• Η Γερμανία λίγο πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές

  • Χορστ Καρσ | 24 Apr 19 | Posted under: Γερμανία , Εκλογές , Aριστερά
  • Ανάλυση του Rosa Luxemburg Stiftung, οργάνωσης-μέλους του transform!, του πολιτικού τοπίου στη Γερμανία πριν από τις ευρωεκλογές.

     

    Όχι στην «εθνικιστική υποτροπή»-Απουσία των αμιγώς ευρωπαϊκών θεμάτων;

    Στη Γερμανία, οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο στις 26 Μαΐου θα πραγματοποιηθούν την ίδια ημέρα με τις εκλογές για το κοινοβούλιο του κρατιδίου της Βρέμης και τις δημοτικές εκλογές σε δέκα ομόσπονδα κρατίδια. Ήδη το 2014 ο συνδυασμός των εκλογών για το ευρωκοινοβούλιο και των δημοτικών εκλογών σε πέντε κράτη είχε θετική επίδραση στην προσέλευση των ψηφοφόρων. Ως εκ τούτου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και στις φετινές ευρωεκλογές θα υπάρχει αύξηση της συμμετοχής. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές εκλογές αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον φέτος απ’ ότι το 2014. Οι λόγοι είναι κυρίως οι εξής: (Ι) Οι αλλαγές που υπέστη το γερμανικό κομματικό σύστημα από το 2014. (ΙΙ) Η γενική εκλογική ατμόσφαιρα, η οποία χαρακτηρίζεται από μια ανησυχία για πιθανή «εθνικιστική υποτροπή». Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο εάν και πώς τα κόμματα θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την ανησυχία στην στρατηγική των εκστρατειών τους.

     

     

    Ένα ενδιάμεσο στάδιο της ανασυγκρότησης του γερμανικού κομματικού συστήματος

    Από τότε που έγιναν οι τελευταίες ευρωεκλογές, το πολιτικό τοπίο στη Γερμανία έχει υποστεί μια σημαντική αλλαγή. Οι εκλογές του 2014 σηματοδοτήθηκαν από την τεράστια άνοδο των ποσοστών της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία). Παρά τη σαφώς χαμηλότερη προσέλευση ψηφοφόρων σε απόλυτους αριθμούς συμμετείχαν σχεδόν όλοι όσοι είχαν ψηφίσει λίγους μήνες πριν στις ομοσπονδιακές εκλογές, με αποτέλεσμα την απόσπαση ψήφων από το στρατόπεδο της συντηρητικής Δεξιάς, ειδικά στη νοτιοδυτική και ανατολική Γερμανία. Από το φθινόπωρο του 2014 η AfD σημείωσε μεγάλη επιτυχία σε μια σειρά εκλογών, συνήθως με διψήφια ποσοστά, έτσι ώστε σήμερα να εκπροσωπείται στα κοινοβούλια και των 16 κρατιδίων, και να αποτελεί την ισχυρότερη αντιπολίτευση στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο (Bundestag). Με τον τρόπο αυτό το κόμμα ριζοσπαστικοποιήθηκε μετασχηματιζόμενο σε ένα αυταρχικό κίνημα, και ταυτόχρονα σε ένα κόμμα κινητοποίησης της συντηρητικής Δεξιάς-του εθνικιστικού πυρήνα της-τραβώντας την προσοχή του κοινού μέσα από συνεχείς υποτιθέμενες παραβιάσεις των ταμπού του πολιτικού λόγου, και αυτοπαρουσιαζόμενο ως το «καταδιωκόμενο θύμα» του πολιτικού κατεστημένου. Τα κεντρικά θέματα της πολιτικής του ατζέντας εστιάζουν στον ισχυρισμό ότι ο γερμανικός πλούτος κινδυνεύει λόγω της μετανάστευσης και της «ξένης διείσδυσης» (ισλαμοφοβία), και στην υποτιθέμενη έλλειψη εθνικής/εθνοτικής αυτοπεποίθησης των Γερμανών λόγω της επιβολής από ξένες δυνάμεις μιας «ενοχικής εμμονής» μετά από τη συντριπτική ήττα του 1945.

    Το ζήτημα του τρόπου επιτυχούς αντιμετώπισης αυτής της ξενοφοβικής και εθνικιστικής κινητοποίησης-που είχε επιπτώσεις στους οπαδούς όλων σχεδόν των κομμάτων εκτός των Πρασίνων, και που κατά καιρούς οδήγησε σε έντονες εσωτερικές διαφορές και σε μεγάλη απώλεια ψηφοφόρων-καθόρισε τον πολιτικό διάλογο στη χώρα και στα κεντρικά γραφεία των κομμάτων μέχρι τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017. Εν τω μεταξύ όλα τα κόμματα έχουν αποδεχτεί κατά κάποιο τρόπο το γεγονός ότι η AfD δεν θα εξαφανιστεί από τα κοινοβούλια αφού ολοκληρώσει μια πρώτη κοινοβουλευτική θητεία, και ότι σήμερα στη Γερμανία, όπως και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ένα κόμμα ταυτισμένο με το κίνημα της Ακροδεξιάς έχει ενσωματωθεί στο πολιτικό σύστημα και η στρατηγική κινητοποίησης που χρησιμοποιεί δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία υιοθετώντας τα θέματα της ατζέντας του και το περιεχόμενό τους. Πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2018, το βαυαρικό κόμμα CSU (Χριστιανοδημοκρατική Ένωση) ήρθε αντιμέτωπο με αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα.

