• Η ελληνική Αριστερά πριν από τις ευρωεκλογές του 2019

  • Danai Koltsida | 11 Feb 19 | Posted under: Ελλάδα , Εκλογές , Aριστερά
  • Ανάλυση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, οργάνωσης-μέλους του transform!, του πολιτικού τοπίου στην Ελλάδα, των προσπαθειών της αριστερής κυβέρνησης και των προκλήσεων στην προς τις ευρωεκλογές.

    Οι προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές εγκαινιάζουν για την Ελλάδα μια παρατεταμένη εκλογική περίοδο σε ένα ιδιαιτέρως πολωμένο πολιτικό κλίμα. Τον Μάιο, την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές, θα διεξαχθούν οι εθνικές δημοτικές και οι περιφερειακές εκλογές. Αυτό όμως που είναι πιο σημαντικό είναι ότι οι εθνικές εκλογές αναμένεται να λάβουν χώρα κανονικά τον Οκτώβριο του 2019, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώσει τη θητεία της. Αυτός ο εκλογικός μαραθώνιος έχει δύο σημαντικά αποτελέσματα: α) Οι επιλογές του εκλογικού σώματος είναι πολύ πιθανόν να υπόκεινται σε εσωτερικά κριτήρια και να επηρεαστούν έντονα από το ερώτημα του ποιος θα κερδίσει την μάχη για την επόμενη κυβέρνηση, μετατρέποντας έτσι τις επικείμενες ευρωεκλογές από εκλογές «δεύτερης τάξης» σε πολιτικό γεγονός «πρώτης τάξης». β) Ο εσωτερικός διάλογος επικεντρώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εγχώρια θέματα εις βάρος, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, του ευρωπαϊκού ζητήματος.

    Επισκόπηση του ελληνικού εκλογικού σώματος-Η ισορροπία πολιτικών δυνάμεων: Στο δρόμο για ευρωεκλογές πρώτης τάξης

     

    Στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2014 (Διάγραμμα 1 - βλέπε έγγραφο στα δεξιά της σελίδας), η Αριστερά[1] στην Ελλάδα πέτυχε μια πρωτοφανή νίκη, με συνολικό ποσοστό 33,39%, όχι μόνο λόγω της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ (26,56% και 6 από τις 21 έδρες), αλλά και του σχετικά καλού αποτελέσματος του ΚΚΕ με 6,11% και 2 έδρες. Το Κέντρο/η Κεντρο-Αριστερά[2] συγκέντρωσε συνολικά το 16,47% των ψήφων, ενώ η Δεξιά[3] το 28,87% των ψήφων. Η Ακροδεξιά εκπροσωπούμενη κυρίως από το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής κατέλαβε το ανησυχητικό ποσοστό του 9,39%. Μετά τις δύο επόμενες εθνικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Ιανουάριο και το Σεπτέμβριο του 2015, η ισορροπία δυνάμεων παρέμεινε περίπου η ίδια, όπως φαίνεται στο σχήμα 2 (βλ. Διάγραμμα 2 στα δεξιά της σελίδας).

    Όσον αφορά τις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η αναμενόμενη ισορροπία των πολιτικών δυνάμεων, δεδομένου ότι όλα τα διαθέσιμα δημοσκοπικάστοιχεία αναφέρονται στις εθνικές εκλογές. Εκτός αυτού, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η χρονική στιγμή των εθνικών εκλογών - είτε διεξαχθούν τον Οκτώβριο του 2019 είτε νωρίτερα (π.χ. την ίδια ημέρα με τις ευρωπαϊκές, περιφερειακές και δημοτικές εκλογές του Μαΐου) - θα επηρεάσει την εκλογική συμπεριφορά του ελληνικού εκλογικού σώματος.

    Από πολιτική άποψη, όμως, θα είναι πιο δύσκολο για την Αριστερά να επιτύχει μια νίκη ανάλογη με την προηγούμενη. Πρώτα απ’ όλα, όπως συμβαίνει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Αριστερά είναι ακόμα πιο διασπασμένη απ’ ό,τι στο παρελθόν: Εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, τα δύο «παραδοσιακά» κοινοβουλευτικά αριστερά κόμματα και τα «παραδοσιακά» κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες μικρότερες ομάδες) υπάρχει επίσης ένας ολόκληρος αστερισμός κομμάτων και οργανώσεων που προέκυψαν άμεσα ή έμμεσα από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 γύρω από γνωστά πρώην στελέχη του κόμματος, όπως η Λαϊκή Ενότητα-ΛΑΕ (Παναγιώτης Λαφαζάνης), η Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνσταντοπούλου), και το Μέρα25 (τμήμα του DIEM25 του Γιάννη Βαρουφάκη) κλπ., τα οποία πρόκειται να συμμετάσχουν στις ευρωεκλογές.

