• Οι έλληνες μισθωτοί απέναντι στην κρίση και το Μνημόνιο

  • 17 Jun 11 Posted under: Ελλάδα
  • 1. Εισαγωγή

    Η υλοποίηση των πολιτικών που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της «τρόικας», της συνεργασίας δηλαδή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν έχει μόνο άμεσες οδυνηρές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, αλλά και για την παραγωγική δραστηριότητα της οικονομίας. Διαφαίνονται ήδη οι μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις για την ικανότητα αποκατάστασης ισορροπιών σε ό,τι αφορά την κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, τα δημόσια οικονομικά και τις κοινωνικές υπηρεσίες, την παραγωγή και την απασχόληση, τη σχέση της ελληνικής οικονομίας με τον υπόλοιπο κόσμο.

    Το θέμα του δημόσιου χρέους βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων για μια εναλλακτική στρατηγική, καθώς μόνο η πληρωμή των τόκων του χρέους αυτού υπερβαίνει πλέον το 5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ετησίως και θα υπερβεί το 8% το 2014. Μεταξύ των αναλυτών που ανήκουν στο χώρο της Αριστεράς δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με τη μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος αυτού. Απόψεις για άμεση άρνηση πληρωμών συνυπάρχουν με απόψεις που αναδεικνύουν τις δυνατότητες αναδιαπραγμάτευσης, ενώ ένα μέρος των αναλυτών αυτών προσεγγίζουν το θέμα από την πλευρά των πολιτικών προϋποθέσεων για την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης εκδοχής.

    Είναι γεγονός ότι η κυρίαρχη στην Ευρώπη πολιτική για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους επιδιώκει να διευρύνει ακόμη περισσότερο την ανισότητα της κατανομής του εισοδήματος, που είχε ήδη διευρυνθεί κατά την 30ετία της νεοφιλελεύθερης παντοδυναμίας. Η διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών και η έντονη αντίστροφη ανακατανομή μέσω της φορολογίας είναι τα εργαλεία που θα αποτελούσαν ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης πόρων και της διαμόρφωσης των πολιτικών προϋποθέσεων για την υλοποίηση στρατηγικών βασισμένων στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, ικανών να διαμορφώσουν επίσης βιώσιμες ισορροπίες στον παραγωγικό και περιβαλλοντικό τομέα.

    Η ελληνική περίπτωση είναι με το δικό της τρόπο αποκαλυπτική για το πώς η επικράτηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της μεταφοράς πόρων προς τα κέρδη και τα ανώτερα εισοδήματα, και πόσο μάλλον η επιτάχυνση αυτής της τάσης με το Μνημόνιο, έχει οδηγήσει και οδηγεί αυτή τη στιγμή σε αποδυνάμωση των όποιων αναπτυξιακών εργαλείων, σε συστηματική αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και του θεσμικού πλαισίου προστασίας της εργασίας, αλλά και σε αποδιάρθρωση κοινωνικών συμμαχιών και κοινωνικών ιστών. Η έντονη εξατομίκευση μεγάλου ποσοστού των εργαζομένων, με την έννοια της απώλειας σχέσης με προστατευτικά οργανωτικά ή θεσμικά πλαίσια, η όξυνση των διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό της κατηγορίας των μισθωτών, η απόσπαση γραφειοκρατιών με ειδικά συμφέροντα και στρατηγικές αποτελούν παράγοντες που κάνουν εξαιρετικά δύσκολη την απάντηση στην επιθετικότητα του κεφαλαίου.

    Μια νέα προσέγγιση της οικοδόμησης ενός κινήματος αντίστασης είναι αναγκαία. Χρειάζεται ταυτόχρονα επαναπροσδιορισμός των αναγκών, αλλά και επανασύνδεση των πολιτικών σχημάτων με τον τρόπο που αντιδρά και σκέφτεται η κοινωνία. Η ανασυγκρότηση των κοινωνικών κινημάτων δεν μπορεί να βασιστεί σε παλαιές δομές και μεθόδους, οπότε είναι επιτακτικό να ξεκινήσει από τη βάση της κοινωνίας, να θέσει με επίκαιρους τρόπους τις συλλογικές ανάγκες, να προχωρήσει σε νέες προγραμματικές συνθέσεις, ικανές να δημιουργήσουν νέες κοινωνικές συμμαχίες, αρκετά ισχυρές ώστε να εκφραστούν σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Προγραμματικές συνθέσεις που θα μπορέσουν να πάρουν πλέον υπόψη τους τις προτεραιότητες της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της επιδίωξης νέων μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης, ώστε να διαμορφωθεί ένα βιώσιμο οικονομικό σύστημα.

