• Ο εκλογικός κύκλος του 2019 στην Πορτογαλία

  • Tatiana Moutinho | 13 May 19 | Posted under: Πορτογαλία , Εκλογές , Aριστερά
  • Ανάλυση από την οργάνωση μέλος μας, «Cul:tra», του πολιτικού τοπίου στην Πορτογαλία μετά την πρόσφατη κυβερνητική κρίση.

    Στην Πορτογαλία, οι ευρωεκλογές προηγούνται των κοινοβουλευτικών εκλογών που θα πραγματοποιηθούν στις 6 Οκτωβρίου.

    Παραδοσιακά, οι εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο έχουν πολύ μικρή συμμετοχή (το 2014 η αποχή έφτασε στο ποσοστό-ρεκόρ 66%), καθώς αντιμετωπίζονται κυρίως με όρους εσωτερικής πολιτικής διαμάχης. Το εκλογικό σώμα δηλαδή δείχνει την ικανοποίηση ή τη δυσαρέσκειά του απέναντι στην πολιτική που εφαρμόζεται στην Πορτογαλία, και δεν ενδιαφέρεται για τα ευρωπαϊκά προγράμματα των κομμάτων. Ως εκ τούτου, αναμένεται ότι και σε αυτές τις ευρωεκλογές οι ψηφοφόροι θα στρέψουν την προσοχή τους σε θέματα που άπτονται περισσότερο των επιπτώσεων που έχουν οι πολιτικές της ΕΕ και οι ευρωπαϊκές συνθήκες στην Πορτογαλία, παρά στη συζήτηση για τη γενικότερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Δεκαεπτά πολιτικές δυνάμεις (κόμματα και συμμαχίες κομμάτων) διεκδικούν τις 21 έδρες του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου που αντιστοιχούν στην Πορτογαλία. Αναμένεται ότι τις έδρες αυτές θα μοιραστούν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, PS (το κεντροαριστερό κόμμα που βρίσκεται τώρα στην κυβέρνηση), το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Πορτογαλίας PSD (κεντροδεξιό), το Μπλόκο της Αριστεράς Bloco de Esquerda, την Ενωτική Δημοκρατική Συμμαχία, CDU (συνασπισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος, PCP και των Πρασίνων, PEV) και το συντηρητικό δεξιό κόμμα, CDP / PP. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επίσης ότι υπάρχει κάποια πιθανότητα, αν και μικρή, εκλογής ενός βουλευτή από το PAN (οικολογικό/πράσινο κόμμα που έχει μια έδρα στο πορτογαλικό κοινοβούλιο) και ενός από την Aliança (Συμμαχία), ένα νέο νεοφιλελεύθερο κόμμα, που δημιουργήθηκε από τον Πέδρο Σαντάνα Λόπες, πρώην ηγέτη και βραχύβιο πρωθυπουργό, προερχόμενο από το PSD.

    Δεδομένου του παραδοσιακά υψηλού ποσοστού αποχής από τις ευρωεκλογές, πρέπει να τονιστεί ότι είναι πολύ δύσκολο να έχουμε κάποια σίγουρη πρόβλεψη για το αποτέλεσμα.

    Πρόσφατα ανέκυψε στη χώρα μια εντελώς απροσδόκητη πολιτική κρίση, η οποία προκλήθηκε από την κυβέρνηση. Η κρίση  αποσκοπούσε να στρέψει το ενδιαφέρον του πολιτικού διαλόγου από τις ευρωεκλογές στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου, στοχεύοντας στη δυσφήμιση των κομμάτων που βρίσκονται στα αριστερά και στα δεξιά της. Είναι πιθανότατα πολύ νωρίς για να κατανοήσουμε πλήρως τις συνέπειες μιας εβδομάδας πλήρους συγκλονιστικών πολιτικών γεγονότων, αλλά ίσως να μπορεί ήδη να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα.

     