    Δεύτερον, τα αποτελέσματα της Αριστεράς συνολικά θα επηρεαστούν αποφασιστικά από το αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ που είναι ο κύριος πυλώνας αυτής της πολιτικής οικογένειας. Ανεξάρτητα από το πώς κάποιος θα αξιολογούσε τις κυριότερες επιλογές που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό επίπεδο, είναι βέβαιο ότι αυτός θα κριθεί από τους ψηφοφόρους για την απόδοσή του κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών διακυβέρνησης, και όχι για τις προγραμματιστικές του θέσεις για την Ευρώπη. Και σε αυτό το επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων σε χρονολογική σειρά (που ωστόσο αναφέρονται στις εθνικές εκλογές), είναι σαφές ότι στο μέσον της κυβερνητικής θητείας του (από τα μέσα του 2016 έως τα μέσα του 2018) ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν σε δύσκολη θέση, σημαντικά πίσω από τη Νέα Δημοκρατία – ΝΔ στις δημοσκοπήσεις, μέχρι και κατά 10% σύμφωνα με τα αποτελέσματα κάποιων ερευνών. Το κύριο πρόβλημα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ήταν ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια για τη συνεχιζόμενη λιτότητα οδήγησε μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ να μετακινηθούν σε μια εκλογική «γκρίζα ζώνη», δηλώνοντας ότι είναι «αναποφάσιστοι». Εντούτοις, μετά την λήξη της περιόδου των μνημονίων και μετά από μια σειρά θετικών πρόσφατων πρωτοβουλιών (π.χ. η ελάττωση των συνταξιοδοτικών περικοπών, η σημαντική άνοδος του κατώτατου μισθού, η επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών), οι πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά κλείνει την διαφορά του από τη Νέα Δημοκρατία. Επομένως, το εκλογικό ρολόι μοιάζει να χτυπά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ αλλά είναι ακόμα δύσκολο να εκτιμηθεί το τελικό αποτέλεσμα για αυτό το κόμμα, και κατ’ επέκταση για την Αριστερά συνολικά.

    Τρίτον, αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις, και ιδιαίτερα η επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, τείνουν να αναδιαμορφώσουν σημαντικά το τοπίο του ελληνικού κομματικού συστήματος. Υπήρξε αξιοσημείωτη κινητικότητα βουλευτών και μια μεγάλη δημόσια συζήτηση για την πιθανή διαμόρφωση μιας ευρύτερης συμμαχίας προοδευτικών δυνάμεων γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ με τη συμμετοχή γνωστών προσωπικοτήτων της κεντροαριστεράς που ανήκαν στο ΠΑΣΟΚ αλλά και στο Ποτάμι, και στη ΔΗΜΑΡ. Είναι μάλλον κοινή πεποίθηση ότι η προηγούμενη διάσπαση ανάμεσα σε κόμματα υπέρ και κατά των μνημονίων (που αποτέλεσε τη βάση της συμμαχίας μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητων Ελλήνων -ΑΝΕΛ) αναδιαμορφώνεται αυτή τη στιγμή σε μια διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, προοδευτικών και συντηρητικών . Εάν η συζήτηση αυτή αποδειχθεί καρποφόρα, μπορεί να επηρεάσει τους συνασπισμούς που θα διαμορφωθούν στο πλαίσιο των Ευρωεκλογών του 2019.

    Ο διάλογος για την Ευρώπη στην ελληνική πολιτική σκηνή

    Η ελληνική περίπτωση έπαιξε κεντρικό ρόλο στις προηγούμενες ευρωεκλογές το 2014, καθώς η Ελλάδα ήταν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτυχίας του νεοφιλελεύθερου, εκδικητικού τρόπου με τον οποίο η ΕΕ αντιμετώπισε την οικονομική κρίση. Ταυτόχρονα, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία ήταν απόδειξη ότι η αντίσταση των λαών ενάντια στην λιτότητα είχε μια πιθανότητα να κερδίσει, γεμίζοντας τους αριστερούς σε όλη την Ευρώπη με ελπίδα, όπως φάνηκε και από την επιλογή του Αλέξη Τσίπρα ως υποψήφιου (Spitzenkandidat) του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

    Πέντε χρόνια αργότερα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Το ελληνικό ζήτημα δεν είναι πλέον κεντρικό θέμα της ευρωπαϊκής συζήτησης, αφενός επειδή η χώρα κατάφερε να βγει από τα μνημόνια, να σταθεροποιήσει σχετικά την οικονομία της και να βελτιώσει τους περισσότερους κοινωνικούς δείκτες· αφετέρου, επειδή η Ευρώπη φαίνεται να έχει άλλες πολύ πιο σοβαρές - ακόμη και υπαρξιακές - προκλήσεις. Και αντιστρόφως, μετά το τέλος - τουλάχιστον το τυπικό - του τελευταίου μνημονίου και την επακόλουθη αποφασιστική παρέμβαση της Τρόικας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η ΕΕ έχει πλέον λιγότερο κεντρική θέση στην εγχώρια πολιτική συζήτηση της Ελλάδας.