     

    2. Η πολιτική του Μνημονίου και οι εκτροπές της

    Το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, που εφαρμόζεται μετά το Μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και «τρόικας», δεν εμφανίζεται μόνο ως πρόγραμμα αποκατάστασης των δημοσιονομικών ισορροπιών και εξυπηρέτησης του χρέους, αλλά και ως σύνολο πολιτικών μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα για όλους τους τομείς της οικονομίας. Εμφανίζεται ως το πρόγραμμα που η Ελλάδα περίμενε για να ανανεώσει τους φθαρμένους θεσμούς και τα εργαλεία πολιτικής, προβάλλεται ως το αποκορύφωμα της «εκσυγχρονιστικής» Μεγάλης Ιδέας. Αυτή η αντίληψη τροφοδοτεί προφανώς και την πίστη της σοσιαλιστικής κυβέρνησης σε ένα πακέτο μέτρων που θα καταδίκαζαν χωρίς δισταγμό οι έλληνες σοσιαλιστές λίγους μήνες πριν.

    Όμως, οι εξελίξεις τρεις μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής αυτού του προγράμματος δείχνουν ότι, μαζί με τις άμεσες οδυνηρές επιπτώσεις για τον κόσμο της εργασίας και τις προβλέψεις για διατήρηση υψηλού ποσοστού ανεργίας (γύρω στο 15% επισήμως) από το 2011 ως το 2013, υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα υλοποιηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι και θα αποδώσουν οι συνταγές για την ανταγωνιστικότητα και την τόνωση των εξαγωγών. Επομένως, γεννιούνται αμφιβολίες και για το κατά πόσο θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για έξοδο από την ύφεση. Επίσης, μπορεί να αναμένουμε ότι οι μειώσεις μισθών στη δημόσια διοίκηση θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητά της κυρίως στον κρίσιμο τομέα της φορολογικής πολιτικής.

    Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προβλέψεις αυτές που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό του 2011 θα συνεχιστεί η υποχώρηση της δραστηριότητας το έτος αυτό, αλλά θα ξεκινήσει μια ανάκαμψη το 2012 (1,1%) και θα συνεχιστεί το 2013 (2,1%). Το 2012 θα είναι το έτος που θα διαμορφωθεί ένα πρωτογενές πλεόνασμα του Δημοσίου, ενώ το δημόσιο χρέος θα αρχίσει να μειώνεται (εκτιμήσεις του ΔΝΤ) από το 2014. Το κύριο χαρακτηριστικό των προβλέψεων για το ΑΕΠ είναι ότι εξαρτώνται καθοριστικά από αισιόδοξες προβλέψεις για τις εξαγωγές (6,1% το 2011, 5,7% το 2012 και 7,3% το 2013), που αποτελούν την κινητήρια δύναμη της δειλής ανάκαμψης, καθώς όλα τα υπόλοιπα συστατικά της ζήτησης αδυνατούν να οδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

    Ο μεσοπρόθεσμος προγραμματισμός για τα δημόσια οικονομικά χαρακτηρίζεται από πολύ περιορισμένες φιλοδοξίες σχετικά με την αύξηση των εσόδων, λόγω μιας φορολογικής πολιτικής που δεν επιδιώκει αναδιανομή των φορολογικών βαρών σε βάρος των ανώτερων εισοδημάτων και χαρακτηρίζεται, επίσης, από τη στήριξη της μείωσης του ελλείμματος και της δημιουργίας πρωτογενούς πλεονάσματος στη μείωση των δαπανών. Ωστόσο, οι εξελίξεις σε αυτό τον τομέα το 2010 δείχνουν ότι υπάρχουν προβλήματα. Κατά το έτος αυτό, οι δαπάνες μειώθηκαν κατά 3 μονάδες του ΑΕΠ, λόγω κυρίως των περικοπών στους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων και τις συντάξεις, αλλά τα έσοδα δεν μπόρεσαν να πετύχουν τους στόχους και, όπως αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ (Σεπτέμβριος 2010), η υστέρηση θα φτάσει για το έτος τα 4 δισ. ευρώ, τα οποία όμως θα αντισταθμιστούν με μείωση των τρεχουσών δαπανών. Η υστέρηση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη χαμηλή απόδοση των αυξήσεων του ΦΠΑ, λόγω, αφενός, της ύφεσης και, αφετέρου, της ανεπάρκειας των εισπρακτικών μηχανισμών. Για το 2011, η αύξηση της φορολογίας εισοδήματος θα είναι μόνο 700 εκατ. ευρώ, θα υπάρξει μια έκτακτη εισφορά των πολύ κερδοφόρων επιχειρήσεων (1 δισ.), αλλά οι υπόλοιπες αυξήσεις (5 δισ. επιπλέον) θα εξαρτηθούν από το ΦΠΑ, άλλους έμμεσους φόρους και πληρωμές προστίμων, δηλαδή από αμφίβολης αποδοτικότητας μέτρα, λόγω της ανεπάρκειας των υπηρεσιών ελέγχου και είσπραξης φόρων.