    Επομένως, οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο θεωρούνται από όλα τα κόμματα της Ομοσπονδιακής Βουλής ένα δοκιμαστικό έδαφος για την αλλαγή των εκλογικών στρατηγικών τους σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό πεδίο, με επιπτώσεις που θα μπορούσαν να αφήσουν πίσω τους ένα νέο τοπίο.

    Μεταξύ άλλων αυτές οι αλλαγές περιλαμβάνουν την παρακμή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία εκπροσωπείται μόνο με μονοψήφια ποσοστά στα κοινοβούλια ορισμένων κρατιδίων, ενώ παράλληλα υποχωρεί και το Ντι Λίνκε. Παράλληλα, απότοκο αυτών των αλλαγών είναι και η άνοδος των Πρασίνων, οι οποίοι θεωρήθηκαν και εξελέγησαν ως ένα κόμμα ακριβώς αντίθετο του AfD σε ζητήματα που αφορούν βασικά θέματα, θέσεις και πολιτικό στυλ. Συνολικά το στρατόπεδο των κομμάτων στα αριστερά του CDU (Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα) έχει αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται μάλλον για το αποτέλεσμα μιας διαρκούς δομικής αδυναμίας, αφού δεν υπάρχουν κοινωνικές και δημοκρατικές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα των επόμενων δύο δεκαετιών· απαντήσεις δηλαδή που απαιτούν μια προοπτική ευρύτερη από την ευρωπαϊκή: την αναδιάρθρωση των παγκόσμιων σχέσεων, το νέο κύμα αυτοματισμού στον κόσμο της εργασίας, και την κλιματική αλλαγή. Αλλά, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70, είχε καταστεί σαφές ότι η απάντηση στις παγκόσμιες αδικίες εξαρτιόταν από την ηθική και κοινωνική δυνατότητα των κοινωνικών και δημοκρατικών πολιτικών που θα εφαρμόζονταν στις (δυτικο) ευρωπαϊκές χώρες, στη βάση της συνεργασίας και όχι του ανταγωνισμού.

    Οι Πράσινοι, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες της Αριστεράς, διερευνούν εντατικά διάφορες επιλογές συνασπισμού με το CDU. Μέρος της ευρύτερης πολιτικής αλλαγής είναι ότι, γενικά, ο σχηματισμός κυβερνήσεων σε όλα τα θεσμικά επίπεδα έχει γίνει αισθητά δυσκολότερος. Μερικές φορές οι πολυκομματικοί συνασπισμοί σε όλα τα πολιτικά στρατόπεδα επιβάλλονται προκειμένου να αποφευχθεί η συμμετοχή της AfD στην κυβέρνηση, ή για να αποφευχθούν οι μειοψηφικές κυβερνήσεις που δεν έχουν παράδοση στη γερμανική πολιτική σκηνή. Μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει συμβάλει ούτε στην δημοτικότητα των κομμάτων, ούτε στο να καταστεί σαφές στο εκλογικό κοινό τί διαφοροποιεί το ένα κόμμα από το άλλο.

