• Σχόλιο
  • Πενήντα αποχρώσεις του φαιού. Παρατηρήσεις για τη μάχη κατά της νεοφασιστικής Δεξιάς

  • Βάλτερ Μπάγερ | 26 Apr 21 | Posted under: Γαλλία , Ευρωπαϊκή Ένωση , Aριστερά , Ακροδεξιά
  • Η Ευρώπη αποτελείται από 50 κράτη περίπου, 27 από τα οποία είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα, αυτό που διακρίνουμε στην Ακροδεξιά σήμερα είναι, τρόπος του λέγειν, «πενήντα αποχρώσεις του φαιού».

    Είναι αμφίβολο αν η έννοια της ακροδεξιάς μπορεί να ταιριάξει σε τόσο μεγάλη γκάμα κοινωνικών φαινομένων. Ωστόσο, ακόμη πιο αμφίβολη μοιάζει να είναι η έννοια του «δεξιού λαϊκισμού», γιατί οδηγεί άμεσα στο ερώτημα αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε «δεξιός λαϊκισμός».

    Η κυρίαρχη πολιτική επιστήμη κατατάσσει στον «δεξιό λαϊκισμό» τα πολιτικά κόμματα σχετικά νέας κοπής που πολεμούν με επιτυχία τη φιλελεύθερη ηγεμονία. Αν αυτή η παρατήρηση είναι σωστή, και νομίζω πως είναι, πρέπει να αναλύσουμε αυτή τη νέα Δεξιά στο πλαίσιο του ανταγωνισμού που διεξάγεται ανάμεσα σε διάφορα τμήματα των καπιταλιστικών ελίτ, τα οποία διαγκωνίζονται προκειμένου να κυβερνήσουν σε συνθήκες εντεινόμενης πολιτικής και οικονομικής κρίσης.

    Είναι αλήθεια, ότι και η επιτυχία των αριστερών κομμάτων εξαρτάται από την κρίση της φιλελεύθερης ηγεμονίας. Όμως, αυτό που η Αριστερά προσπαθεί να κάνει, είναι να δώσει δύναμη στον κόσμο και να επιφέρει μια αληθινή κοινωνική και οικολογική πρόοδο, που είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουν οι αποκαλούμενοι δεξιοί λαϊκιστές.

    Προφανώς, ο υπονοούμενος ορισμός του λαϊκισμού ως μιας μορφής άσκησης της πολιτικής η οποία αφορά εξίσου τη Δεξιά και την Αριστερά, παραλείπει, εξαιτίας του καθαρά φορμαλιστικού του χαρακτήρα, να πει ότι ο λαϊκισμός συνιστά την ουσιώδη διαφορά μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.

    Άρα, τι είναι;

    Στην Ακροδεξιά, έχουμε κόμματα σαν το ουγγρικό FIDESZ ή το πολωνικό Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS), τα οποία εκμεταλλεύτηκαν αποτελεσματικά τον οδυνηρό μετασχηματισμό των καθεστώτων σταλινικού τύπου που είχαν πριν, σε ένα βάναυσο νεοφιλελευθερισμό. Ήταν μια διαδικασία που έλαβε χώρα -τι ειρωνία- υπό την ηγεσία μετακομμουνιστικών κομμάτων τα οποία στράφηκαν στη νεοφιλεύθερη σοσιαλδημοκρατία. Μαζικά νεοφασιστικά κόμματα συναντούμε στη Γαλλία (Εθνικός Συναγερμός, RN, αρχικά: Εθνικό Μέτωπο: FN) ή την Ιταλία (Λέγκα) τα οποία αξιοποίησαν την απομάγευση του κόσμου από τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ σε ορισμένες πλούσιες χώρες της ΕΕ (Σκανδιναβία, Γερμανία, Αυστρία) τα δεξιά κόμματα εκμεταλλεύονται τους φόβους της μεσαίας τάξης που δικαίως ανησυχεί για την κοινωνική της υποβάθμιση.

    Πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο φασισμός με μεγάλη προσοχή, και γενικότερα αλλά και στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Καταρχάς, γιατί το να διαγράψουμε διαμιάς το 20% του εκλογικού σώματος μιας χώρας, ως φασίστες, θα ήταν μια πράξη απελπισίας. Ο φασισμός είναι ιστορικός όρος. Δεν μπορεί να αποκοπεί από το Ολοκαύτωμα, ή από τον πόλεμο και από όλα τα φριχτά εγκλήματα που διέπραξαν οι φασίστες όπου πήραν την εξουσία. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος: αν διαβάσουμε τα κλασσικά κείμενα της δεκαετίας του 1920 και 1930, π.χ. εκείνα των Άρθουρ Ρόζενμπεργκ, Όττο Μπάουερ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Κέτε Λάιχτερ, Λέοντος Τρότσκι και άλλων, θα εκπλαγούμε από τον βαθμό στον οποίο τα φασιστικά κινήματα, την περίοδο πριν από την ανάληψη της εξουσίας, μοιάζουν με το φαινόμενο που η σύγχρονη πολιτική επιστήμη ονομάζει δεξιό λαϊκισμό.