    Όπως αναφέρθηκε ήδη, δεδομένου του χαρακτήρα των επερχόμενων ευρωεκλογών στην Ελλάδα ως εκλογών πρώτης τάξης, είναι αναπόφευκτο ο πολιτικός διάλογος να κυριαρχείται από εσωτερικά ζητήματα εις βάρος της συζήτησης για τις μεγάλες και σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ στο σύνολό της.

    Φυσικά, η Ευρώπη και οι επικείμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είναι εντελώς εκτός της οπτικής γωνίας των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων. Το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής πολιτικής είναι πάντα ένα σημαντικό ζήτημα, ιδίως από την στιγμή που η Ελλάδα - παρά το γεγονός ότι ολοκλήρωσε το τελευταίο μνημόνιο - εξακολουθεί να βρίσκεται υπό «ενισχυμένη εποπτεία». Αυτό ισχύει και για τη μεταναστευτική πολιτική, δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών της ΕΕ που δέχονται και φιλοξενούν μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων.

    Ωστόσο, η κυρίαρχη συζήτηση στην Ελλάδα που αφορά άμεσα το ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αυτή που αφορά την απειλή του νεο-συντηρητισμού και την άνοδο της λαϊκιστικής και άκρας Δεξιάς. Η πρόσφατη εθνικιστική έκρηξη στην Ελλάδα, με αφορμή την Συμφωνία των Πρεσπών, περιλάμβανε όχι μόνο τους «συνήθεις υπόπτους» - την λαϊκιστική/άκρα Δεξιά- αλλά και ένα μεγάλο μέρος των καθιερωμένων κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ[4] και οδήγησε σε ακραίες-σε κάποιες στιγμές-πολιτικές αντιδράσεις, στοχοποιώντας τους βουλευτές που τάχθηκαν υπέρ της Συμφωνίας και χρησιμοποιώντας λόγο μίσους, απειλές, ακόμη και ωμή βία. Αυτή η εξαιρετικά συντηρητική μετατόπιση της ελληνικής πολιτικής προς τα δεξιά προκάλεσε σημαντικές ανησυχίες σε ένα ευρύτερο προοδευτικό κοινό και κατέστησε προφανές ότι - σε αντίθεση με ό, τι συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια, κάτω από το βάρος των μνημονίων, όταν η ΕΕ χρησιμοποιήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ως εργαλείο κατά των φωνών που αντιτάσσονταν στη λιτότητα - τώρα είναι οι προοδευτικές, δημοκρατικές, αριστερές δυνάμεις που είναι οι πιο φιλοευρωπαϊκές δυνάμειςDetail του πολιτικού χάρτη. Το αν αυτό θα είναι εκλογικά αποδοτικό γι 'αυτές μένει να φανεί.

     

     

     



    [1]Στο παρόν άρθρο, θεωρούμε ότι η Αριστερά περιλαμβάνει: α) τον ΣΥΡΙΖΑ (μέλος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς και της ευρω-ομάδας της GUE / NGL), β) το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας-ΚΚΕ (πρώην μέλος της GUE/ NGL μέχρι το 2014) και γ) την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (εξωκοινοβουλευτικός συνασπισμός ριζοσπαστικών αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων).

    [2]Κέντρο / Κέντρο-Αριστερά θεωρούμε: α) το ΠΑΣΟΚ (και την Ελιά, τον συνασπισμό που συγκροτήθηκε με μικρότερες κεντρώες ομάδες), μέλος της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής ομάδας PES και  σήμερα της ομάδας S&D, β) το Ποτάμι, το οποίο συμμετέχει στην ευρωπαική κοινοβουλευτική ομάδα S&D, γ) τη Δημοκρατική Αριστερά-  ΔΗΜΑΡ και δ) την ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΩΝ-ΕΚ.

    [3]Τα κόμματα που περιλαμβάνονται στην πολιτική οικογένεια της Δεξιάς είναι: α) η Νέα Δημοκρατία-ΝΔ, το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, μέλος του ΕΛΚ και της ευρωομάδας του, β) οι Ανεξάρτητοι Έλληνες-ένα μικρό κόμμα του λαϊκιστή δεξιού και ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πρόσφατα, του οποίου οι εκλεγμένοι βουλευτές - επί του παρόντος ανεξάρτητοι - συμμετέχουν στην κοινοβουλευτική ομάδα του ECR και γ) το ΛΑΟΣ.

    [4]Το Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΕ) ήταν επίσης εναντίον της Συμφωνίας, αλλά υπό μια εντελώς διαφορετική προοπτική, αντιτιθέμενοστην ένταξη της ΠΓΔΜ (τώρα Βόρειας Μακεδονίας) στο ΝΑΤΟ.


Related articles