• Οι ευρωεκλογές στη Σουηδία

  • Sam Carlshamre | 10 May 19 | Posted under: Σουηδία , Εκλογές , Aριστερά
  • Ανάλυση του Κέντρου Μαρξιστικών Μελετών, οργάνωσης-μέλους του δικτύου μας, για τις ευρωεκλογές στη Σουηδία.

    Από σουηδική σκοπιά, οι προσεχείς εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο θα επηρεαστούν σημαντικά από την ολοκλήρωση μιας ασυνήθιστα περίπλοκης διαδικασίας για το σχηματισμό κυβέρνησης. Ενώ αυτή η διαδικασία στη Σουηδία δεν διαρκεί συνήθως περισσότερο από δύο μέρες, αυτή τη φορά χρειάστηκαν τέσσερις μήνες, από τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου του περασμένου έτους μέχρι τη 18η Ιανουαρίου του 2019. Το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας ήταν μια ρήξη με την παραδοσιακή σουηδική πολιτική λογική, η οποία συνήθως διαμορφωνόταν από δύο μεγάλες ομάδες-ένα δεξιό μπλοκ (την αποκαλούμενη Συμμαχία) που συσπειρώνεται γύρω από το συντηρητικό-φιλελεύθερο Μετριοπαθές Κόμμα (Μ) και ένα κόκκινο-πράσινο μπλοκ γύρω από το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (SAP).

    Λόγω της γενικής μετακίνησης της ψήφου από αυτά τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα προς το ακροδεξιό κόμμα των Δημοκρατικών της Σουηδίας (ΣΔ), καθώς προς το αγροτο-φιλελεύθερο Κόμμα του Κέντρου (C) και το σοσιαλιστικό Αριστερό Κόμμα (V), κανένα από τα δύο μπλοκ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την αναγκαία πλειοψηφία για τον σχηματισμό ενός κυβερνητικού συνασπισμού. Μετά από μήνες συζητήσεων, το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένας κεντρώος συνασπισμός αποτελούμενος από το Κόμμα του Κέντρου, το Φιλελεύθερο Κόμμα, το Κόμμα των Πράσινων, και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που ήταν ο κύριος εταίρος του συνασπισμού. Ο κυβερνητικός συνασπισμός έχει υποσχεθεί να προωθήσει κατά κύριο λόγο μια ατζέντα «φιλελευθεροποίησης» (κάτι που είναι προβληματικό τουλάχιστον για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα), η οποία έχει μικρή υποστήριξη από το εκλογικό σώμα, ενώ έχει φυσικά απομακρύνει τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης από τη σοσιαλδημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, η συγκρότηση αυτού του συνασπισμού έχει ορθώς θεωρηθεί ένα σημαντικό πισωγύρισμα για την παραδοσιακή Δεξιά, που έχει χάσει τους περισσότερους παραδοσιακούς πολιτικούς της εταίρους, και η οποία για να μπορέσει να παρουσιάσει μια καρικατούρα εναλλακτικής λύσης αναγκάστηκε να μπει σε ένα ιδιαίτερα προβληματικό παιχνίδι πολιτικής στρατηγικής, στρεφόμενη στους ακροδεξιούς Σουηδούς Δημοκράτες.

    Πέρα από τη συζήτηση για τη μετανάστευση

    Αυτή η μετατόπιση έχει κάνει το σουηδικό πολιτικό τοπίο λιγότερο προβλέψιμο. Συγχρόνως, φαίνεται ότι στην πορεία προς τις ευρωεκλογές σημειώθηκε μια ανάλογη μετατόπιση του πολιτικού λόγου. Όπως και στα περισσότερα, αν όχι σε όλα τα κράτη μέλη, τα θέματα που κυριαρχούν στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναμένεται γενικά να είναι αυτά που συνδέονται με την άνοδο της άκρας Δεξιάς, όπως η μετανάστευση και η επακόλουθη εντυπωσιοθηρία. Αν και αυτά τα θέματα εξακολουθούν να είναι παρόντα με διάφορους τρόπους, όπως με την έντονη εστίαση σε ζητήματα νόμου και τάξης, από την πλευρά του νεοσυσταθέντος «εθνο-συντηρητικού» μπλοκ-δηλαδή της ανεπίσημης ομαδοποίηση των παραδοσιακών δεξιών και Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων με την Ακροδεξιά του SD-φαίνεται να παρουσιάζουν μια σχετική υποχώρηση/

    Αρκετοί λόγοι μπορεί να ευθύνονται γι’ αυτήν την υποχώρηση. Πρώτον, το μεταναστευτικό ζήτημα το οποίο κυριάρχησε στην πολιτική συζήτηση για αρκετά χρόνια, έχει υποτιμηθεί λόγω της γενική κόπωσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς της αντίληψης ότι έχει «λυθεί», ανεξάρτητα από το τί κατανοεί μ’ αυτό ο καθένας και η καθεμία. Δεύτερον, φαίνεται ότι οι Σουηδοί Δημοκράτες - παρόλο που έχουν μια από τις πιο προβληματικές βάσεις όλων των ευρωπαϊκών ακροδεξιών εξτρεμιστικών κομμάτων, ως προερχόμενοι από ένα ρητά νεοναζιστικό κίνημα και περιβάλλον - έκριναν σκόπιμο να μη συνεργαστούν στενά με τα πιο επιτυχημένα αδελφά τους κόμματα σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως με το Φιντές, τη Λέγκα, τoαυστριακό Κόμμα Ελευθερίας υ(FPÖ) κ.λπ.