    Πράγματι, ο ιστορικός φασισμός ήταν προϊόν μιας πρωτόγνωρης κρίσης του καπιταλισμού. Οι ανησυχητικοί παραλληλισμοί με τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη τον ανακαλούν στη μνήμη. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού για τον οποίο δεν είναι προετοιμασμένη ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά, ούτε πνευματικά. Η κρίση επηρεάζει όλη την κοινωνία, γιατί διαβρώνει και τη βάση του κράτους πρόνοιας χάρη στο οποίο εξασφαλίζεται η ταξική ειρήνη.

    Σε αυτή την ιδιαίτερη συγκυρία, δύο είναι οι πολιτικές επιλογές που διαγράφονται για τις ελίτ: η μια είναι να προσπαθήσουν να τα βγάλουν πέρα προσαρμοζόμενες διαρκώς και εξισορροπώντας την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων με την ανάγκη μιας ενισχυμένης ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Η άλλη είναι η αυταρχική έξοδος από την κρίση και η ενδυνάμωση των εθνών κρατών που οδηγούν, αναγκαστικά, στον εθνικισμό και τον αντιευρωπαϊσμό, μαζί με τον κίνδυνο επανεμφάνισης των παλαιών ιμπεριαλιστικών διαιρέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Το ερώτημα ποια από αυτές τις επιλογές θα επικρατήσει τελικά, παραμένει αναπάντητο.

    Δεν πρόκειται για κάποια συνομωσία μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων αλλά για τον ανταγωνισμό μεταξύ των αστικών κομμάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ακροδεξιά, με στόχο την εξασφάλιση της οικονομικής και μιντιακής υποστήριξης των ελίτ. Όπως είπαμε νωρίτερα, το να μιλάμε για φασισμό δεν βοηθά πολιτικά. Αλλά ο φασισμός ως αναλυτική κατηγορία είναι κατάλληλος, γιατί ξεκαθαρίζει ότι η ανεξάρτητη μεταβλητή στην εξίσωση που καθορίζει την τύχη της Ακροδεξιάς είναι το σχετικό βάρος που έχουν τα συμφέροντα και οι συμμαχίες συγκεκριμένων τμημάτων των ηγεμονικών τάξεων.

    Η διάκριση εδώ έγκειται στη σχέση με το κράτος. Οποιοδήποτε κίνημα, που στην ουσία του είναι φασιστικό, επιδιώκει την αλλαγή του χαρακτήρα και της δομής του κρατικού μηχανισμού. Αυτό μπορεί να συμβεί ή με «επαναστατικό τρόπο» όπως στη Γερμανία του 1933, ή με τη σταδιακή αλλαγή των θεσμών, κάτι που ίσως βιώνουμε στην Πολωνία και την Ουγγαρία σήμερα. Ο στόχος, σε κάθε περίπτωση, είναι να αχρηστευθεί η ισχύς του νόμου, και να στενέψει μέχρι κατάργησης ο χώρος της οργανωμένης πολιτικής και πολιτιστικής αντιπολίτευσης, προκειμένου η ομάδα των καπιταλιστών κλεπτοκρατών που είναι συγκεντρωμένοι γύρω από τον «εθνικό ηγέτη» να διατηρήσει την εξουσία.

    Και η εργατική τάξη;

    Ο ρόλος της εργατικής τάξης αποτελεί ένα μεγάλο, αντιφατικό ιδεολογικά ζήτημα, ειδικά στη Γαλλία. Με δεδομένο ότι η ανάδυση της Ακροδεξιάς και η καθίζηση του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF) έγιναν ταυτόχρονα, εύκολα υποκύπτουμε στον πειρασμό να συμπεράνουμε ότι η ευθύνη για την εκλογική δύναμη του Εθνικού Συναγερμού βαραίνει τους πρώην ψηφοφόρους του Κομμουνιστικού Κόμματος.

