• Για τη ριζοσπαστική δεξιά
  • Η αντιδραστική εξέγερση

  • Βάλτερ Μπάγερ | 19 Jan 16 | Posted under: Ακροδεξιά
  • Όταν, χάρη σε μια απρόσμενη έκβαση, ο Γεργκ Χάιντερ ανέλαβε την ηγεσία του;FPÖ (Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας) το 1986 [που ήταν, τότε, μέλος της κυβέρνησης μαζί με το; SPÖ (Σοσιαλιστικό Κόμμα Αυστρίας)], το κόμμα μετά βίας έλαβε 5% των ψήφων. Σήμερα, οι δημοσκοπήσεις του δίνουν 30%

    Μέχρι στιγμής, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ανάσχεσης της επιτυχίας του  FPÖ. Πιο συγκεκριμένα:

     ·         Δια της αποσιώπησης, της αγνόησης δηλαδή, του κόμματος και των ζητημάτων που θέλει να αναδείξει, της αποφυγής της σύγκρουσης μαζί του και της ένταξης των αιτημάτων του (σε ηπιότερη ή όχι μορφή) στα προεκλογικά προγράμματα των κυρίαρχων κομμάτων,

    ·         Δια της δαιμονοποίησης του κόμματος, της καταγγελίας του ως φασιστικό και της κατασκευής ενός «τείχους πολιτικής ορθότητας» με το σύνθημα «μηδενική ανοχή στους φασίστες».

    ·      Δια της απεύθυνσης στον κόσμο και του καλέσματος να στρατευθεί στο «λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο», καθώς και της διάδοσης της ιδέας ότι η «ρεπουμπλικανική ενότητα» συνιστά το «μικρότερο κακό» για την Αυστρία.

    Όμως, οι στρατηγικές αυτές δεν αποδείχθηκαν ικανές να ανασχέσουν την άνοδο του FPÖ, γιατί αποτελούν μέρος του προβλήματος και όχι τη λύση του. Και αυτό οφείλεται, εν μέρει, στην απουσία ανάλυσης.

    Θέσεις:

    1.      Η μάχη κατά του δεξιού εξτρεμισμού δίνεται μέσα στην ίδια την κοινωνία

    Για πολλούς λόγους και σε πολλά πεδία της κοινωνίας διατυπώνεται το ερώτημα αν όντως πρόκειται για φασιστικό κόμμα. Με άλλα λόγια, πρέπει να θεωρούμε ότι το ένα τρίτο των Αυστριακών ψηφοφόρων είναι φασίστες και δυνητικοί εγκληματίες;

    Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον φασισμό εκ των υστέρων, γεγονός που σημαίνει ότι είμαστε πλήρως ενήμεροι για τα τερατουργήματα των ναζιστικών εγκλημάτων και για όσα συνέβησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως, η πρόσληψη του ναζισμού ήταν διαφορετική τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Τότε, η περιγραφή του φασισμού αναλογούσε στην εικόνα ενός κόμματος το οποίο σήμερα θα χαρακτηρίζαμε κόμμα της λαϊκιστικής δεξιάς. Το αναφέρω για να θυμίσω την εκτενή φιλολογία επί του θέματος (π.χ. τα έργα των Αρτουρ Ρόζεμπεργκερ, Αντόνιο Γκράμσι, Βάλτερ Μπένγιαμιν και Ότο Μπάουερ) η οποία συνιστά πολύτιμη κληρονομιά για τις μάχες που δίνουμε σήμερα.

