• Έκθεση αναφορικά με το Εργαστήριο
  • «Η πραγματική ΕΕ και η πρόκληση μιας αριστερής πολιτικής επενδύσεων»

  • Αιμιλία Κουκούμα , Vladimir Cvijanović | 28 Jul 16 | Posted under: Productive Transformation
  • Τα βασικά σημεία των παρουσιάσεων των ομιλητών στο διήμερο Εργαστήριο με θέμα: «Η σημερινή ΕΕ και η πρόκληση για μια αριστερή πολιτική για τις επενδύσεις» στο πλαίσιο του Προγράμματος του transform! για τον παραγωγικό μετασχηματισμό το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι στις 6 και 7 Ιουνίου του 2016.

    Το διήμερο Εργαστήριο το οποίο πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του transform! και του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Παρίσι στις 6 και 7 Ιουνίου του 2016 είχε ως στόχο τη συζήτηση και την κριτική επισκόπηση των σημερινών αναπτυξιακών πολιτικών που προωθεί η ΕΕ, καθώς και την παρουσίαση των βασικών προτεραιοτήτων για μια προοδευτική πολιτική για τις επενδύσεις που θα μπορούσε να συμβάλει στην επαναβιομηχανοποίηση, την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση των ανισοτήτων.  

    Μετά τις εισαγωγικές ομιλίες του Ρόλαντ Κούλκε από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (Γραφείο Βρυξελλών) και του Μαξίμ Μπενατούιγ από το transform!, συζητήθηκαν και αναπτύχθηκαν ιδέες σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης μιας εναλλακτικής βιομηχανικής πολιτικής και τα περιθώρια πιθανών κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία. Η δεύτερη μέρα του Εργαστηρίου ήταν αφιερωμένη στην περιφέρεια της ΕΕ και στην ανάγκη της για παραγωγικό μετασχηματισμό  ̶ αν και τα βασικά σημεία των παρεμβάσεων δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν την Έκθεση –, καθώς και στα επενδυτικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η ΕΕ υπό το πρίσμα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    ·         Περίληψη της έκθεσης των Πιάντα, Μ., Λουκέζε, Μ. και Νάσια, Λ. (2016) Βιομηχανική Πολιτική στην Ευρώπη: Τι περιθώρια ελιγμών προσφέρει το ισχύον νομικό πλαίσιο εντός της ΕΕ για μια προοδευτική βιομηχανική πολιτική;

    Το πρόβλημα της δομής της βιομαχανίας στην ΕΕ είναι ότι η απόκλιση της παραγωγής στον τομέα της μεταποίησης έχει οδηγήσει στην ανάδυση ενός «πυρήνα γερμανικής παραγωγής» ως βασικού στοιχείου ανάπτυξης στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, τα διεθνή παραγωγικά συστήματα κινούνται προς μια ολοένα και πιο ιεραρχική και συγκεντρωτική δομή, ενώ στην τρέχουσα περίοδο οι χώρες της «περιφέρειας» έχουν ελάχιστες ηγετικές επιχειρήσεις στις παγκόσμιες αγορές και αντιμετωπίζουν μια συνεχιζόμενη απώλεια μεγάλων επιχειρήσεων προς ξένους επενδυτές. Οι τρέχουσες αλλαγές της βιομηχανικής δομής της Ευρώπης δημιουργούν μια αυξανόμενη διαίρεση μεταξύ ενός σχετικά ισχυρού «κέντρου» και μιας «περιφέρειας» όπου ένα μεγάλο μερίδιο της βιομηχανικής δυνατότητας χάνεται. Αυτό οδηγεί στην εμβάθυνση των ανισσοροπιών εντός της ΕΕ (και εντός των μεμονομένων χωρών) αναφορικά με τις γνώσεις, τις επενδύσεις, το εμπόριο, την απασχόληση και τα εισοδήματα. Στην παρούσα συγκυρία, η Ευρώπη ενδέχεται να αναπτύξει μια πιο πολωμένη βιομηχανική δομή, οι «αδύναμες» χώρες, περιφέρειες, βιομηχανίες και επιχειρήσεις γίνονται ολοένα και πιο αδύναμες και το «κέντρο» ίσως επηρεαστεί αρνητικά από τη μείωση των οικονομικών δραστηριοτήτων.

