• Άνοδος της ταξικής πάλης αλλά παρατεταμένη απουσία μιας αριστερής εναλλακτικής λύσης
  • Οι ευρωεκλογές στη Ρουμανία

  • Vladimir Bortun | 23 May 19 | Posted under: Central and Eastern Europe , Ρουμανία , Εκλογές , Aριστερά
  • Στη Ρουμανία, οι ευρωεκλογές διεξάγονται εν μέσω ανόδου της ταξικής πάλης, που όμως δεν συνοδεύεται από κάποια σημαντική αριστερή επιλογή στις κάλπες της Κυριακής.

    Εδώ και ένα χρόνο περίπου είμαστε μάρτυρες ενός κύματος σημαντικών απεργιών, κυρίως στο βιομηχανικό κλάδο. Για παράδειγμα, μόνο αυτό το μήνα ξέσπασε μια αδέσποτη απεργία στο εργοστάσιο παραγωγής φορταμαξών της AstraRail στην πόλη Αράντ, όπου οι ρουμάνοι εργάτες έδρασαν αλληλέγγυα με τους ινδούς συναδέλφους τους, από τους μισθούς των οποίων αφαιρέθηκαν τα έξοδα μετακίνησής τους από την Ινδία στη Ρουμανία. Παρά την ύπαρξη στο εργοστάσιου ενός ηγέτη «κίτρινου» συνδικάτου, οι απεργοί προχώρησαν περισσότερο, απαιτώντας μισθολογικές αυξήσεις 30-40% για όλους τους εργάτες. Επιπλέον, η απεργία μεταφέρθηκε γρήγορα σε ένα άλλο εργοστάσιο που ανήκει στην ίδια εταιρεία με έδρα της τις Ηνωμένες Πολιτείες (την Greenbier), το οποίο βρίσκεται σε μια άλλη πόλη, το Καρακάλ, με τους εργάτες εκεί να έχουν τα ίδια αιτήματα. Αν και αυτή η εργατική σύγκρουση συνεχίζεται, οι εργάτες στην Αράντ σταμάτησαν την απεργία τους κάνοντας δεκτή μια αύξηση 15% που ισχύει από την αρχή του χρόνου, αλλά έχουν ήδη αρχίσει να χτίζουν ένα νέο συνδικάτο που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους.

     

    Δεν είναι σύμπτωση ότι οι περισσότερες απεργίες αυτού του είδους έχουν γίνει σε εργοστάσια που ανήκουν στο μεγάλο ξένο κεφάλαιο, που τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει τη Ρουμανία ως προνομιακό προορισμό του λόγω των χαμηλών κατώτατων μισθών (σήμερα μικρότερων από 450 ευρώ το μήνα, ακόμα και μετά από τις επαναλαμβανόμενες ελάχιστες αυξήσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια), του χαμηλού εταιρικού φόρου (16%) και της αντεργατικής νομοθεσίας (για παράδειγμα, συνδικάτα μπορούν να ιδρυθούν μόνο σε χώρους εργασίας που απασχολούν το λιγότερο 15 άτομα, αν και το 80% των επιχειρήσεων στη Ρουμανία έχουν λιγότερους από 15 υπαλλήλους).

    Όμως, η οικονομική έξοδος εκατομμυρίων εργατών στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης (σχεδόν 4 εκατομμύρια μετανάστευσαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες) οδήγησαν σε ένα ποσοστό ανεργίας 3,8% που αποτελεί το χαμηλό ρεκόρ της περιόδου μετά το 1989. Εξ αιτίας αυτής της μετανάστευσης, οι εργάτες που έμειναν στη χώρα (το 40% των οποίων αμείβεται με τον κατώτατο μισθό) απέκτησαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να παλέψουν για υψηλότερους μισθούς και καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν κάποιες αξιοσημείωτες υποχωρήσεις από την πλευρά της εργοδοσίας. Για παράδειγμα, τον περασμένο Απρίλιο οι εργάτες σε ένα χαλυβουργείο κατάφεραν να αυξήσουν τους μισθούς τους κατά 30% μετά από απεργία 21 ημερών, αλλά η επιτυχία τους αυτή είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή φτηνής εργασίας από χώρες εκτός ΕΕ, όπως το Βιετνάμ ή η Ινδία, σε μια εμφανή προσπάθεια  να διχάσουν τους εργάτες, και να υπονομεύσουν την διαπραγματευτική τους δύναμη. Φυσικά αυτοί πρέπει να αντιδράσουν με αλληλέγγυα και ενωτική δράση, όπως έγινε στην περίπτωση της απεργίας στην Αράντ. Αλλά η επίδειξη ταξικής αλληλεγγύης, όσο σπουδαία και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της-τα συνδικάτα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να οργανώσουν και τους ξένους εργάτες.