    Χρησιμοποιώ τους όρους «δεξιός εξτρεμισμός» και «δεξιός ριζοσπαστισμός» όπως περιγράφονται στη σχετική γερμανική φιλολογία, σύμφωνα με την οποία «δεξιά εξτρεμιστικά» είναι τα κόμματα ή οι ομάδες που η ιδεολογία τους ξεφεύγει από την ιδεολογία που εκφράζεται από το σύνταγμα (π.χ. τα νεοναζιστικά κόμματα  Jobbik, Χρυσή Αυγή, BNP κ.λπ.). Αυτές οι ομάδες ισχυρίζονται ανοιχτά ότι είναι μέρος της παράδοσης του εθνικοσοσιαλισμού, επαναφέρουν τα σύμβολά του, προβαίνουν σε βιαιοπραγίες και/ή παρακινούν σε βίαιες πράξεις. Τα κόμματα που έχουν εκσυγχρονιστεί και προσαρμοστεί στα κυρίαρχα ΜΜΕ, αντιθέτως, τα οποία ισχυρίζονται ότι αποδέχονται την κοινοβουλευτική δημοκρατία, περιγράφονται ως «ριζοσπαστικά δεξιά» ή «λαϊκιστικά δεξιά» (π.χ. τα κόμματα UKIP, FN, DF, Σουηδοί Δημοκράτες, PVV, PiS, FPÖ, Αληθινοί Φιλανδοί και άλλα). Το πολιτικό φάσμα αυτών των κομμάτων είναι διασπασμένο και ορισμένες ομάδες ή κόμματα δεν διατηρούν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Ωστόσο, ορθώς τα εντάσσουμε στην ίδια «κομματική οικογένεια». 

    Τα χαρακτηριστικά τους, όπως περιγράφονται από την (θετικιστική) πολιτική επιστήμη είναι:

    ·         Ο λαϊκιστικός λόγος («Καθαρή πολιτική εναντίον των διεφθαρμένων ελίτ», «αντισυστημισμός»)

    ·         Η αυταρχική εικόνα της κοινωνίας / ο αντιφεμινισμός

    ·         Ο εθνικισμός με εθνοτικά κριτήρια: η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και ο αντιευρωπαϊσμός

    ·         Ο κοινωνικός σοβινισμός (το κράτος πρόνοιας πρέπει να καλύπτει μόνο τους γηγενείς πολίτες)

    Τα χαρακτηριστικά αυτά ταιριάζουν σε όλα τα προαναφερθέντα κόμματα, σε διαφορετική κάθε φορά αναλογία. Οι ομοιότητές τους με τα αδελφά ξένα κόμματα είναι μεγαλύτερες από εκείνες που έχουν με τις υπόλοιπες κομματικές οικογένειες εντός των εθνικών τους συνόρων.    

    Δεν πρέπει να στηρίζουμε την άποψη ότι η σχέση του δεξιού ριζοσπαστισμού /δεξιού λαϊκισμού με τον νεοναζισμό είναι ακίνδυνη. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους μπορούν να αποτελέσουν ένα ενδιαφέρον θέμα έρευνας: στην Ουγγαρία και την Πολωνία, η πλειονότητα των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς συνυπάρχει με νεοναζιστικά κόμματα. Στην Αυστρία το FPÖ παρέχει το έδαφος για την καλλιέργεια της νεοναζιστικής υποκουλτούρας.

    Παρόλα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις αληθεύει ότι ο αγώνας κατά του νεοναζισμού διεξάγεται στα όρια του πολιτικού φάσματος. Όμως, η μάχη κατά του δεξιού εξτρεμισμού γίνεται για την πλειοψηφία στις εκλογικές αναμετρήσεις.

     

    2.                Δεν είναι η κρίση, αλλά η ερμηνεία της που ωθεί τον κόσμο στον δεξιό ριζοσπαστισμό

    Ο δεξιός ριζοσπαστισμός δεν αποτελεί «φαινόμενο των λαϊκών τάξεων». Η διαδεδομένη αντίληψη ότι ο κόσμος που είναι αποκομμένος από την εκπαίδευση και έχει μείνει πίσω εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού εξεγείρεται ενάντια στις κοινωνικές αλλαγές, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί εμπειρικά. Σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας διαπιστώνεται μια συμπάθεια για τα ζητήματα και τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς –όπως συμβαίνει και με την ενδοοικογενειακή βία-. Αυτό σημαίνει, προφανώς, ότι η συμπάθεια αυτή διαπιστώνεται και στις ανώτερες τάξεις.