    Αναμφισβήτητα πρόκειται για σιωπηρή αναγνώριση του γεγονότος ότι, παρά τη σαφή αύξηση της επιρροής των Σουηδών Δημοκρατών στην κοινή γνώμη τα τελευταία δύο χρόνια, η διαδικασία της «ομαλοποίησης» του κόμματος, την οποία επιθυμούν και επιδιώκουν, εξακολουθεί να μην θεωρείται πλήρως ολοκληρωμένη. Η διατήρηση σχέσεων με κόμματα τα οποία, από τη σουηδική οπτική γωνία, θεωρούνται πιο ριζοσπαστικά, μπορεί να μην είναι στρατηγικά σκόπιμη. Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση που γίνεται για τον σχηματισμό ενός νέου, περισσότερο ή λιγότερο ενοποιημένου, ευρωπαϊκού ακροδεξιού κινήματος, ένα ενδεχόμενο που αποτελεί βασικό θέμα συζήτησης στις προεκλογικές εκστρατείες πολλών χωρών της Ευρώπης, μέχρι στιγμής αντιμετωπίζεται πολύ αρνητικά από τη σουηδική κοινή γνώμη, ως κάτι με το οποίο κανένα σουηδικό κίνημα ή κόμμα δεν θέλει πραγματικά νασυσχετιστεί, ενώ το V και άλλοι πολιτικοί φορείς έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τις αντιδραστικές πολιτικές του Όρμπαν και των φίλων του με τους Σουηδούς Δημοκρατικούς.

    Η κλιματική αλλαγή και η εξασθένιση της αντίστασης στη συμμετοχή στην στην ΕΕ

    Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι τα παραδοσιακά ακροδεξιά και/ή συντηρητικά πολιτικά θέματα έχουν υποβαθμιστεί στην κεντρική πολιτική συζήτηση, σηματοδοτώντας ίσως μια ευκαιρία για τα προοδευτικά, πράσινα και αριστερά κόμματα να κυριαρχήσουν στο δημόσιο λόγο περισσότερο από όσο αναμενόταν.

    Τα πιο σημαντικά από τα άλλα ζητήματα αφορούν το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η ΕΕ θεωρείται παραδοσιακά, από τη σουηδική σκοπιά, πως έχει να παίξει έναν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά τα θέματα, και εν μέρει λόγω της εμφάνισης του κινήματος των νέων και των διαμαρτυριών κατά της κλιματικής αλλαγής, που τους τελευταίους μήνες συγκεντρώνεται γύρω από την Γκρέτα Θάνμπεργκ. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μια σειρά πρωτοφανών, μεγάλης κλίμακας δασικών πυρκαγιών, καθώς και  επαναλαμβανόμενες απειλές λειψυδρίας έπληξαν σημαντικά τη Σουηδία τα τελευταία χρόνια, ευαισθητοποιώντας την ευρύτερη κοινωνία στο θέμα της κλιματικής αλλαγής.

    Το V, το κυριότερο σουηδικό σοσιαλιστικό κόμμα στα αριστερά του SAP, έχει τοποθετηθεί σθεναρά στα περιβαλλοντικά ζητήματα πριν από τις ευρωεκλογές, με στόχο να ταυτιστεί με τη δυναμική ενός όλο και πιο ριζοσπαστικού κινήματος το οποίο δεν φαίνεται να ικανοποιείται με τις παραδοσιακές «πράσινες» (δηλαδή σοσιαλφιλελεύθερες ρεφορμιστικές-καπιταλιστικές) λύσεις. Εκτός από την προώθηση σοσιαλιστικών θέσεων για την κλιματική αλλαγή, το Αριστερό Κόμμα επικεντρώνει την προσοχή του σε θέματα εργασιακών δικαιωμάτων και επίλυσης πιθανών συγκρούσεων μεταξύ της εγχώριας και της μεταναστευτικής εργασίας, πιέζοντας για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και ενισχύοντας τη θέση των συνδικάτων, τα δικαιώματα των προσφύγων και τους μετανάστες εργάτες. Ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων είναι επίσης στο επίκεντρο της συζήτησης στη Σουηδία, καθώς τον αρνούνται σθεναρά όλα τα κόμματα της Δεξιάς, ενώ τον υποστηρίζουν το V, οι Πράσινοι και το SAP.