    Επιπλέον, το σημερινό θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ είναι ανεπαρκές και η αποτελεσματική δράση παρεμποδίζεται από μια σειρά κανόνων συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του ανταγωνισμού και της κρατικής ενίσχυσης. Ταυτόχρονα, υπάρχει η εξάρτηση από τις αγορές για την κατανομή των παραγωγικών πόρων και οι περιορισμοί για τη χρήση των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων. Τα διαρθρωτικά ταμεία είναι τα αυστηρώς «οριζόντια» εργαλεία πολιτικής τα οποία επικεντρώνονται στη δημιουργία πιο ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη των ιδιωτικών επιχειρήσεων σε λιγότερο ευνοημένες περιοχές. Ωστόσο, η άμεση ενίσχυση επιχειρήσεων και δημοσίων επενδύσεων δεν επιτρέπεται από τους κανόνες που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία και το αποτέλεσμα είναι ότι μετά την κρίση έχουν αυξηθεί οι περιφερειακές ανισότητες σε όλη την Ευρώπη. Η συνολική επίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων ως εργαλείου για την υποστήριξη της οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ είναι απογοητευτική. Πρώτον, η «οριζόντια» δράση στο πλαίσιο των τοπικών συνθηκών είναι ανίκανη να θέσει σε κίνηση μια διαδικασία ανάπτυξης. Δεύτερον, υπάρχει μια συνεχιζόμενη σύγχυση ανάμεσα στις αποφάσεις των εξουσιών σε επίπεδο ΕΕ, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Τρίτον, σε πολλές χώρες τα χρήματα των ταμείων συνοχής είτε δεν έχουν πλήρως αξιοποιηθεί, είτε έχουν χαρακτηριστεί από υπερβολικό γραφειοκρατικό βάρος και πολλές φορές από διαφθορά. Η πολιτική της ΕΕ συνεχίζει να αγνοεί τη σοβαρότητα της βιομηχανικής παρακμής και συνεχίζει να βασίζεται σε ένα πλαίσιο πολιτικής όπου δίνεται προτεραιότητα στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς. Ως συνέπεια αυτού, υπάρχει περιορισμένος χώρος για την ανάπτυξη βιομηχανικών ικανοτήτων. Ακόμα και μετά τα δραματικά αποτελέσματα της κρίσης, οι «οριζόντιες» δράσεις παραμένουν οι κύριες μορφές της «επιτρεπόμενης» δημόσιας παρέμβασης.

    Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μια γεωγραφική κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις βασικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, στη βάση της ανάγκης παραχώρησης ίσων ευκαιριών για την απασχόληση και την πρόοδο και, εξ’ορισμού, σύμφωνα με την αρχή των περιβαλλοντικών συνθηκών εντός της ΕΕ. Παράλληλα, μια πανευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα πρέπει να χρηματοδοτείται από πανευρωπαϊκά κεφάλαια, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Μια πρακτική δράση θα μπορούσε να ξεκινήσει από τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), αλλά μεσοπρόθεσμα θα χρειαστούν δημόσιες επενδύσεις. Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα έπρεπε να εφαρμόζεται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, με προσπάθειες «από τα κάτω προς τα επάνω» και συστηματικές δημοκρατικές διαδικασίες. Για να είναι επιτυχημένη μια βιομηχανική πολιτική είναι αναγκαία η επανεφεύρεση της διακυβέρνησης των δημόσιου ενδιαφέροντος οικονομικών δραστηριοτήτων και η οργάνωση μιας πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης για την ανοικοδόμηση των ευρωπαϊκών οικονομιών.