    Οι λόγοι για τους οποίους τα ζητήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς και η διαδεδομένη τάση απόδοσης ψήφου στα κόμματά της κυριαρχούν όλο και πιο πολύ, είναι πολλοί και αλληλένδετοι: η κρίση, η επισφάλεια και ο φόβος της κοινωνικής απαξίωσης που αισθάνεται η μεσαία τάξη, η γενική απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα, η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και η έλλειψη σοβαρής αριστερής εναλλακτικής πρότασης.

    Αυτοί οι παράγοντες δεν οδηγούν αναγκαστικά στο δεξιό ριζοσπαστισμό. Το αποφασιστικό μομέντουμ το παρέχει η (λαϊκιστική δεξιά) ερμηνεία της κρίσης.

    Οι λαϊκιστές δεν αναφέρονται στον «λαό». Η αντισυστημική ρητορική τους δεν επιδιώκει την κοινωνική επανάσταση. Αυτό που ουσιαστικά επιδιώκουν είναι η σταθεροποίηση των υφιστάμενων κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων κάνοντας χρήση των εργαλείων του αυταρχισμού. Τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς μπορεί να παρουσιάζονται ως εξεγερσιακά, επιδιώκουν όμως μια συντηρητική εξέγερση που αφήνει άθικτες τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας και τη φτώχεια.[1]  

    Είναι σημαντικό να το έχουμε υπόψη μας αυτό για δυο λόγους: πρώτον, για να καταλάβουμε γιατί τα κόμματα της λαϊκιστικής δεξιάς χρηματοδοτούνται από τις ελίτ και, δεύτερον, γιατί καθίσταται σαφές ότι η διανόηση αυτών των κομμάτων διακατέχεται από αντιδραστικές προκαταλήψεις. Γι’ αυτό και είναι πιο κοντά στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία απ’ ότι πιστεύεται (γι’ αυτό και η αριστερά δεν πρέπει να χρησιμοποιεί τον λαϊκισμό για την επίτευξη της ηγεμονίας).

     

    3.                Η ανάδυση των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο

    Εικόνα 1: Ομάδες της ριζοσπαστικής δεξιάς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

    Επεξήγηση:

    Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Αναθεωρητές (ECR):  Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το Συντηρητικό Κόμμα (Ηνωμένο Βασίλειο), το πολωνικό Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS), την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το Λαϊκό Κόμμα Δανίας, τους Αληθινούς Φιλανδούς και τη Νέα Φλαμανδική Συμμαχία. 

    Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας (EFDD): Αυτή η ομάδα αποτελείται κυρίως από βουλευτές του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) και του Κινήματος Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο (Ιταλία).

    Ευρώπη των Εθνών και της Ελευεθερίας (ENF): Σε αυτή την ομάδα ανήκουν: το Εθνικό Μέτωπο Γαλλίας (Front National), το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας (FPÖ), το PVV (Ολλανδία), η Λέγκα του Βορρά (Ιταλία) και το Vlaams Blang (Βέλγιο).  

     Για ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες, η κατανομή των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς σε διαφορετικές ομάδες αποτελεί ένδειξη κατακερματισμού και αδυναμίας. Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να θεωρήσουμε το φαινόμενο ως μέθοδο για την εξάπλωση και την προώθησή τους σε διάφορες περιοχές του πολιτικού φάσματος. Ας σημειωθεί εδώ ότι το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο ένωσε τις δυνάμεις του με το EFDD και το ουγγρικό FIDESZ είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

     

    Εικόνα 2: Συνεχής αύξηση των εκλογικών ποσοστών

    Βουλευτική περίοδος

    Κατανομή εδρών στα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς

    2014-2019

    22,9 %

    2009-2014

    15 %

    2004-2009

    12,5 %

    1999-2004

    11 %

     Ευρωπαϊκή επιδότηση στις ομάδες της ριζοσπαστικής δεξιάς: 20 εκατ. ευρώ (2009-2014)

    Ευρωπαϊκή επιδότηση στα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς: 10,2 εκατ. ευρώ (2010-2014)

     

    Εικόνα 3: Πίνακας: Πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς στα εθνικά κοινοβούλια

     

    Τα έξι ισχυρότερα κόμματα (FIDESZ, PiS, FN, FPÖ, Λαϊκό Κόμμα Δανίας) εδράζονται σε πολύ διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης.