    Οι αλλαγές στον πολιτικο-κομματικό τομέα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν απλώς ως μετατόπιση προς τα δεξιά, καθώς πίσω από τις αλλαγές αυτές καραδοκούν οι πολλαπλές πολώσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην πλήρη αναδιάρθρωση του κομματικού συστήματος. Οι αλλαγές αυτές αφορούν ταυτόχρονα τις σκληρές συγκρούσεις μεταξύ της παλιάς αστικής τάξης των γαιοκτημόνων και τον ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής που υποστηρίζει συντηρητικές αξίες, και μιας μορφωμένης προοδευτικής αστικής τάξης της οποίας το μέγεθος αυξάνεται σταθερά. Η σύγκρουση αυτή είναι πολιτικά ένας αγώνας για τον πολιτισμό και τις αξίες. Ένα δεύτερο και σημαντικότερο πεδίο σύγκρουσης αφορά το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο που βασίζεται στη βιομηχανία. Τα άτομα που απασχολούνται στον τομέα αυτό βλέπουν τον εαυτό τους συνεχώς εκτεθειμένο στην ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά και αντιμετωπίζουν σοβαρές διαδικασίες μετασχηματισμού: εμπορικούς πολέμους, ένα νέο κύμα αυτοματοποίησης, αλλαγή της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Οι κλασικές εργασιακές σταδιοδρομίες, που βασίζονταν στην μέση εκπαίδευση και την εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση, υφίστανται την πίεση ενός νέου μοντέλου εργασίας. Επιπλέον, το εξαγωγικό μοντέλο βρίσκεται υπό πίεση διότι οι ελλείψεις στις απαιτούμενες δημόσιες υποδομές είναι εμφανείς, ενώ στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου έρχονται άλλα θέματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η AfD βρίσκει οπαδούς στους εργαζόμενους μέσης εξειδίκευσης στη βιομηχανία, που σήμερα βρίσκονται στη δεύτερη φάση της επαγγελματικής τους ζωής. Ένα τρίτο πεδίο σύγκρουσης είναι ο τομέας των χαμηλών εισοδημάτων με την δημιουργία μιας εργατικής τάξης επισφαλώς εργαζομένων στον τομέα των υπηρεσιών, της οποίας η καθημερινή ζωή χειροτερεύει διαρκώς λόγω των ανεπαρκών εισοδημάτων, των επισφαλών θέσεων εργασίας και της ολοήμερης εργασίας, ενώ και πρόσβασή της στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, τη στέγαση κ.λπ. έχει γίνει πολύ δυσκολότερη. Τα ζητήματα της υλικής ύπαρξης συνδέονται με τα ζητήματα του κοινωνικού στάτους, της κοινωνικής εκτίμησης για εργασίες όπως αυτή των εργαζόμενων στις ταχυμεταφορές και για μια θέση στην κοινωνία που να προσφέρει περισσότερα για τη ζωή από «το ελάχιστο».

    Η AfDέχει καταφέρει καλύτερα από όλα τα άλλα κόμματα να συνδέσει αυτές τις οριζόντιες και κάθετες, κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές συγκρούσεις με το ζήτημα της μετανάστευσης που επικεντρώνεται στην ξενοφοβία και την ισλαμοφοβία, και αποκτά κεντρική σημασία. Ο εθνοτικός εθνικισμός της, σε συνδυασμό με τις υποσχέσεις για κοινωνικές βελτιώσεις για τους «Γερμανούς», συνειδητά ταυτίζεται και πάλι με το ψυχικό και ηθικό παρελθόν της γερμανικής «λαϊκής εθνοτικής κοινότητας», του εθνικοσοσιαλισμού.

    Ενώ τα άλλα κόμματα εξακολουθούν να δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες κοινωνικές συγκρούσεις, τις απαντήσεις τις δίνουν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και ακτιβιστές που σχηματίζουν σε συνεργασία μεταξύ τους την ποικιλόμορφη εικόνα μιας εκ νέου  ιδιαίτερα πολιτικοποιημένης κοινωνίας. Μόνο το περασμένο καλοκαίρι έγινε μια τεράστια διαμαρτυρία 250.000 ατόμων εναντίον των αυταρχικών, εθνικιστικών αντιλήψεων στη γερμανική κοινωνία. Στη Βαυαρία πραγματοποιήθηκαν πολλές μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας που αφορά τη δημόσια τάξη (το νομοσχέδιο για την ασφάλεια). Η εκπληκτική επιτυχία στη Βαυαρία ενός δημοψηφίσματος για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας ανάγκασε το κυβερνόν κόμμα να αλλάξει εντελώς την πολιτική του. Τα αυξανόμενα ενοίκια στις μεγάλες πόλεις κινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, και ξαφνικά ανακύπτουν σοβαρές συζητήσεις σχετικά με το αν θα ήταν καλύτερο να απαλλοτριωθούν οι μεγάλες στεγαστικές εταιρείες. Το ζήτημα της στέγασης συνενώνει ανθρώπους από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και κοινωνικο-ηθικά περιβάλλοντα.

    Μια άλλη πτυχή που δεν πρέπει να υποτιμάται όσον αφορά την αποστασιοποίηση των νεότερων γενεών από τα κόμματα που εκπροσωπούνται στη γερμανική βουλή είναι οι ψηφιακές και αναλογικές κινητοποιήσεις κατά της μεταρρύθμισης των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που υιοθετήθηκαν πρόσφατα από το ευρωκοινοβούλιο, και κατά των δειλών και ανεπαρκών μέτρων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής («Οι κινητοποιήσεις της Παρασκευής για το μέλλον»).

    Τελευταίο αλλά όχι έσχατο θέμα είναι η «ανησυχία για την Ευρώπη» που είναι εντονότερη από παλιά, καθώς η συνεργασία στο πλαίσιο της ΕΕ δεν θεωρείται πλέον κάτι αυτονόητο στο οποίο μπορεί να στηριχτεί κανείς.