    Δυστυχώς, αυτή η εξέλιξη της ταξικής πάλης-την οποία μπορεί κανείς να δει σε όλη την περιοχή–δεν βρήκε ακόμα την πολιτική της αντανάκλαση με την ανάδυση κάποιας σημαντικής εναλλακτικής πολιτικής δύναμης που θα αγωνιστεί για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων. Και τα έξι κόμματα που, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, θα έχουν έδρες στο ευρωκοινοβούλιο είναι δεξιές πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν διάφορα τμήματα της κυρίαρχης τάξης (είτε το ξένο είτε το εγχώριο κεφάλαιο).:

    · το κυβερνόν Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (PSD), το οποίο, παρά το όνομά του και το γεγονός ότι ανήκει στην ευρωομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), είναι στην πραγματικότητα ένα δεξιό λαϊκιστικό κόμμα στην υπηρεσία εγχώριων ολιγαρχών και πελατειακών δικτύων, οι περιορισμένες κοινωνικές παραχωρήσεις του οποίου δεν αρκούν πια για να διατηρηθεί η προηγούμενη εκλογική του δύναμη που έφτανε στο 40%, μετά από τις προσπάθειες του να υπονομεύσει τη νομοθεσία κατά της διαφθοράς∙

    · το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα (PNL), το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, που ανήκει στην ευρωομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (PPE), με μια τυπική νεοφιλελεύθερη ατζέντα, εντελώς αποκομμένο από τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λαϊκές τάξεις, το οποίο έχει μια καλή πιθανότητα να είναι ο νικητής την Κυριακή γιατί το PSD έχει χάσει τη δημοτικότητά του∙

    · ο συνασπισμός των δύο σχετικά νέων κεντροδεξιών κομμάτων, της Ένωσης Σώστε τη Ρουμανία (USR) και του Plus (ηγέτης του οποίου είναι ο πρώην επίτροπος Γεωργίας της ΕΕ και τεχνοκράτης πρωθυπουργός, Ντασιάν Κιόλος), προσπαθεί να κερδίσει τις ψήφους των μεσαίων τάξεων των αστικών κέντρων εστιάζοντας αποκλειστικά στο θέμα της διαφθοράς, και επικροτώντας σχεδόν άκριτα την ΕΕ∙

    · η Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατών (ALDE), μια διάσπαση του PNLκαι  σήμερα μικρότερος εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού του οποίου ηγείται το PSD, αυτοπροσδιορίζεται επίσης ως κεντροδεξιό κόμμα, και είναι ο βασικός υποστηρικτής της εισαγωγής φτηνής εργασίας από το εξωτερικό∙

    · το Κόμμα Υπέρ της Ρουμανίας του πρώην πρωθυπουργού του PSD, Βίκτορ Πόντα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι κατηγορεί το PSDότι δεν είναι πια ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, διακηρύσσει ότι είναι «υπέρ των επιχειρήσεων» και «του περιορισμού της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία»∙

    · το Λαϊκό Κίνημα του πρώην δεξιού προέδρου, Τραϊάν Μπασέσκου, που ανήκει επίσης στην ευρωομάδα του PPE, αλλά που έχει πολύ μικρή δύναμη και πασχίζει να πετύχει το όριο του 5%.