    Πρόκειται όμως για την παρερμηνεία μιας στατιστικής σύμπτωσης. Ακόμη και η έννοια «εργατική τάξη» είναι παραπλανητική, γιατί στην εκλογική συμπεριφορά παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους αποκαλούμενους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οι οποίες συναρτώνται με το φύλο, τη γεωγραφική περιοχή, το επίπεδο μόρφωσης, το είδος του βιομηχανικού τομέα και τον βαθμό εργασιακής ασφάλειας που βιώνουν τα υποκείμενα.

    Η εμπειρική έρευνα υπάρχει και μας προσφέρει αξιόλογα ευρήματα. Καταρχάς, η δήθεν άμεση ανταλλαγή ψήφων ανάμεσα στην Ακροδεξιά και το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί αμελητέα εξαίρεση. Ο κανόνας είναι ότι οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, απογοητευμένοι από τις κυβερνήσεις που σχημάτισαν το Σοσιαλιστικό (PS) και το Κομμουνιστικό Κόμμα, απείχαν από τις εκλογές, την ίδια στιγμή που ο Εθνικός Συναγερμός συγκέντρωσε τις δεξιές ψήφους που υπήρχαν πάντα στην εργατική τάξη.

    Όταν εκλεπτύνουμε την ανάλυση, βρίσκουμε ξεκάθαρες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στους εργαζόμενους που είναι πιθανό να ψηφίσουν Εθνικό Συναγερμό και σε εκείνους που ψηφίζουν την Αριστερά. Η Αριστερά δεν έχει γίνει Δεξιά και η Δεξιά δεν έχει γίνει Αριστερά.

    Μια έρευνα που έκανε το Espaces Marx στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2016, όταν ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν σχεδόν ισοβάθμησε με τη Μαρίν Λεπέν, με ποσοστό 20%, αποκάλυψε μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά: ενώ οι ψηφοφόροι της Λεπέν δήλωναν ότι η «ασφάλεια» και η «μετανάστευση» ήταν τα κυριότερα κριτήρια για την επιλογή τους, τα ζητήματα που απασχολούσαν τους ψηφοφόρους του Μελανσόν ήταν η «δημόσια υγεία», το «περιβάλλον» και η «κοινωνική ασφάλεια».

    Σε επίπεδο επικράτειας, ο Μελανσόν ξεπέρασε τη Λεπέν στις ψήφους των γυναικών, των ψηφοφόρων με ιστορικό μετανάστευσης και των επισφαλώς εργαζόμενων.

    Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι στον γαλλικό Βορρά, ο οποίος πλήττεται ιδιαίτερα από την κρίση, φαίνεται ότι οι ψηφοφόροι των δυο κομμάτων διαχωρίστηκαν στη βάση τριών δομικών παραμέτρων: 1. Το επίπεδο μόρφωσης: η ψήφος στον Μελανσόν ενισχυόταν όσο ανέβαινε το επίπεδο μόρφωσης των ψηφοφόρων, 2. Η σταθερότητα των εργασιακών συμβάσεων: και αυτή η παράμετρος λειτούργησε ευθέως ανάλογα με την ψήφο στην Αριστερά, 3. Όσο περισσότερο μια βιομηχανική περιοχή ή ένας βιομηχανικός κλάδος ήταν εκτεθειμένοι στις παγκόσμιες αγορές, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι πιθανότητες ψήφου προς την Μαρίν Λεπέν. Με μια λέξη, ο ισχυρισμός ότι η γαλλική εργατική τάξη στράφηκε μαζικά στην Ακροδεξιά, αποτελεί χονδροειδή υπεραπλούστευση και δεν ανταποκρίνεται στα αποτελέσματα της εμπειρικής έρευνας.

    Η αντίδραση της Αριστεράς

    Ο τρόπος με τον οποίο η Αριστερά αντιδρά στις προκλήσεις της Ακροδεξιάς διαφέρει, ανάλογα με τα πολιτικά ρεύματα και τις εθνικές παραδόσεις. Συνήθως, συναντούμε τρεις κατηγορίες αντιδράσεων:

    Μια μορφή αυθόρμητου, αναρχικού αντιφασισμού που αναδύεται από την αντιπαράθεση με περιθωριακές οργανωμένες νεοφασιστικές ομάδες. Ο δηλωμένος στόχος εδώ είναι ο αποκλεισμός των φασιστών από τον δημόσιο χώρο, ακόμη και η σύγκρουση μαζί τους αν προσπαθήσουν να εισέλθουν σε αυτόν. Ο νεοφασισμός γίνεται αντιληπτός ως οργανικό μέρος του αστικού κράτους, το οποίο μπορεί να ηττηθεί αν πολεμήσουμε την αιχμή του δόρατός του, που είναι ο φασισμός. Ο αντιφασισμός και ο αντικαπιταλισμός θεωρούνται μάλλον συνώνυμα, και αυτός είναι ο λόγος που δεν ευοδώνονται ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες.