    Η τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Πορτογαλία

    Η πορτογαλική κυβέρνηση που προέκυψε από τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2015, γνωστή ως "Geringonça" («Μαραφέτι»), είναι μια ιδιάζουσα πολιτική κεντρο-αριστερή κατάσταση: μια μειοψηφική κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος με την υποστήριξη των δύο αριστερών κομμάτων που έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, του Μπλόκο της Αριστεράς και του CDU (του συνασπισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας και των Πρασίνων). Το 2015, η Geringonça αποτελούσε το ρεαλιστικό πολιτικό εμπόδιο για την αποτροπή της κυριαρχίας του συνασπισμού των δύο μεγάλων δεξιών κομμάτων PSD και CDS, τα οποία κυβερνούσαν τη χώρα κατά τα χρόνια της Τρόικας. Όσον καιρό βρίσκεται στην εξουσία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα παίζει ένα ρόλο παρόμοιο με εκείνον ενός ακροβάτη σε τσίρκο: αφενός προσπαθεί να συμμορφωθεί με τις πολιτικές και τους περιορισμούς της ΕΕ, και αφετέρου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Μπλόκο και του συνασπισμού CDU που ζητούν να αναστραφούν οι επιβληθείσες από την Τρόικα περικοπές, να αυξηθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, να εξασφαλιστούν περισσότερες δημόσιες επενδύσεις κ.λπ.

    Ως αποτέλεσμα της απώλειας της εξουσίας, ο Πέδρο Πάσος Κοέλιο, ο πρώην πορτογάλος πρωθυπουργός και ένθερμος υποστηρικτής της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής λιτότητας, παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματος. Τον διαδέχτηκε ο Ρούι Ρίο ο οποίος στηρίζει μια πιο κεντροδεξιά προοπτική του κόμματος. Η νέα ηγεσία έχει οδηγήσει το κόμμα σε βαθιά κρίση, με την παραίτηση ορισμένων μελών και το σχηματισμό δύο νέων πολιτικών κομμάτων που μετέχουν στις ευρωεκλογές: την Aliança στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, και το Chega (Αρκετά) με επικεφαλής τον Αντρέ Βεντούρα, δημοτικό σύμβουλο της Λούρες, μιας πόλης κοντά στη Λισαβόνα. Και τα δύο αυτά κόμματα υιοθετούν μια λαϊκιστική αφήγηση, με την Aliança να είναι ένα ανοιχτά νεοφιλελεύθερο κόμμα και το Chega να υιοθετεί ένα λαϊκιστικό λόγο, πολύ κοντά στην Ακροδεξιά. Το Chega συμμετέχει στις ευρωεκλογές με το συνασπισμό Basta, σε συνεργασία με άλλες μικρές δεξιές δυνάμεις.

    Οι επερχόμενες ευρωεκλογές στην Πορτογαλία - υποψήφιοι και δημοσκοπήσεις

    Το 2014 η κατανομή των εδρών στην ευρωβουλή ήταν η ακόλουθη: Το PS είχε 8 ευρωβουλευτές που εντάχθηκαν στην Προοδευτική Συμμαχία Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωκοινοβούλιο (S&D), ο συνασπισμός PSD+CDS είχε 7 (6+1) οι οποίοι εντάχθηκαν στην ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP). Το PSCDUείχε εκλέξει 3 Ευρωβουλευτές που μετείχαν στην ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς - Βόρειας Πράσινης Αριστεράς (GUE/NGL) και το Μπλόκο 1 ευρωβουλεύτρια, που μετείχε και αυτή στην GUE/NGL Το 2014 ένα αουτσάιντερ, το Ρεπουμπλικανικό Δημοκρατικό Κόμμα (PDR) εξέλεξε 2 ευρωβουλευτές, αλλά οι πιθανότητες να επαναλάβει αυτήν την επίδοση είναι απειροελάχιστες.

    Τα κόμματα PSD, CDU, Μπλόκο και CDS κατεβαίνουν στις ευρωεκλογές της Κυριακής με επικεφαλής τους ίδιους υποψήφιους που είχαν το 2014: τον Πάουλο Ρανγκέλ (αντιπρόεδρο του ΕΛΚ), τον Ζοάο Φερέιρα, τη Μαρίζα Ματίας και το Νούνο Μέλο, αντίστοιχα. Επικεφαλής υποψήφιος του PS είναι ο Πέδρο Μάρκες, πρώην υπουργός Σχεδιασμού και Υποδομών.