     

    Ανεκμετάλλευτες δυνατότητες ελιγμών των ευρωπαϊκών πολιτικών;

    Μεταξύ αυτών που έχουν δικαίωμα ψήφου στη Γερμανία το σύνθημα «Περισσότερη Ευρώπη» έχει σημαντική και θετική δυναμική (για κινητοποίηση). Οι υποψήφιοι ή τα κόμματα που υποστηρίζουν μια «ενισχυμένη συνεργασία στο εσωτερικό της ΕΕ» επιτυγχάνουν σαφώς υψηλότερα εκλογικά ποσοστά από εκείνους και εκείνα που αγωνίζονται για την «έξοδο από την ΕΕ». Οι συντάκτες μιας εκτεταμένης έρευνας που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2018 μιλούσαν μάλιστα για μια «χαμένη ευκαιρία για κινητοποίηση» όλων των κομμάτων στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 καθότι, σε αντίθεση με την περίπτωση του προσφυγικού ζητήματος, δεν υπήρχε πραγματικός φόβος για κάποια αντι-κινητοποίηση. Το σύνθημα «Περισσότερη Ευρώπη» βρίσκει ευρεία ανταπόκριση μεταξύ των υποστηρικτών του CDU/CSU και των Πρασίνων, αλλά και μεταξύ των ψηφοφόρων του FDP και της Αριστεράς. Μόνο στους ψηφοφόρους της AfD έχει ελαφρώς αρνητική απήχηση. (RobertVehrkamp/WolfgangMerkel: Populismusbarometer 2018. PopulistischeEinstellungenbeiWählernundNichtwählerninDeutschland2018, Gütersloh 2018). Αυτή η επικρατούσα θετική προδιάθεση εμφανίζεται επίσης καθαρά σε μια έρευνα που έγινε μετά την εκλογική νίκη του «φιλο-ευρωπαίου» Μακρόν εναντίον της «αντι-ευρωπαίας» Λεπέν, αφού το 55% των Γερμανών που ερωτήθηκαν απάντησαν ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν ένα «κόμμα τύπου Μακρόν», αν και φαίνεται ότι οι ερωτηθέντες δεν εξέτασαν τις θέσεις του Μακρόν σε θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

    Σ’ αυτήν τη θετική επικρατούσα διάθεση συνέβαλαν τρεις λίγο-πολύ υποκειμενικές αντιλήψεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν: (1) Ο κίνδυνος μιας ενδεχόμενης αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Brexit, και εθνικιστικές, «αντιευρωπαϊκές» κυβερνήσεις στην Ουγγαρία, την Ιταλία και την Πολωνία). (2) Η αύξηση των αυταρχικών, εθνικών-ριζοσπαστικών δυνάμεων και στη Γερμανία (επιτυχημένα αποτελέσματα στις εκλογές του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία, AfD). (3) Η αύξηση των παγκόσμιων εντάσεων που προκλήθηκαν από τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Μετά την ορκωμοσία του προέδρουΤραμπ, ξαφνικά μόνο το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων, σε σύγκριση με τα δύο τρίτα πριν, πίστευε ότι οι ΗΠΑ είναι ένας αξιόπιστος εταίρος της Γερμανίας. Για περισσότερο από έναν χρόνο τώρα, η κοινή γνώμη θεωρεί την Κίνα και τη Ρωσία πιο αξιόπιστες επιλογές. Ωστόσο, επί σειρά ετών, εννέα στους δέκα ερωτηθέντες Γερμανούς θεωρούσαν τη γειτονική χώρα της Γαλλίας ως τον πλέον «αξιόπιστο εταίρο». Η γερμανο-γαλλική εταιρική σχέση θεωρείται πολύ υψηλής σημασίας από τους Γερμανούς, δεδομένου ότι η ιδέα της «κατασκευής ενός ευρωπαϊκού πυρήνα» φαίνεται ελκυστική, πολιτικά εφικτή και συναντά ευρεία αποδοχή. Στην αρχή του έτους, περίπου το 70% των ερωτηθέντων θεωρούσαν ότι η συγκρότηση του ευρωπαϊκού πυρήνα είναι ένα θέμα με το οποίο «συμφωνούσαν απολύτως» ή «ως επί το πλείστον». Αυτή η στάση βασίζεται τόσο στις επιθυμίες της πλειοψηφίας να εντατικοποιήσει και να εμβαθύνει τη συνεργασία στο εσωτερικό της ΕΕ, όσο και στην αμφιβολία για το κατά πόσο αυτό θα ήταν εφικτό μπροστά στους αυξανόμενους εθνικισμούς σε αρκετές χώρες της ΕΕ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σήμερα η πλειονότητα του πληθυσμού απορρίπτει την ένταξη νέων χωρών στην ΕΕ.