    Μια άλλη αντίδραση είναι η αντιπαράθεση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ισότητας των φύλων και της αλληλεγγύης προς τους μετανάστες και πρόσφυγες, ως εάν η εργατική τάξη δεν συγκροτείται από διάφορα κοινωνικά στρώματα τα οποία περιλαμβάνουν, φυσικά, και γυναίκες, μετανάστες και μειονότητες.

    Στον αντίποδα αυτής της τοποθέτησης είναι μια μετριοπαθής φιλελεύθερη αριστερή αντίθεση στην Ακροδεξιά. Εδώ, η δεύτερη γίνεται αντιληπτή ως μια κοινωνική παθολογία που εξαπλώνεται εξαιτίας ανεύθυνων λαϊκιστών ηγετών, οι οποίοι απευθύνονται στα πιο ταπεινά ένστικτα των δήθεν αμόρφωτων κατώτερων τάξεων. Ωστόσο, η στάση αυτή, δεν συνδέει την Ακροδεξιά με τον καπιταλισμό και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Γι' αυτό και ως έσχατη λύση (ultima ratio) θεωρείται η ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων του κέντρου, ως το «μικρότερο κακό», η ενίσχυση δηλαδή των κομμάτων που, δυστυχώς, γλιστρούν όλο και πιο πολύ προς τη Δεξιά, ενισχύοντας το κακό.

    Το ερώτημα που γεννιέται αναπόφευκτα, αφορά τη σχέση ανάμεσα στα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα που συνδέονται με την κοινωνική τάξη, και τους αγώνες που δίνονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, τη δημοκρατία, την ισότητα των φύλων και τον οικολογικό μετασχηματισμό του πολιτισμού μας.

    Νομίζω ότι είναι λάθος να συνοψίζουμε και να υποτιμούμε τους αγώνες για τα δικαιώματα χρησιμοποιώντας τον όρο «πολιτικές ταυτότητας», γιατί ο καθολικός αγώνας για ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί μέρος των αντικειμενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Όταν επικαλούμαστε την αντίθεση της ταξικής πολιτικής και της πολιτικής των συμμαχιών, μοιραία παραπέμπουμε στην αντίθεση της δεκαετίας του 1930 ανάμεσα στη στρατηγική: «τάξη εναντίον τάξης» και σε εκείνη του «λαϊκού μετώπου».

    Δεν έχει νόημα να παραβλέπουμε καμιά από τις δυο όψεις, αντιθέτως, πρέπει να βρούμε τον σωστό συνδυασμό ανάμεσα στη σύγχρονη ταξική πολιτική και στην ετοιμότητα να σχηματίσουμε τις μεγαλύτερες δυνατές πολιτικές συμμαχίες, ενσωματώνοντας τον φεμινισμό, την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τα οικολογικά κινήματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα που πλήττει τον πολιτισμό μας.

    Δεν έχει νόημα να λέμε ότι οι κοινωνικές συμμαχίες στη βάση των ανθρωπιστικών αξιών μπορεί να εμποδίσουν την καλλιέργεια της ταξικής συνείδησης. Αντιθέτως, μπορεί ακόμη και να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι η σύγχρονη εργατική τάξη αποτελείται από πολλαπλές εθνικές και εθνοτικές ομάδες, από γυναίκες, άνεργους, αυτοαπασχολούμενους, ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες επισφάλειας, ανθρώπους που εργάζονται στον τομέα της φροντίδας, στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα.

    Ας θυμόμαστε ότι ο αντιφασισμός ήταν πάντα ένα πολιτιστικό κίνημα. Σήμερα, οφείλει ακόμη περισσότερο να είναι, γιατί ο νεοφιλελευθερισμός διαβρώνει συνεχώς τις ανθρωπιστικές αξίες, στρώνοντας τον δρόμο σε κάθε είδους εθνικισμό και φασισμό. Η κουλτούρα -υπό την ευρεία έννοια- αποτελεί τεράστια πηγή ανθρωπισμού και ενότητας, γιατί μπορεί να μας προσφέρει τα σπέρματα ενός νέου αλληλέγγυου τρόπου ζωής.

     

    Αρχική δημοσίευση στο: Quistioni 1/2021 (τροποποιημένο)


Related articles