    Τέλος, ένας θεμελιώδης στόχος της βιομηχανικής πολιτικής είναι η μείωση της απόκλισης στις οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και περιφερειών που φέρνει μαζί της τον κίνδυνο της αποσύνθεσης της Ευρώπης. Μια προοδευτική ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική θα εισήγαγε μια τεράστια αλλαγή στην κατεύθυνση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι νεοφιλελεύθερες απόψεις για την ικανότητα των αγορών να λειτουργούν αποτελεσματικά και να αυτορυθμίζονται έχουν κυριαρχήσει στην ημερήσια διάταξη. Η κρίση έδειξε ότι οι χρηματοδοτήσεις και οι αγορές αποτυγχάνουν. Ο στόχος είναι η ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων που είναι κοινωνικά επιθυμητές, περιβαλλοντικά βιώσιμες και οικονομικά αποτελεσματικές, μέσω της συμπλήρωσης των επενδυτικών κενών τα οποία εμφανίστηκαν από τη λειτουργία των αγορών και αυτές οι δραστηριότητες θα πρέπει να βρίσκονται στις φτωχότερες χώρες και περιφέρειες, έτσι ώστε η τρέχουσα απόκλιση εντός της ΕΕ να μπορεί να αντιστραφεί. Η βιομηχανική πολιτική της ΕΕ θα πρέπει να παρέχει κεφάλαια για μια ποικιλία εργαλείων πολιτικής: δημόσιες επενδύσεις, δημόσιες επιχειρήσεις, προγράμματα προμηθειών, καινοτόμα προγράμματα, κλπ. Τα επενδυτικά σχέδια που επεκτείνουν την ποσότητα και την ποιότητα και κάνουν πιο βιώσιμη την ανάπτυξη στην Ευρώπη θα μπορούσαν να ενθαρύνουν την αλλαγή των απόψεων των ευρωπαίων πολιτών, των εργαζόμενων, των εργατικών συνδικάτων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

    ·         Περίληψη της παρουσίασης του Ματέο Γκάντι με θέμα: «Δημόσια εργαλεία παρέμβασης στην οικονομία: η δημόσια ιδιοκτησία, η έννοια του «εσωτερικά παρεχόμενου» (InHouseProviding)[1], οι τομεακές δημόσιες επενδύσεις»

    Ο Ματέο Γκάντι από το Punto Rosso ανέφερε το παράδειγμα των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), το υποσύνολο των Υπηρεσιών Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος (ΥΓΟΣ) για να εξηγήσει με ποιον τρόπο τα κράτη-μέλη της ΕΕ μπορούν να τις επηρεάσουν, αναφέροντας ότι: «οι ΥΚΩ είναι υπρεσίες που οι δημόσιες αρχές των κρατών-μελών κατατάσσουν στην κατηγορία του γενικού ενδιαφέροντος, και, κατόπιν, υπόκεινται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής δημόσιων υπηρεσιών (ΥΔΥ). Ο όρος καλύπτει τόσο τις οικονομικές δραστηριότητες, όσο και τις μη-οικονομικές υπηρεσίες. Οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία και δεν καλύπτονται από τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού της Συνθήκης. Οι ΥΓΟΣ είναι οικονομικές δραστηριότητες για την επίτευξη αποτελεσμάτων για το σύνολο του δημόσιου αγαθού που δεν θα παρέχονταν (ή θα πρέχονταν με διαφορετικούς όρους από την άποψη της ποιότητας, της ασφάλειας, του προιστού κόστους, της ίσης μεταχείρισης ή της καθολικής πρόσβασης) από την αγορά χωρίς δημόσια παρέμβαση (EC, 2011:3)».  Ως εκ τούτου, όπως υποστήριξε, τα ίδια τα κράτη-μέλη είναι υπεύθυνα για αυτές τις υπηρεσίες.

    Επιπλέον, η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προσφέρει σημαντικά περιθώρια ελιγμών των κρατών-μελών όταν πρόκειται για κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των ΥΓΟΣ. Πιο συγκεκριμένα, ορίζει ότι: «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορισμένες με τη λειτουργία των υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος ή έχουν τον χαρακτήρα ενός δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες που περιλαμβάνονται στις Συνθήκες, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή αυτών των κανόνων δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί» (EU, 2012, Article 106).

    Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ματέο Γκάντι επιμένει ότι η δημόσια χρηματοδότηση είναι δυνατή. Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί είτε μέσω της προσσέγγισης της κρατικής ενίσχυσης, είτε μέσω της προσσέγγισης περί αντιστάθμισης. Ο Γκάντι παρουσίασε την περίπτωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων της Ιταλίας, ως ένα θεσμικό όργανο το οποίο δεν υπόκειται στα κριτήρια του Μάαστριχτ από τη στιγμή που λειτουργεί με όρους αγοράς. Είναι μια εκ των πραγμάτων Εθνική Επενδυτική Τράπεζα που μπορεί, άμεσα ή έμμεσα, να χρηματοδοτεί τη βιομηχανία και, ως εκ τούτου, είναι ένα σημαντικό εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής. Εάν η Ιταλία επένδυε στη διανομή του νερού, στις τοπικές δημόσιες συγκοινωνίες, στη διάθεση των αποβλήτων, στη διανομή φυσικού αερίου ή ενέργειας και στις τηλεπικοινωνίες κατά τα επόμενα 30 χρόνια, θα μπορούσε να δημιουργήσει πάνω από 180.000 θέσεις εργασίας ανά έτος στους ακόλουθους τομείς: συλλογή, επεξεργασία και παροχή νερού, κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων, αποκομιδή, επεξεργασία και διάθεση αποβλήτων, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και ατμού, και τηλεπικοινωνίες.

     

    ·         Περίληση της παρουσίασης του Τζον Γκραλ με θέμα: «Η σημερινή ΕΕ και οι προκλήσεις για μια αριστερή πολιτική για τις επενδύσεις»

    Ο Τζον Γκραλ από την ομάδα των ευρωπαίων οικονομολόγων (EuroMemo Group) διαπιστώνει ότι εμφανίζονται ανησυχητικές τάσεις στην ευρωζώνη αναφορικά με τις συγκεντρώσεις των πάγιων επενδύσεων και των ακαθάριστων δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στις χώρες του «πυρήνα», ενώ οι «περιφερειακές χώρες» χάνουν τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα.

    Από την άποψη του χρηματοποιστωτικού τομέα υπάρχουν περιορισμοί, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός προς τις επιχειρήσεις λιμνάζει και οι μεγαλύτερες εταιρίες συσσωρεύουν χρήματα. Ωστόσο, η χρηματοπιστωτική πολιτική της ΕΕ έχει επικεντρωθεί στην Ένωση Κεφαλαιαγορών  που προσπαθεί να μιμηθεί το μοντέλο των ΗΠΑ, ενώ αγνοεί τη σημασία της μακροοικονομικής πολιτικής και της πολιτικής για την καινοτομία. Σύμφωνα με τον Τζον Γκραλ η Ευρωπαϊκή Επιπτροπή έχει δυο σημαντικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης  ̶  το Πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» και τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ). Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο των χρηματοδοτήσεων δεν επαρκεί για την τόνωση των επενδύσεων και επικέντρωνονται σε μεγάλο βαθμό μόνο στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας.  

     

    ·         Περίληψη της παρουσίασης του Ντομινίκ Πλιόν με θέμα: «Το επενδυτικό πρόβλημα στην ΕΕ – Ποια είναι εναλλακτική απέναντι στην Ένωση Κεφαλαιαγορών;»

    Ο Ντομινίκ Πλιόν από το Πανεπιστήμιο Παρίσι 8 και την Attac Γαλλίας αναρωτιέται γιατί (δεν) επιλύεται το πρόβλημα των επενδύσεων στην ΕΕ, από τη στιγμή που το επίπεδο των επενδύσεων είναι προς το παρόν πολύ πιο κάτω από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν τη Μεγάλη Ύφεση το 2008.   

    Όχι μόνο στην οικονομική θεωρία, αλλά και στη χάραξη της πολιτικής στην ΕΕ, θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει διαφορετικές απόψεις αναφορικά με το χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο ευνοεί είτε τη χρηματοδότηση μέσω των τραπεζών, είτε τη χρηματοδότηση μέσω των αγορών. Όπως επισημαίνει, αυτό που έχουμε σήμερα στην Ευρώπη είναι ένα υβριδικό χρηματοπιστωτικό σύστημα με τράπεζες γενικών συναλλαγών που έχουν σε μεγάλο βαθμό στηριχθεί στο τραπεζικό σύστημα το οποίο βασίζεται στην αγορά, εν μέρει μέσω του σκιώδους τραπεζικού συστήματος.

    Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει διαφορετικές και εν μέρει αντικρουόμενες ιδέες. Η ΕΕ έχει καταλήξει στην Ένωση Κεφαλαιαγορών με σκοπό την προώθηση του μη-τραπεζικού δανεισμού, με αρκετές προτεραιότητες: προώθηση της τιτλοποίησης, ενίσχυση του ρόλου των θεσμικών επενδυτών, ανάπτυξη εναλλακτικών τεχνικών χρηματοδότησης και απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται ο Πλιόν, το σχέδιο προς την περαιτέρω Ένωση Κεφαλαιαγορών περιλαμβάνει κάποιες σοβαρές ατέλειες. Σε αντίθεση με την πρόθεση για ενίσχυση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των υποδομών, η Ένωση Κεφαλαιαφορών, όπως είναι αντιληπτή σήμερα, δεν μπορεί να επιτελέσει αυτό το ρόλο. Αντ’ αυτού, όπως ισχυρίζεται ο Πλιόν, για τις μικρομεσαίες και άλλες επιχειρήσεις, η τράπεζα που δημιουργεί μακροχρόνια σχέση είναι πιο σημαντική από την χρηματοδότηση που βασίζεται στην αγορά. Ούτε καν το χρονικό πλαίσιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών δεν είναι συμβατό με τις απαιτούμενες πολιτικές κατά της κρίσης.

    Επιπλέον, καταθέτει πέντε εναλλακτικές προτάσεις που θα βοηθούσαν την πραγματική οικονομία: 1) οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να εκτιμούν την δημοσιονομική πολιτική περισσότερο από τις σημερινές χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις και την ποσοτική χαλάρωση, 2) η τιτλοποίηση θα πρέπει να περιορίζεται στο πεδίο της εφαρμογής και στην κλίμακα, 3) απαιτείται διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα, 4) προώθηση των σχέσεων τραπεζικής («βαρετές τράπεζες»), 5) θα πρέπει να δημιουργηθούν τράπεζες δημοσίων επενδύσεων.

    ·         Περίληψη της παρουσίασης του Πίτερ Βαλ με θέμα: «Το καζίνο στο κενό – ο χρηματοπιστωτικός τομέας της ΕΕ υπό συνθήκες ποσοτικής χαλάρωσης και μηδενικών επιτοκίων

    Ο Πίτερ Βαλ από το Weltwirtschaft Ökologie & Entwicklung e.V. υποστηρίζει ότι οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν αλλάξει ριζικά, καθώς έχουμε φτάσει στα όρια των πρόσφατων νομισματικών πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης.

    Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει εμφανίσει ανορθόδοξες τάσεις για αρκετές δεκαετίες τώρα (με ένα ακόμα υψηλότερο μερίδιο ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων στο ΑΕΠ) και έχει απλώς επιδεινωθεί η κατάσταση από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2007/2008. Έχουμε γίνει μάρτυρες μιας μεγαλύτερης μεταβλητότητας σε σχέση με το παρελθόν, με τα ποσοστά του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ να είναι λίγο πιο πάνω από το μηδέν ή ακόμα χειρότερα να είναι αρνητικά (αποπληθωρισμός). Με τις τράπεζες σε κάποιες χώρες της ευρωζώνης να έχουν ένα σημαντικό βάρος από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και με τον μακροοικονομικό και άλλους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν αυτές οι χώρες, η προοπτική για χρηματοπιστωτική σταθερότητα έχει επιδεινωθεί. 

    Σε ένα τέτοιο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, η νομισματική πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης έχει φτάσει στα όριά της. Είχε μόνο κάποιες θετικές επιδράσεις (στην πιστοληπτική ικανότητα, στη μείωση του κόστους των κεφαλαίων και των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στην εξυπηρέτηση των χρεών). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επιδιώξει την ποσοτική χαλάρωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει αυτές τις τάσεις και μάλιστα έχει πιέσει υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η πιθανότητα ανάδυσης μιας νέας κρίσης έχει αυξηθεί, ενώ η μακροοικονομική κατάσταση είναι χειρότερη σε σχέση με το 2008.

     

    ·         Περίληψη της παρουσίασης της Στέφανι Σούλτε με θέμα: «Χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ΕΕ -δυνατότητες των Συνεταιριστικών Τραπεζών»

     

    Κατά την άποψη της Στέφανι Σούλτε, οι προσδοκίες της Ένωσης Κεφαλαιαγορών για χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ήταν υπερβολικές. Πιο συγκεκριμένα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις προτιμούν την τραπεζική χρηματοδότηση ακόμα και σε ένα σύστημα βασισμένο στην αγορά, όπως είναι το σύστημα των ΗΠΑ και η τιτλοποίηση στη βάση των δανείων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων απέχει κατά πολύ από το να είναι σημαντική για την αγορά κεφαλαίων, ιδιαίτερα μετά την χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008.