    Το 2019 ξεκίνησε με το κεντροδεξιό κόμμα βυθισμένο σε βαθιά κρίση: η νέα ηγεσία με επικεφαλής τον Ρούι Ρίο αντιμετώπισε εξαιρετικές δυσκολίες να επιβληθεί στο κόμμα, γεγονός που δεν ήταν ανεξάρτητο από τα καλά οικονομικά αποτελέσματα της Geringonça. Η συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση αντικατοπτρίστηκε ξεκάθαρα σε διάφορες δημοσκοπήσεις για τις ευρωεκλογές, οι οποίες δημοσιεύθηκαν νωρίτερα φέτος και έδειξαν ότι η διαφορά μεταξύ του κεντροαριστερού PS και του κεντροδεξιού PSD αναμένεται να είναι 10% έως 20%. . Ωστόσο, οι τρεις τελευταίοι μήνες έχουν δείξει ότι ο αναμενόμενος θριαμβευτικός περίπατος του  PS μέχρι τις εκλογές της Κυριακής (μια νίκη του που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εκλογή 10 σοσιαλιστών ευρωβουλευτών, έναντι μόνο 5 ευρωβουλευτών του PSD) μετατράπηκε σε μια βασανιστική πορεία για το κυβερνόν κόμμα: η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων μειώνεται σταθερά, και μάλιστα δύο διαφορετικές δημοσκοπήσεις που δημοσιεύτηκαν στα τέλη Απριλίου οδηγούν στην πιθανότητα μιας τεχνικής ισοπαλίας (το PS να έρθει πρώτο με διαφορά 2% έως 3%, αλλά τα δύο κόμματα να εκλέξουν τον ίδιο αριθμό  ευρωβουλευτών). Παρά το γεγονός ότι έως τώρα καμιά δημοσκόπηση δεν αμφισβητεί τη νίκη του PS την Κυριακή, υπάρχει το ενδεχόμενο αυτή να είναι Πύρρειος.

    Η μείωση της διαφοράς μεταξύ PS και PSD μπορεί να εξηγηθεί από μια σωρευτική διαδοχή γεγονότων. Πρώτον, η επιλογή του επικεφαλής υποψηφίου του PS για τις ευρωεκλογές. Ως υπουργός Σχεδιασμού και Υποδομών, ο Πέδρο Μάρκες είχε μικρή αναγνωρισιμότητα και είναι πολιτικός χαμηλού προφίλ. Ο υπουργικός του ρόλος τον μετέτρεψε σε εύκολο στόχο κριτικής, όχι μόνο λόγω της μέχρι στιγμής χαμηλής απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Συνοχής μέχρι το 2020, αλλά και λόγω της αποτυχίας της διαπραγμάτευσης  για το Ταμείο Συνοχής 2021-2027, με τους εξ αυτού πόρους να αναμένεται ότι θα είναι μειωμένοι για την Πορτογαλία κατά 7%. Στο εσωτερικό η κυβέρνηση υφίσταται ισχυρή αμφισβήτηση (συμπεριλαμβανομένων απεργιών και διαδηλώσεων) από διάφορους κλάδους (καθηγητές, νοσηλευτές, γιατρούς, οδηγούς οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων,...), αλλά και λόγω ενός αδέξιου κυβερνητικού ανασχηματισμού που επικρίθηκε σοβαρά εξαιτίας των οικογενειακών σχέσεων μεταξύ κάποιων μελών της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το συντηρητικό δεξιό κόμμα θα εκλέξει έναν ευρωβουλευτή. Η πιθανότητα εκλογής ενός δεύτερου ευρωβουλευτή δεν μπορεί να απορριφθεί ως ενδεχόμενο, αν και είναι μικρή.

    Η πορτογαλική Αριστερά και η εκστρατεία των ευρωεκλογών

    Στα αριστερά της πορτογαλικής πολιτικής σκηνής όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο αριθμός των ευρωβουλευτών που θα ενταχθούν στην GUE / NGL θα είναι ο ίδιος με αυτόν που υπάρχει σήμερα-τέσσερις.

    Για το συνασπισμό CDU (PCP+PEV) οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 11,3% (τον Ιανουάριο) και 7,6% (τον Απρίλιο), κάτι που σημαίνει ότι πιθανόν ο συνασπισμός να έχει έναν ευρωβουλευτή λιγότερο. Το CDU υποστηρίζει ότι δεν είναι ένας «αντι-ευρωπαϊκός» συνασπισμός, παρά το γεγονός ότι ο προεκλογικός του λόγος περιλάμβανε σκληρές επικρίσεις για την ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα, τα οποία έχουν μετατρέψει τις πολιτικές της τρόικας σε δόγμα. Ο συνασπισμός Κομμουνιστών και Πράσινων προτείνει μια εναλλακτική για την ΕΕ η οποία θα βασίζεται στην εθνική κυριαρχία και την ισότητα μεταξύ των κρατών, και θα είναι προσανατολισμένη στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και την προώθηση της ειρήνης και της αλληλεγγύης. Όσον αφορά το πρόγραμμα, οι προτεραιότητες του είναι η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και η έξοδος από την ευρωζώνη. Από την περίοδο 2014-2019, ο Ζοάο Φερέιρα αντλεί τρία βασικά συμπεράσματα: 1) η οικονομική βελτίωση της Πορτογαλίας που επετεύχθη τα τελευταία χρόνια ήταν δυνατή μόνο επειδή υπήρξε αντίσταση στην ΕΕ. 2) Οι πολιτικές, οι προσανατολισμοί και οι επιταγές της ΕΕ, ιδίως αυτές που συνδέονται με το ευρώ, εμποδίζουν τη χώρα να επιλύσει τα διαρθρωτικά της προβλήματα. 3) Υπάρχει ανάγκη για μια βαθιά αλλαγή των πορτογαλικών πολιτικών που θα την χαρακτηρίζει η σαφής αντίθεση στις πολιτικές και στις επιταγές της ΕΕ.

    Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ποσοστά που κυμαίνονται από ένα ελάχιστο 6,3% (τον Ιανουάριο) μέχρι ένα μέγιστο 9,2% (τον Φεβρουάριο), φαίνεται ότι το Μπλόκο της Αριστεράς θα ανακάμψει από το κακό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2014 (4,56%). Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος του για διεύρυνση της εκπροσώπησης του στο ευρωκοινοβούλιο είναι εφικτός και θα υλοποιηθεί με την εκλογή της Μαρίζα Ματίας και του Ζοζέ Γκουσμάο (οικονομολόγος, ο οποίος εργάστηκε στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο μεταξύ 2011 και 2018, ήταν βουλευτής από το 2009 έως το 2011, είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του Μπλόκο, και έχει ασχοληθεί εις βάθος με οικονομικά/φορολογικά ζητήματα, ιδίως όσα αφορούν την φοροδιαφυγή).

    Το ψηφοδέλτιο του Μπλόκο για τις ευρωεκλογές του 2019 αποτελείται από 11 γυναίκες και 10 άνδρες, με 11 από τους 21 υποψήφιους να είναι ανεξάρτητοι, μεταξύ των οποίων αρκετοί συνδικαλιστές και ακτιβιστές διαφόρων κινημάτων (του φεμινιστικού, της προστασίας του περιβάλλοντος, του αντιρατσιστικού, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Η εκστρατεία του Μπλόκο επικεντρώθηκε σε τρεις κύριους άξονες: το κράτος πρόνοιας, το εργατικό δυναμικό και το περιβάλλον. Από την οπτική γωνία του κόμματος, οι βελτιώσεις στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση της Πορτογαλίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι μια σαφής απόδειξη ότι η στρατηγική λιτότητας της ΕΕ είναι λάθος. Κι όμως αυτά είναι διδάγματα που η ΕΕ δεν είναι διατεθειμένη να λάβει υπόψη. Ως εκ τούτου, η εκστρατεία του Μπλόκο ενέχει το αφήγημα της σύγκρουσης με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

    Το Μπλόκο συμμετέχει στις ευρωεκλογές του 2019 ως μέρος του κινήματος «Τώρα ο λαός», μαζί με την Ανυπότακτη Γαλλία (Γαλλία), τους Ποδέμος (Ισπανία), την Κόκκινο-πράσινη Συμμαχία (Δανία), το Αριστερό Κόμμα (Σουηδία), και την Αριστερή Συμμαχία (Φινλανδία), ασκώντας σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές συνθήκες- ειδικά στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο-, καταγγέλλοντας την έλλειψη δημοκρατίας στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, και διεκδικώντας την εθνική κυριαρχία (που ορίζεται ως ο κατάλληλος χώρος για την άσκηση εθνικών πολιτικών).

    Το Livre, μια μικρή πολιτική δύναμη με  ποσοστό 2,2% στις ευρωεκλογές του 2014 η οποία μετέχει στις ευρωεκλογές με το Diem25 και έχει ως πρόγραμμα τη Νέα Πράσινη Συμφωνία, δεν αναμένεται να εκλέξει ευρωβουλευτή.

    Η «κρίση των εκπαιδευτικών» ή το «χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» - μια διπλή στρατηγική του PS εν όψει των εκλογών του 2019        

    DetailΤον Ιανουάριο του 2018 και λόγω των συμφωνιών που συνήφθησαν μεταξύ του κυβερνητικού κόμματος και των αριστερών κομμάτων στο πλαίσιο του Geringonça, επανήλθε σε ισχύ η βαθμολογική εξέλιξη στον δημόσιο τομέα, η οποία είχε παγώσει με την επιβολή των μέτρων λιτότητας από τις κυβερνήσεις PS και PSD/CDS. Στις συμφωνίες δεν συμπεριλήφθηκαν τα λεγόμενα «ειδικά μισθολόγια», στα οποία η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη βασίζεται και στον χρόνο υπηρεσίας. Οι εκπαιδευτικοί ανήκουν στα «ειδικά μισθολόγια», και σε όλη τη διάρκεια της θητείας αυτής της κυβέρνησης ζητούσαν τον πλήρη υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας τους (9 έτη, 4 μήνες και 2 ημέρες). Η αναγνώριση του πλήρους χρόνου υπηρεσίας σε όλα τα ειδικά μισθολόγια ήταν ένα αίτημα που στήριζε το Μπλόκο και ο συνασπισμός του ΚΚ Πορτογαλίας και των Πράσινων, και είχε εγγραφεί και στους εθνικούς προϋπολογισμούς του 2018 και του 2019.