    Από το 2010 η πλειονότητα των Γερμανών, σε ποσοστό που φτάνει μέχρι και 50%, θεωρεί ότι η χώρα που έχει τα περισσότερα πλεονεκτήματα από την ένταξη στην ΕΕ είναι η Γερμανία. Μόνο το ένα έκτο θεωρεί ότι τα μειονεκτήματα της ένωσης είναι περισσότερα. Αυτή η άποψη κυριαρχεί μεταξύ των οπαδών όλων σχεδόν των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Μόνο οι υποστηρικτές της εθνικιστικής AfD βλέπουν περισσότερα μειονεκτήματα παρά πλεονεκτήματα. Σε μια άλλη έρευνα που προσπάθησε να διαφοροποιήσει τα συναισθηματικά από τα λογικά κίνητρα των ψηφοφόρων, το 56% θεωρούσε ότι η ένταξη στην ΕΕ είναι «καλή» για τη Γερμανία, σε σύγκριση με το 14% που την χαρακτήριζε ως «κακή». Ωστόσο, μόνο το 37% δήλωνε ρητά ότι η ένταξη στην ΕΕ ήταν «συμφέρουσα για τη Γερμανία». Το «κάτι καλό» δεν συνδέεται αναγκαστικά με τα «πλεονεκτήματα»-και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η εμφανής διαφορά μεταξύ των δύο απαντήσεων οφείλεται στο μεγάλο ποσοστό του γερμανικού πληθυσμού που θα μπορούσε να κινητοποιηθεί για τα πολιτικά και κοινωνικά ανταλλάγματα που θα έπρεπε να έχει η Γερμανία, παραμένουσα στην ΕΕ. Ωστόσο, αυτό το ποσοστό κατανέμεται πολύ άνισα μεταξύ των ερωτηθέντων. Είναι μεγαλύτερο στα άτομα ηλικίας κάτω των 30 ετών, στους ηλικιωμένους συνταξιούχους και σ’ αυτούς από τους ερωτηθέντες με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Είναι μικρότερο ή ανύπαρκτο στην ομάδα των ατόμων ηλικίας 40-60 ετών, με ενδιάμεσο ή χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Αυτή είναι και η ηλικιακή ομάδα που περιέχει ορισμένες υποομάδες οι οποίες είναι πεισμένες ότι η ένταξη στην ΕΕ έχει περισσότερα μειονεκτήματα από πλεονεκτήματα.

    Η πλειονότητα των Γερμανών, σε ποσοστό τουλάχιστον 60%, υποστηρίζει εδώ και καιρό μια «ένταση» της συνεργασίας με την ΕΕ ενώ, σπάνια, ένα τέταρτο το πολύ του πληθυσμού υποστηρίζει ότι «η Γερμανία πρέπει να ενεργεί περισσότερο μόνη της». Αυτή η στάση βρίσκεται πάνω από το μέσο όρο μεταξύ των υποστηρικτών των Πρασίνων, του CDU/CSU, του Ντι Λίνκε και του SPD. Μεταξύ των οπαδών της AfD, από την άλλη πλευρά, τα δύο τρίτα είναι υπέρ της άποψης ότι η Γερμανία πρέπει να «ενεργεί μόνη της». Τόσο για την αριστερή όσο και για τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική είναι σημαντική η απάντηση στο ερώτημα ποιο κόμμα θεωρείται ικανότερο ή καταλληλότερο: όταν το ερώτημα αφορά το ερώτημα ποιος υπερασπίζεται καλύτερα τα γερμανικά συμφέροντα, το CDU/CSU βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων, πάνω από όλα τα άλλα κόμματα. Όταν το ζήτημα είναι «ποιος υπερασπίζεται καλύτερα τα συμφέροντα των γερμανών εργαζομένων στην ΕΕ», στην κορυφή είναι το SPD, ακολουθούμενο από το Ντι Λίνε και το CDU/CSU που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αυτό δείχνει ότι για τον γερμανικό πληθυσμό, η έννοια της «έντασης» της συνεργασίας στο εσωτερικό της ΕΕ έχει πολλές και διαφορετικές συνδηλώσεις.

    Στο ερώτημα για τα πιο σημαντικά καθήκοντα που πρέπει να έχει η ΕΕ και την ικανότητα εκπλήρωσής τους, οι απαντήσεις των ερωτηθέντων έδειξαν ότι οι προσδοκίες τους διέφεραν σημαντικά από την πραγματικότητα. Οι οκτώ προσδοκίες που διέφεραν περισσότερο από ό, τι πραγματικά συμβαίνει είναι οι εξής: «εξασφάλιση δικαιότερης φορολόγησης των πολυεθνικών εταιρειών», «ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών για την ίδια εργασία», «προστασία των πολιτών από την εγκληματικότητα», «από κοινού καταπολέμηση της τρομοκρατίας», «παροχή αποτελεσματικής προστασίας του περιβάλλοντος», «προστασία των εργαζομένων από την απώλεια θέσεων εργασίας», «διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη» και «περιορισμός της μετανάστευσης». Τα ζητήματα για τα οποία οι ερωτηθέντες θεωρούν ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη παρέμβασης της ΕΕ είναι αυτά της κοινωνικής δικαιοσύνης και ασφάλειας. Αυτό αντικατοπτρίζεται στις θέσεις των κομμάτων στις αντίστοιχες προεκλογικές τους εκστρατείες.