    Η δημιουργία και ενίσχυση των κομμάτων της λαϊκιστικής δεξιάς δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητο γεγονός, αλλά προϊόν των ευρωπαϊκών εξελίξεων.

     

    Εικόνα 4: Πίνακας: Εκλογές Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

     

    Εικόνα 5: Χάρτης του βαθμού επιρροής των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς

     

     

    4.                Τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς θέλουν να ανοικοδομήσουν το κράτος

    Στις 10 Δεκεμβρίου η γερμανική εφημερίδα “Die Zeit” δημοσίευσε μια έκθεση για την κατάσταση στην Πολωνία, επτά εβδομάδες μετά τις εκλογές στις οποίες το Κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης (PiS) κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία. Ο τίτλος του άρθρου ήταν: «Η δημιουργία ενός νέου κράτους: η νέα κυβέρνηση μετασχηματίζει σταδιακά την Πολωνία σε ένα δεξιό εθνικιστικό κράτος». Το άρθρο αναφέρεται στην επιβολή της λογοκρισίας, στην απόλυση δημοσιογράφων από τη δημόσια τηλεόραση για πολιτικούς λόγους και την ανασύσταση των ανώτατων δικαστηρίων. Η κατάσταση στην Ουγγαρία είναι παρεμφερής. Το FIDESZ, χάρη στην πλειοψηφία των δύο τρίτων που έλαβε το 2010, υιοθέτησε ένα νέο Βασικό Νόμο, στο προοίμιο του οποίου ορίζεται ότι η Ουγγαρία είναι ένα πολιτιστικό κράτος που στηρίζεται σε εθνοτικά κριτήρια. Αυτό παρέχει μια νομικά δεσμευτική ρύθμιση που επιτρέπει την επανερμηνεία του συντάγματος. Κατ’ ανάλογο τρόπο, η βασική αρχή που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου συνιστά μια αυταρχική και απολυταρχική πρόσληψη του κράτους με βάση εθνοτικά κριτήρια. Για άλλη μια φορά παρατηρούμε ότι η εξέγερσή τους στηρίζεται στο υφιστάμενο καθεστώς ιδιοκτησίας.

    Αν τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς βρεθούν στην εξουσία δεν θα επιδιώξουν απλώς μια αλλαγή της κυβέρνησης. Τα κόμματα αυτά έρχονται για να μείνουν. Αυτό είναι που συνιστά απειλή. Επομένως, πρέπει να εντάξουμε αυτό το ενδεχόμενο στο επίκεντρο της στρατηγικής μας.

     

    5.                Η εχθρότητα απέναντι στην ΕΕ αποτελεί τον κοινό παρονομαστή των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε απλώς μια οικονομική και νομισματική ένωση, ούτε απλώς ένα σύστημα συνθηκών και θεσμών. Είναι μια συγκεκριμένη μορφή διευθέτησης των σχέσεων μεταξύ των εθνικών κρατών στην Ευρώπη. Ότι ισχύει σε εθνικό επίπεδο, ότι δηλαδή, ο δεξιός λαϊκισμός αποτελεί δείκτη της κρίσης της δημοκρατίας, ισχύει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η εξάπλωση του εθνικισμού αποτελεί δείκτη της κρίσης που υφίστανται οι σχέσεις μεταξύ των εθνικών κρατών εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Δεν θα μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε τον εθνικισμό αν δεν καταργήσουμε τη λιτότητα και δεν οργανώσουμε ένα πανευρωπαϊκό μέτωπο εναντίον της σε επίπεδο σωματείων, κοινωνικών κινημάτων και αριστερών κομμάτων.  