    Η παρουσίαση της Στέφανι Σούλτε σχετίζεται με την περίπτωση-μελέτη έρευνας των μικρών τραπεζών, από τη στιγμή που αποτελούν σημαντικό σκέλος για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), καθώς αντιτίθενται στις μεγάλες τράπεζες. Ορισμένες από αυτές, συνεταιριστικές τράπεζες στη Γερμανία και κοινοτικές τράπεζες στις ΗΠΑ έχουν μερίδια στην αγορά για τη χορήγηση δανείων στις αντίστοιχες αγορές τους πολύ μεγαλύτερα από το ποσοστό του συνόλου του διαθέσιμου ενεργητικού τους. Οι συνεταιριστικές τράπεζες έχουν πολλά πλεονεκτήματα δεδομένου ότι προωθούν την οικονομική δημοκρατία και επικεντρώνονται σε περιφερειακούς πελάτες. Ωστόσο, βρίσκονται υπό την πίεση των μεγάλων τραπεζών και ενός εχθρικού κανονιστικού περιβάλλοντος που θα έπρεπε να αλλάξει, εάν θέλουμε να δούμε τις συνεταιριστικές τράπεζες να διαδραματίζουν έναν πιο σημαντικό ρόλο στο άμεσο μέλλον. 

    Μετάφραση: Καλλιόπη Αλεξοπούλου

    *Σημ.: Η παρούσα έκθεση βασίστηκε στo προσχέδιο της υπό έκδοση Έκθεσης με αρχικό τίτλο «Βιομηχανική Πολιτική στην Ευρώπη: Τι περιθώρια ελιγμών προσφέρει το ισχύον νομικό πλαίσιο εντός της ΕΕ για μια προοδευτική βιομηχανική πολιτική;» (2016) των Μάριο Πιάντα, Ματέο Λουκέζε και Λεοπόλντο Νάσια (η τελική έκδοση της Έκθεσης των Pianta, M., Lucchese, M. and Nascial, L. (2016) What to be producedThe making of a new industrial politcy in Europe, RLS Brussels Office, July 2016 είναι διαθέσιμη στο: http://www.rosalux.eu/fileadmin/user_upload/Publications/What-is-to-be-produced-2016.pdf) και στις παρουσιάσεις των ομιλητών). 

     

    ΑναφορέςΠηγές

    European Commission (EC) (2011), Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions: A Quality Framework for Services of General Interest in Europe”, available at http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:52011DC0900&from=EN.

    European Union (EU) (2012), Consolidated Version of the Treaty on the Functioning of the European Union, Official Journal of the European Union, available at http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:12012E/TXT&from=EN.

    Gaddi, M. (2016), “Public Tools of Intervention in the Economy: Public Ownership, Concept of 'In House Providing', Sectorial Public Investments“, presentation at the Workshop (mimeo).

    Grahl, J. (2016), “The real existing EU and the challenge of a left investment policy”, presentation at the Workshop (mimeo).

    Pianta, M., M. Lucchese, and L. Nascia (2016), “Industrial Policy in Europe: What room for manoeuvre does the current legal framework within the EU offer for a progressive industrial policy?”, Brussels: Rosa Luxemburg Stiftung (mimeo). 

    Plihon, D.(2016), “The investment problem in the EU - what alternative to oppose to the Capital Market Union?”, presentation at the Workshop (mimeo).

    Schulte, S. (2016), “SME financing in the EU - the Potentials of Cooperative Banks”, presentation at the Workshop (mimeo).

    Wahl, P. (2016), “The casino in limbo – the EU financial sector under conditions of QE and zero interest rates”, presentation at the Workshop (mimeo).

     


    [1] Η έννοια αφορά υπηρεσίες τις οποίες το κράτος αποφασίζει να τις παράγει το ίδιο, αντί να προσφύγει στον ιδιωτικό τομέα, για χάρη του κοινού καλού. 


Related articles