    Στρατηγικές της προεκλογικής εκστρατείας: Πού είναι η Ευρώπη;

    Στη Γερμανία, οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο είναι κυρίως εκλογές στις οποίες τα δύο κόμματα και οι εκλογείς συμπεριφέρονται ειλικρινά. Η προσέλευση των ψηφοφόρων επιτρέπει να συναχθούν συμπεράσματα ως προς το πόσο μεγάλο είναι το πολιτικό ενδιαφέρον για τα θεσμικά όργανα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Καθώς σε αντίθεση με τις εθνικές εκλογές δεν υπάρχει ανάγκη σχηματισμού ενός κυβερνητικού συνασπισμού μετά τις ευρωεκλογές, οι πολίτες ψηφίζουν με βάση τις τρέχουσες προτιμήσεις και χωρίς να ασχολούνται με την ενδεχόμενη μελλοντική τακτική των κομμάτων, πολύ περισσότερο αφού όπως και στις προηγούμενες εκλογές δεν υπάρχει πια κάποιο εκλογικό κατώφλι. Τα κόμματα συμπεριφέρονται ειλικρινά στις ευρωεκλογές γιατί σ’ αυτές πρέπει να αποφασίσουν αν θα θέσουν σε προτεραιότητα θέματα ευρωπαϊκής σημασίας, και όχι τα συνήθη εθνικά θέματα.

    Με βάση τις προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων φαίνεται ότι τα περισσότερα από αυτά προσπαθούν να κερδίσουν τη λαϊκή ψήφο με θέματα που κυριαρχούν και στην εθνική πολιτική σκηνή. Θέματα κα αιτήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν και να υλοποιηθούν μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο και από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν έχουν εξέχουσα θέση. Αλλά τουλάχιστον το SDP επιμένει ότι «η Ευρώπη είναι η λύση!» και όχι το πρόβλημα. Μόνο το μικρό DiEM25 λειτουργεί ως ευρωπαϊκό κόμμα· όλα τα υπόλοιπα κόμματα είναι κατά κύριο λόγω μέλη συμμαχιών ευρωπαϊκών κομμάτων.

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να αναμένεται ότι από αυτές τις εκλογές θα προκύψει κάποια ισχυρή ώθηση για τον εξευρωπαϊσμό της γερμανικής πολιτικής. Κανένα από τα κόμματα που εκπροσωπούνται στη γερμανική βουλή δεν φαίνεται να έχει την πρόθεση να αναφερθεί στην εκλογική του εκστρατεία στις οικονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες που υπάρχουν στο εσωτερικό της ΕΕ, στις δημογραφικές μετατοπίσεις, στην διαφορετική και ιεραρχικά δομημένη ενσωμάτωση των εθνικών οικονομιών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας ή στον ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει η ΕΕ σε μια παγκόσμια κατάσταση διαρκών αλλαγών - με λίγα λόγια, δεν υπάρχει η πρόθεση να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στη γερμανική πολιτική μέσα στην ΕΕ και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένταση της συνεργασίας υπέρ της οποίας τάσσεται ο γερμανικός λαός. Με αυτόν τον τρόπο οι προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων αντανακλούν τις ελλείψεις των προηγούμενων ετών: δεν υπάρχουν λεπτομερείς προτάσεις για τη δημιουργία νέων κοινωνικών θεσμών, ευρωπαϊκών μέσων ρύθμισης της αγοράς και της φορολογίας και για τη μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων· δεν υπάρχει καμία νέα άποψη για τη γερμανική ευρωπαϊκή πολιτική και την ευρωπαϊκή πολιτική αλληλεγγύης-εκτός ίσως, μερικές φορές, στα ψιλά γράμματα των κομματικών προγραμμάτων και εξαγγελιών.

    Ταυτόχρονα όλα τα κόμματα διατηρούν μια θετική εικόνα της Ευρώπης, λαμβάνοντας υπόψη το κλίμα που επικρατεί στο εκλογικό σώμα. «Η Ευρώπη μας μάς κάνει ισχυρούς», λέει το σύνθημα του CDU/CSU. Άλλα κόμματα προσπαθούν να στρατολογήσουν ανθρώπους με στόχο να παλέψουν για την επίτευξη διάφορων στόχων: «Η ανανέωση τη δέσμευσης στην Ευρώπη» μπορεί να πραγματοποιηθεί με τους Πράσινους. «Η χρήση των ευκαιριών που προσφέρει η Ευρώπη» μπορεί να γίνει με το FDP. Το SPD έχει κάνει την πρόταση «Ελάτε να κάνουμε όλοι μαζί ισχυρή την Ευρώπη!» σύνθημα του εκλογικού τους προγράμματος, ενώ το Ντι Λίνκε θεωρεί ότι «Η Ευρώπη μπορεί να υπάρξει μόνο με αλληλεγγύη». Με το σύνθημα για την «Ευρώπη των Εθνών - Διαφορετικότητα, όχι ισότητα», η AfDείναι το μοναδικό κόμμα που μιλάει για έξοδο από την ΕΕ αν δεν εφαρμοστούν οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις του. Κανένα από τα άλλα κόμματα δεν απαιτεί το άμεσο τέλος του ευρώ ή την απόσυρση από την ΕΕ.