    Ο εθνικισμός αποτελεί και τη στρεβλή προβολή της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και την έκφραση του δημοκρατικού ελλείμματος. Η αριστερά οφείλει να έχει απαντήσεις και για τα δυο και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    Αυτό μας οδηγεί σε ένα ζήτημα διαλεκτικής: θέλουμε μια Ευρώπη στην οποία να μπορεί να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Ο σεβασμός του εθνικού αυτοπροσδιορισμού δεν αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αντιθέτως, αποτελεί κριτήριο δημοκρατίας. Ο στόχος είναι να κερδίσουμε την κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα: τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό.

     Στρατηγικοί προβληματισμοί:

    Α) Η σημαντικότερη εμπειρία μας είναι η εξής: ο φασισμός έγινε μαζικό κίνημα την περίοδο του Μεσοπολέμου εξαιτίας της μαζικής ανεργίας και της πτώχευσης των μεσαίων τάξεων. Αυτό σημαίνει ότι ο δεξιός ριζοσπαστισμός θα ηττηθεί μόνο με μια πανευρωπαϊκή μάχη κατά της ανεργίας, με την προάσπιση, την ανάπτυξη και ανοικοδόμηση του κράτους πρόνοιας, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για ασκούμενους εργαζόμενους και εργασιακών συνθηκών που να υπόκεινται στο δίκαιο. Αυτό, όμως, απαιτεί μια ισχυρή οικονομική πολιτική, μηχανισμούς ελέγχου των χρηματοπιστωτικών αγορών, πολιτικές βιομηχανικής και οικολογικής ανοικοδόμησης. Δεν είναι η ώρα να μπούμε σε λεπτομέρειες, αλλά θα ήθελα να πω ότι τα μακροοικονομικά εργαλεία του περασμένου αιώνα δεν θα επαρκέσουν όταν έρθει η στιγμή να εφαρμοστεί αυτή η οικονομική πολιτική, η οποία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στα παραδοσιακά τμήματα της εργατικής τάξης και τις οργανώσεις της.

    Β) Όταν η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι σε κίνδυνο, δεν αρκεί μόνο ο διάλογος για τα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Ο κίνδυνος είναι διπλός: από τη μια, η αυταρχική, νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της Ευρώπης και, από την άλλη, η απειλή που συνιστούν τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς. Η κοινωνία των πολιτών, η εκκλησία, οι αντιφασιστικές ομάδες και οι φιλελεύθεροι πολίτες είναι σε συναγερμό. Αποτελούν τους εθνικούς μας συμμάχους. Χωρίς αμφιβολία, η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ και η δημοκρατία είναι δικά μας θέματα. Οι συμμαχίες που δημιουργούνται αυθόρμητα γύρω από αυτά δεν ισοδυναμούν με τις συμμαχίες που συνάπτονται στο πεδίο της κοινωνικής οικονομίας. Πρέπει, ωστόσο, να προσπαθήσουμε ώστε τα δύο πεδία να συνδεθούν μεταξύ τους, για να θυμηθούμε και την αρχή της «συμμαχίας του κέντρου με την βάση» που διατύπωσε ο Μίκαελ Μπρι.

    Γ) Η κρίση της ΕΕ είναι πραγματική, γιατί κοινή θέση όλων των κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς είναι η απόρριψη της ΕΕ. Μπορούμε και πρέπει εμείς να παίξουμε το παιχνίδι τους; Τι είδους σχέδιο Β μπορούμε να εφαρμόσουμε; Θα υποστηρίζαμε τη διάλυση της ΕΕ μόνο αν τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες (παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές, ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή, ασφάλεια) μπορούσαν να λυθούν πιο αποτελεσματικά σε μια Ευρώπη που θα είχε 28, 35 ή 50 διαφορετικά εθνικά νομίσματα, εθνικά κράτη και καθεστώτα, στην οποία τα πιο ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη θα ανταγωνίζονταν προκειμένου να επικρατήσουν με κάθε κόστος. Επιπλέον, ο εθνικισμός κερδίζει συνεχώς έδαφος. Είμαστε αρκετά σίγουροι ότι μπορούμε να αναμετρηθούμε με τη δεξιά πάνω στο ζήτημα της ΕΕ;