    Τον περασμένο Μάρτιο η κυβέρνηση αποφάσισε μονομερώς ότι η αναγνώριση της υπηρεσίας των εκπαιδευτικών θα αφορούσε μόνο 2 έτη, 9 μήνες και 18 ημέρες. Το σχετικό προεδρικό διάταγμα κατατέθηκε στη βουλή στις 2 Μαΐου, και σε ένα μαραθώνιο διαπραγμάτευσης μεταξύ των κομμάτων στην Εκπαιδευτική Επιτροπή, τα δεξιά κόμματα έκαναν μια πολιτική αναστροφή και συμφώνησαν με την Αριστερά (ενάντια στη βούληση του PS) για την πλήρη αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας των εκπαιδευτικών. Όμως μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς υπήρχε μια σημαντική διαφορά. Η πρώτη υποστήριξε ότι η πλήρης αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας πρέπει να εξαρτάται από δημοσιονομικά κριτήρια, καθιστώντας τον έτσι πρακτικά αδύνατο), ενώ η δεύτερη ότι το νομοσχέδιο έπρεπε να αναφέρεται ρητά στη σταδιακή πλήρης αναγνώριση της υπηρεσίας. Ο συμβιβασμός που προέκυψε ήταν να εγγραφεί στο νομοσχέδιο η πλήρης αναγνώριση της υπηρεσίας, αλλά να ανατεθεί στην επόμενη κυβέρνηση η απόφαση της μεθόδου εφαρμογής της.  

    Η κυβέρνηση απάντησε προκαλώντας πολιτική κρίση: εάν το κοινοβούλιο ενέκρινε την πλήρη αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας των εκπαιδευτικών, ακόμη και αν αυτή αφορούσε την επόμενη νομοθετική περίοδο, η κυβέρνηση θα παραιτείτο.

    Ενώ οι πολιτικοί της δεξιάς πτέρυγας του PS κατηγόρησαν αμέσως τα αριστερά κόμματα, που στηρίζουν την κυβέρνηση μέσω της Geringonça, για ανευθυνότητα και ριζοσπαστισμό στις προτάσεις τους, ο πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα επέλεξε να επιτεθεί στη Δεξιά με την κατηγορία της συμμετοχής της σε έναν «αρνητικό συνασπισμό».

    Ο πολιτικός τυφώνας που χρειαζόταν το PS εν όψει των δύο προσεχών εκλογικών κύκλων είχε αρχίσει. Από τη μια πλευρά, τρεις εβδομάδες πριν τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών στην προεκλογική εκστρατεία, η οποία ήταν εμφανώς κακή για τους Σοσιαλιστές, άρχισαν να συζητούνται πολιτικά θέματα. Από την άλλη πλευρά για τα κόμματα της Δεξιάς-που γρήγορα ανακοίνωσαν ότι θα ψηφίσουν εναντίον όσων υποστήριξαν στην Εκπαιδευτική Επιτροπή της βουλής-με το τέλος αυτής της διαδικασίας βρέθηκαν σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Αυτή η αποδυνάμωση της Δεξιάς μπορεί να αποβεί απολύτως καθοριστική για το βασικό στόχο του PS στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου, που είναι η νίκη με απόλυτη πλειοψηφία. Η κρίση έληξε μια εβδομάδα αφότου άρχισε. Το PS καταψήφισε όλες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στη βουλή, η Δεξιά ψήφισε κατά της πρότασης της Αριστεράς που ανέθετε τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων σε ένα μελλοντικό νομοθετικό σώμα, και η Αριστερά καταψήφισε την πρόταση της Δεξιάς που διασφάλιζε ότι η πλήρης αναγνώριση της υπηρεσίας των εκπαιδευτικών θα ήταν αδύνατη βάσει δημοσιονομικών κριτηρίων.

     

    Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της πλαστής κρίσης θα φανεί στο εγγύς μέλλον.


Related articles