    Το CDU/CSU χρησιμοποιεί την προεκλογική εκστρατεία για την προώθηση στο εσωτερικό του κόμματος της νέας προέδρου του Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ ως νόμιμης διαδόχου της Άνγκελα Μέρκελ. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος στο λόγο του κόμματος εμφανίζονται συντηρητικές και παραδοσιακές αξίες και πατριαρχικές θέσεις σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τους ψηφοφόρους από το να στραφούν στην AfD. Κύριο θέμα της προεκλογικής εκστρατείας θα είναι το βασικό μέλημα των συντηρητικών, δηλαδή η πολιτική ασφάλειας: η προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, η κοινή ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική ως η μοναδική πραγματική παραχώρηση στην πρωτοβουλία του Μακρόν για μια ευρωπαϊκή ανανέωση μέσα από κοινές γερμανο-γαλλικές πρωτοβουλίες. Οι υποσχέσεις για αύξηση της ασφάλειας χρησιμοποιούνται για να «ηρεμήσουν» αυτοί που ανησυχούν για την αύξηση της μετανάστευσης, και για να κλείσει ένα κεφάλαιο που απειλεί να τινάξει στον αέρα την ευρωπαϊκή πολιτική του CDU/CSU: η άρνηση της Άνγκελα Μέρκελ να κλείσει τα σύνορα το καλοκαίρι του 2015 θα εξεταστεί τώρα ως μέρος της προηγούμενης θητείας της, δηλαδή θα ιστορικοποιηθεί. Δημόσια, το CDU/CSU, όπως και ολόκληρο το γερμανικό κομματικό φάσμα, θα προσπαθήσει να αποφύγει οτιδήποτε μπορεί να υπενθυμίσει στους πολίτες ότι το κλείσιμο των συνόρων το καλοκαίρι του 2015 θα σήμαινε την εγκατάλειψη της Ελλάδας με τους πρόσφυγες που εισέρχονταν κατά χιλιάδες στη χώρα, γεγονός που θα ακύρωνε στην ουσία το Τρίτο Μνημόνιο που είχε υπογραφεί λίγο πριν, κάτι που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του ευρώ και της «πολιτικής διάσωσης» της χώρας που είχε εφαρμοστεί για πολλά χρόνια. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι πολιτικοί της κεντρικής πολιτικής σκηνής της Γερμανίας παραμένουν σιωπηλοί στο ζήτημα της επιστροφής της γερμανικής πολιτικής λιτότητας στην Ευρώπη με τη μορφή του «προσφυγικού κύματος» μέσω της Ελλάδας, που μπορεί να έχει θανάσιμες συνέπειες. Η ενσυναίσθηση που πρέπει να έχει η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας, δηλαδή η ικανότητα να εξετάζει τα γεγονότα και από τα μάτια του εταίρου της, δεν έχει για άλλη μια φορά την υποστήριξη του γερμανικού εκλογικού σώματος, πράγμα που σημαίνει ότι δεν διαφαίνονται πολλές πιθανότητες υπέρ μιας λύσης παροχής οικονομικών αποζημιώσεων στη βάση της αρχής της αλληλεγγύης. Αντ’ αυτού μπορούν να προταθούν υπέροχα επιχειρήματα μέσω των οποίων οι γερμανοί πολιτικοί θα εκφράσουν τη λύπη τους για την έλλειψη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, εκ μέρους χωρών όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία κ.λπ., η τήρηση δηλαδή εκ μέρους της Γερμανίας μιας στάσης «ηθικής υπεροχής». Με την απόρριψη της μετανάστευσης και ακολουθώντας μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και κοινής δράσης στην παγκόσμια αγορά, το CDU και το CSU έχουν επιλύσει τις διαφορές τους-με το βαυαρικό CSU να εμφανίζεται ξαφνικά ως ένα υπερ-ευρωπαϊκό κόμμα-κάτι που σημαίνει μια ριζική μεταστροφή στη σύγκρουσή τους με την AfD. Οι πιο πρόσφατες τάσεις της κοινής γνώμης προβλέπουν ότι το ποσοστό του CDU/CSU θα είναι σαφώς πάνω από 30%, δηλαδή ελαφρώς καλύτερο από το αποτέλεσμα του 2014.