     

    Έτσι, η εκλογική εκστρατεία είναι μακριά από τις καθημερινές ανησυχίες των απλών Ρουμάνων και επικεντρώνεται στο θέμα της διαφθοράς. Πράγματι, αυτό που  συγκεντρώνει περισσότερο την προσοχή είναι το δημοψήφισμα που έχει προκηρύξει ο πρόεδρος Γιοχάνις  και θα γίνει την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές, στο οποίο οι ψηφοφόροι καλούνται να απαντήσουν αν συμφωνούν ή όχι με την πρόσφατη ενοποίηση της νομοθεσίας κατά της διαφθοράς που ψηφίστηκε στο κοινοβούλιο από την πλειοψηφία που ελέγχεται από το PSD. Στην ουσία δεν υπήρξε κάποια συζήτηση για τα ευρύτερα ευρωπαϊκά θέματα, και ακόμα λιγότερο για την ίδια την ΕΕ.

     

    Η μόνη αριστερή επιλογή την Κυριακή είναι το περιθωριακό Ρουμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (μέλος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς) το οποίο έχει τόσο μικρή στήριξη στο εκλογικό σώμα που δεν ανιχνεύεται καν στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, έστω και αν η δημόσια δραστηριότητά του περιορίζεται στην εξεύρεση υποψηφίων για τις εκλογές. Αυτό το κόμμα έχει μια συγκεχυμένη ιδεολογική ταυτότητα που σε μεγάλο βαθμό έχει τις ρίζες της στον εθνικό κομμουνισμό του πρώην δικτάτορα Τσαουσέσκου, και δεν έχει κάποιον  ενεργό προσανατολισμό στην εργατική τάξη ή στη νεολαία. Εν πολλοίς, το κόμμα είναι ένα άδειο κέλυφος, παρά την ύπαρξη μιας χούφτας μελών με καλές προθέσεις.

    Το νέο μεταρρυθμιστικό κόμμα Demos (ομόλογο κόμμα του Razem, στη Ρουμανία) έχει αρκετά συγκεκριμένα καλά αιτήματα αλλά στηρίζει με έναν άκριτο και αφελή τρόπο την ΕΕ και έχει εξίσου αφελείς ψευδαισθήσεις για τη δυνατότητα μεταρρύθμισης του καπιταλισμού σύμφωνα με τις κεϋνσιανικές συνταγές (που είναι ακόμα πιο αφελείς όταν αναφέρονται σε μια χώρα της περιφέρειας, όπως η Ρουμανία). Εν πάση περιπτώσει, ο νέος πολιτικός σχηματισμός απέτυχε να συγκεντρώσει τον απίστευτα μεγάλο αριθμό των 200,000 υπογραφών που απαιτούνται προκειμένου ένα κόμμα να πάρει μέρος στις εθνικές εκλογές, και γι’ αυτό θα ήταν πιο λογικό να προτείνει έναν ανεξάρτητο υποψήφιο (που χρειάζεται «μόνο» 100,000 υπογραφές) και να εστιάσει τις προσπάθειές του στο χτίσιμο του προφίλ του/της, όπως συνέβη με την συνδικαλίστρια Βάνια Γκριγκόροβα στη Βουλγαρία.

     

     

    Ευτυχώς, η μακροχρόνια απουσία στη Ρουμανία μιας ακροδεξιάς πολιτικής δύναμης ισχύει και σ’ αυτές τις εκλογές, εν μέρει επειδή σχεδόν όλα τα παραδοσιακά κόμματα έχουν κάποιες ακατέργαστες αποχρώσεις εθνικισμού. Για πόσο ακόμα, όμως; Μια ενδεχόμενη οικονομική κρίση σε ευρωπαϊκή κλίμακα θα έδινε μια νέα ευκαιρία σε μια τέτοια δύναμη να αναπτυχθεί, από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποια σημαντική αριστερή εναλλακτική που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την απογοήτευση των ανθρώπων για την παραδοσιακή πολιτική. Μια τέτοια αριστερή εναλλακτική χρειάζεται να αναπτυχθεί το συντομότερο δυνατό, και το εργατικό κίνημα, ωθούμενο στη δράση με πίεση από τα κάτω, θα μπορούσε να παίξει ένα βασικό ρόλο σ’ αυτό, δηλαδή στη δημιουργία ενός νέου μαζικού κόμματος που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εργαζομένων και των καταπιεσμένων. 


Related articles