητο να αγωνιστούμε για μια ριζοσπαστική κοινωνική, οικολογική και δημοκρατική αναμόρφωση της ΕΕ.

    Για να επανέλθουμε στο ερώτημα: είναι θεμιτό να μιλάμε, με επιστημονικούς όρους, για τον φασιστικό κίνδυνο στην Ευρώπη σήμερα;

    Αμφιταλαντεύομαι να απαντήσω. Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μου έγραψε στο Facebook: «Το φως στο τούνελ έρχεται μόνο από την είσοδό του, που είναι πίσω μας. Μπορεί στην επόμενη στροφή να εξαφανιστεί. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση!» 

    Το παραπάνω άρθρο θα δημοσιευτεί και στην επόμενη έκδοση του βρετανικού περιοδικού Transform.

     

    [1] Benjamin, Walter (1963): Das Kunstwerk im Zeitalter seiner technischen ReproduzierbarkeitΦραγκφούρτη, S. 42 engl: kunstistkrieg.blogspot.com/2014/07/walter-benjamin-war-and-aesthetics.html

    [2] Polanyi, Karl (1944): „ The Great Transformation. Politische und ökonomische Ursprünge von Gesellschaften und Wirtschaftssystemen. Βιέννη 1977, S, 317; engl.: http://inctpped.ie.ufrj.br/spiderweb/pdf_4/Great_Transformation.pdf, p. 248, 245.

    [3]Πηγή: Ifop et Fiducial, Le profil des électeurs et le clefs du premier tour de l’ élection présidentielle, 23 Απριλίου 2017

    [4]ό.π.

    [5] Cf. Charter of the ENF-Group, https://www.enfgroup-ep.eu/about/



    Μετάφραση από τα αγγλικά: Καλλιόπη Αλεξοπούλου


Related articles