    Για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο αποτελούν μια πρώτη δοκιμασία για τη νέα τους στρατηγική που έχει στόχο να δημιουργήσει μια πόλωση μεταξύ αυτού και του CDU/CSU, εταίρου τους στο Μεγάλο Συνασπισμό, με την πρόταξη κοινωνικών θεμάτων όπως το βασικό ενοίκιο, η περίθαλψη, το επίδομα ανεργίας, τα κοινωνικά επιδόματα για παιδιά κ.α. Δεν μπορεί ακόμη να προβλεφθεί εάν οι προτάσεις τους υπέρ ενός ευρωπαϊκού συστήματος φορολογικής αποζημίωσης που θα εφαρμοστεί μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού ασφάλισης του εργατικού δυναμικού, και της παροχής κατώτατων μισθών, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Προφανώς αυτό θα εξαρτηθεί από τη μελλοντική διάθεση του πληθυσμού. Όσον αφορά τις επικείμενες εκλογές για τα κοινοβούλια των κρατιδίων, το SPD ενδιαφέρεται κυρίως για την εθνική σημασία των εκλογικών αποτελεσμάτων γιατί θέλει να αποτρέψει τυχόν περαιτέρω απώλειές του σε σύγκριση με το χαμηλό επίπεδο των προηγούμενων κοινοβουλευτικών εκλογών. Οι σοσιαλδημοκράτες στερούνται επίσης μιας επιθετικής πολιτικής διάθεσης που θα αντιμετωπίζει την «Ευρώπη ως λύση» αυτών των προβλημάτων.  Στις τρέχουσες δημοσκοπικές προβλέψεις, το SPD βρίσκεται στο 16-18%, δηλαδή σαφώς κάτω από το αποτέλεσμα του στις τελευταίες εκλογές (27,3%).

    Το Ντι Λίνκε βρίσκεται σε παρόμοια θέση με το SPD και θα δυσκολευτεί να έχει το ίδιο ποσοστό με εκείνο των τελευταίων εκλογών (7,4%). Λόγω των έντονων εσωτερικών διαφωνιών σχετικά με τη μεταναστευτική πολιτική, της εμφάνισης του κινήματος «Aufstehen», και μετά την αποχώρηση της Ζάρα Βάγκενχνετ από κάθε  ηγετική θέση στο κόμμα, ο εκλογικός στόχος του είναι απλά να μην χάσει (πάρα πολύ).

    Όπως για το SPD, έτσι και για το Ντι Λίνκε οι ευρωεκλογές δεν είναι παρά ένα τεστ του στρατηγικού προσανατολισμού του κόμματος, αφενός με την αντιμετώπιση κλασικών κοινωνικών θεμάτων και, αφετέρου, φέρνοντας στο επίκεντρο θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και ο πολιτισμός στην προσπάθεια του να αποτρέψει τη μετακίνηση των νεώτερων σε ηλικία ψηφοφόρων στους Πράσινους. Οι αφίσες που χρησιμοποιήθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία δεν έχουν ρητό ευρωπαϊκό χαρακτήρα και δεν συνδέονται με ένα συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πρόγραμμα, αλλά αναφέρονται στον κατώτατο μισθό, τη φορολόγηση των επιχειρήσεων, τα ενοίκια, την ειρήνη κλπ. Αυτά είναι θέματα που θα μπορούσαν να τεθούν σε οποιεσδήποτε άλλες εκλογές. Η μοναδική εξαίρεση είναι η αφίσα που γράφει «Να σώσουμε τους ανθρώπους-Να δημιουργήσουμε ασφαλή καταφύγια».

    «Ελάτε να οικοδομήσουμε τη νέα Ευρώπη!» είναι το σύνθημα που υπάρχει σε όλες σχεδόν τις εκλογικές αφίσες των Πρασίνων. Ενάντια στον εθνικισμό και υπέρ της αναζωογόνησης του περιβάλλοντος - αυτοί είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της προεκλογικής τους εκστρατείας, που αναφέρεται ευθέως σε ανησυχίες και προβλήματα ιδίως της νεότερης γενιάς. Τελικά οι Πράσινοι θέλουν να χρησιμοποιήσουν τις ευρωεκλογές για να μεταφράσουν σε πραγματικά πολιτικά ποσοστά τις πρόσφατες υψηλές δημοσκοπικές επιδόσεις τους (20%) και να είναι το δεύτερο σε δύναμη γερμανικό κόμμα στην ευρωβουλή, γεγονός που θα αποτελέσει μια καλή βάση για τις εκλογές των κρατιδίων που θα πραγματοποιηθούν το ερχόμενο φθινόπωρο.

    Η AfD κυμαίνεται γύρω στο 10-12%, και το FDP στο 7%. Για άλλη μια φορά, ορισμένα μικρότερα κόμματα θα μπορούσαν να εκπροσωπηθούν στο ευρωκοινοβούλιο αφού δεν υπάρχει εκλογικό κατώφλι. Detail

     

    Φυσικά, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για τις εκπλήξεις και τις απροσδόκητες στροφές που συμβαίνουν πριν από την ημέρα των εκλογών-βλέπε για παράδειγμα τις περιπτώσεις του Brexit, της Ιταλίας κ.λπ. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο στη Γερμανία οι εκλογικές εκστρατείες για το ευρωκοινοβούλιο είναι κυρίως φιλοευρωπαϊκές, αλλά διεξάγονται αμυντικά από την άποψη της δημοκρατικής και κοινωνικής πολιτικής. 


Related articles