    Από την άλλη, η συγκεκριμένη, νεοφιλελεύθερη ΕΕ δεν ανταποκρίνεται στο πρόγραμμα της αριστεράς. Αυτή η ΕΕ είναι σήμερα σε αδιέξοδο εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που εφαρμόζονται στο όνομά της. Αν θέλουμε να υπερασπιστούμε την ιδέα της ειρηνικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ενάντια στον ανερχόμενο εθνικισμό, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το στόχο της. Όταν μιλάμε για την ανάγκη επανίδρυσης της ΕΕ, εννοούμε ότι πρέπει να καταργηθεί η Συνθήκη της Λισαβόνας και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας και ότι η Ευρώπη για την οποία παλεύει η αριστερά πρέπει να είναι μια Ευρώπη της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού που σέβεται τα δημοκρατικά δικαιώματα των κρατών μελών και τον αυτοπροσδιορισμό των εθνών και των εθνοτικών ομάδων.  

    Δ) Ως συμπέρασμα, θα ήθελα να πω ότι ο πολιτικός λόγος του δεξιού ριζοσπαστισμού προδίδει ψυχική διαταραχή. Η αντίληψη ότι η ενσωμάτωση 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων σε μια ΕΕ που έχει 500 εκατομμύρια κατοίκους συνιστά πρόβλημα είναι τελείως λανθασμένη. Σε τελική ανάλυση, αυτά τα 500 εκατομμύρια θα πρέπει να ενσωματωθούν σε ένα κόσμο ο οποίος, σε είκοσι χρόνια, θα μετράει 10 δισεκατομμύρια ανθρώπους και θα είναι πολύ διαφορετικός από ότι είναι σήμερα και από κοινωνική, οικονομική, οικολογική άποψη και από άποψη διεθνούς ασφάλειας.   

    Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε την πρόκληση που γεννιέται από αυτή την προοπτική δεύτερη μεγάλη αποαποικιοποίηση: αυτή τη φορά πρόκειται για την αποαποικιοποίηση της κουλτούρας και του τρόπου σκέψης μας.

    Θα ακολουθήσει μια δραματική διαδικασία αφομοίωσης και αναδιανομής του πλούτου, της εξουσίας και των ευκαιριών. Είναι κατανοητό ότι ο κόσμος που ως μόνη πηγή ενημέρωσης έχει την τηλεόραση και το διαδίκτυο τρομάζει με  αυτή την προοπτική, εφόσον δεν μπορεί να κατανοήσει τις κοινωνικές διαδικασίες.  

    Όμως, αυτό καταδεικνύει το μέγεθος της μάχης που πρέπει να δοθεί στο γνωστικό πεδίο και στο πεδίο του πολιτισμού, το μέγεθος της ηθικής και διανοητικής μεταρρύθμισης για την οποία μιλούσε ο Αντόνιο Γκράμσι, η απουσία της οποίας εμποδίζει την πρόοδο. Εκείνης της μεταρρύθμισης που προστατεύει την κοινωνία από την επιστροφή στον πρωτογονισμό τον οποίο επιδιώκει η ριζοσπαστική δεξιά, ανεξαρτήτως της ερμηνείας που του προσδίδει. 

     


    [1] Μπένγιαμιν, Βάλτερ (1963): “The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction“ (Το έργο τέχνης την εποχή της δυνατότητας τεχνικής αναπαραγωγής του), Frankfurt am Main, σ. 42. Αξίζει πάντα να ανατρέχουμε σε αυτό: «Ο φασισμός επιχειρεί να οργανώσει τις προσφάτως σχηματισθείσες προλεταριακές μάζες χωρίς να αγγίξει τη δομή της ιδιοκτησίας, την κατάργηση της οποίας επιθυμούν οι μάζες. Ο φασισμός θεωρεί σωτήριο το ότι παρέχει σε αυτές τις μάζες, όχι το δικαίωμά τους, αλλά τη δυνατότητα έκφρασης». 

     

    Μετάφραση: Καλλιόπη Αλεξοπούλου

     

     


Related articles