    Τέλος, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και του δικαιώματος στην άμβλωση έτυχε της ιδιαίτερης προσοχής του V. Αυτά τα δικαιώματα που θεωρείται ότι απειλούνται σε όλη την Ευρώπη είναι θέματα που ενδιαφέρουν πολύ τη συντριπτική πλειοψηφία του σουηδικού εκλογικού σώματος. Οι προσπάθειες της ευρωβουλεύτριας Μάλιν Μγιόρκ να φέρει αυτά τα θέματα στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου της έχουν δώσει μεγάλη αναγνωρισιμότητα και αξιοπιστία.

    Ίσως η πιο σημαντική αλλαγή ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της-και ένα θέμα που αποτελεί αντικείμενο μεγάλης διαμάχης- ήταν η απόφαση που έλαβε το V να θέσει το αίτημα για έξοδο από την ΕΕ σε δεύτερη μοίρα. Η σουηδική Αριστερά έχει ιστορικά μια εξαιρετικά σκεπτικιστική άποψη για την ΕΕ, και αυτή η απόφαση έχει προκαλέσει μια σημαντική συζήτηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο περιβάλλον του κόμματος. Για να εξηγήσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες το V πήρε αυτήν την απόφαση είναι σημαντικό να εξετάσουμε τρία πράγματα: πρώτον, την καταστροφική εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για το Brexit - η οποία βεβαίως κάνει λιγότερο ελκυστικό ένα πιθανό σχέδιο εξόδου από την ΕΕ, δεύτερον, τη συνολική ηγεμονία της ξενοφοβικής Δεξιάς στο σημεριμό αντι-ΕΕ λόγο, και τρίτον, την ιστορικά υψηλή υποστήριξη της παραμονής στην ΕΕ από το σουηδικό εκλογικό σώμα.

    Είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν αυτή η απόφαση θα αντιστραφεί ή όχι στο εγγύς μέλλον: το Αριστερό Κόμμα εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι είναι υπέρ της τελικής αποχώρησης από την ΕΕ, και ότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη αλλαγή στην πολιτική του, αλλά το ζήτημα είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο στο εσωτερικό του. Ανεξαρτήτως αυτού όμως, οι προσπάθειες των διαφόρων περιθωριακών οργανώσεων της Αριστεράς να εκμεταλλευτούν την ιδέα της «αριστερής αντίστασης» στην ΕΕ δεν φαίνεται να έχουν πιθανότητες επιτυχίας.

     

    Τα πιθανά αποτελέσματα

    Οι σουηδικές εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο ωφελούν παραδοσιακά κυρίως τα μικρότερα κόμματα, όπως το Πράσινο Κόμμα και άλλες πολιτικές δυνάμεις με ένα συγκεκριμένο προφίλ που θεωρείται πιο συναφές σε ευρωπαϊκό επίπεδο - ενώ τα αποτελέσματα είναι συνήθως λιγότερο καλά για τα παραδοσιακά μεγάλα κόμματα. Εκτός από το γεγονός ότι οι θέσεις ορισμένων μικρών κομμάτων μοιάζουν να ταιριάζουν καλύτερα με την αντίληψη του λαού σχετικά με το ενδιαφέρον που πρέπει να υπάρχει για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η στήριξή τους είναι σίγουρα αποτέλεσμα και της σχετικά χαμηλής προσέλευσης των ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές – κάτι που ωφελεί έτσι εκείνα τα κόμματα που τα πηγαίνουν καλύτερα με πιο μορφωμένους ψηφοφόρους των αστικών κέντρων. Στις τελευταίες ευρωεκλογές η συμμετοχή ήταν 51%, ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από εκείνα προηγούμενων ευρωεκλογών που συνήθως ήταν κάτω από 40%, αλλά που εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά χαμηλό για τη σουηδική παράδοση (η συμμετοχή στις περσινές εθνικές εκλογές έφτασε το 87%, ποσοστό που είναι κοντά στο μέσο όρο όλων των εθνικών εκλογικών αναμετρήσεων).

    Για το Αριστερό Κόμμα, το οποίο πρόσφατα είδε μια αύξηση στα ποσοστά του σε εθνικό επίπεδο από τότε που έγινε η μοναδική αριστερή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση του Κέντρου, τα αποτελέσματα αναμένεται να είναι καλά. Οι δημοσκοπήσεις μέχρι σήμερα υπόσχονται το διπλασιασμό της στήριξής του, από 5,6% σε πάνω από 10%, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ευρωβουλευτών που εκπροσωπούν την Αριστερά. Ανεξάρτητα από το αν επαληθευτούν ή όχι οι δημοσκοπήσεις, και με υπαρκτή την ελπίδα να υπάρξει μια ακόμη καλύτερη παρουσία της Αριστεράς λόγω της αβεβαιότητας για το ύψος της συμμετοχής, φαίνεται ότι γενικά η Αριστερά θα πάει καλά.


Related articles