    Οι αισιόδοξες προβλέψεις για την επιτάχυνση της αύξησης των εξαγωγών από το 2011 βασίζονται σε μια σειρά υποθέσεις που δύσκολα μπορεί να θεωρηθούν βάσιμες. Δεν είναι, κατ’ αρχάς, φρόνιμο να περιμένει κανείς σήμερα επιτάχυνση της ανάκαμψης στις εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας. Κατά δεύτερο λόγο, οι μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα, που οφείλονται σε πολιτικές επιλογές, και η εγκαθίδρυση με το Μνημόνιο καθεστώτος πλήρους ευελιξίας στην αγορά εργασίας και ανασφάλειας, λόγω ταχείας αύξησης της ανεργίας, δεν μπορούν να ανατρέψουν θεαματικά την πτωτική εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας. Πρόκειται για μια χώρα που έχει απολέσει παραγωγικό ιστό και έχει χάσει αγορές σε προϊόντα και υπηρεσίες, οπότε η ανταγωνιστική θέση δεν είναι κατά κύριο λόγο συνάρτηση των χαμηλών αμοιβών.

    Βέβαια, είναι προφανές ότι το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν έχει λύσεις σχετικά με το πραγματικό πρόβλημα της ύπαρξης μη ανταγωνιστικών αγορών. Η εμμονή στην προσπάθεια να «ανοίξουν» κλειστά επαγγέλματα, επαγγέλματα δηλαδή με φραγμούς εισόδου ή καθορισμένες αμοιβές, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το σύνολο του προβλήματος. Για το 2010, προβλέπεται ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξηθεί κατά 4,6%, παρά τη μείωση του ΑΕΠ κατά 4%. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μεταφοράς στον καταναλωτή των φορολογικών αυξήσεων (ΦΠΑ), που δείχνει όμως ότι ακόμα και σε περίοδο ύφεσης λειτουργούν αποτελεσματικά οι μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές συμπεριφορές, ακόμα και σε κλάδους με μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων. Ο πληθωρισμός κερδών είναι, εξάλλου, μετά την είσοδο στην ΟΝΕ μόνιμο χαρακτηριστικό του ελληνικού οικονομικού τοπίου, που ευθύνεται τόσο για τα υψηλά κέρδη των επιχειρήσεων όσο και για τη μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους.

    Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, είναι εμφανής ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης ύφεσης, λόγω της αδυναμίας της οικονομίας να περάσει σε μια φάση προοδευτικής μείωσης του χρέους. Κυκλοφορούν ήδη στον τύπο εκτιμήσεις για επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου του Μηχανισμού Στήριξης, καθώς και για την πιθανή αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Το ίδιο Ινστιτούτο εκτιμά επίσης ότι η ανεργία το 2011 θα φτάσει το 20% και θα ξεπεράσει το όριο του ενός εκατομμυρίου, ενώ η σωρευτική μείωση των μέσων αποδοχών τη διετία 2010-2011 θα φθάσει το 25%. Ο συνδυασμός όμως των μέτρων για την ευελιξία στην αγορά εργασίας και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, από τη μία μεριά, και της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, από την άλλη, επεκτείνουν τη μερική και πρόσκαιρη απασχόληση, αλλά και την επέκταση της αδήλωτης εργασίας τόσο των ελλήνων όσο και των αλλοδαπών εργαζόμενων. Ο κόσμος της εργασίας περνάει στην Ελλάδα σε μια νέα εποχή και, αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, θα χάσει πλέον κάθε επαφή με το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο».

     

    3. Η συζήτηση για το χρέος

    Η υπερχρέωση της οικονομίας είναι μια κατάσταση η οποία επιβάλλει, σε τελική ανάλυση, την απώλεια ενός μέρους του ενεργητικού της. Ένα μέρος του ενεργητικού δεν αντιστοιχεί σε δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας και πρέπει επομένως να διαγραφεί. Όταν εξετάζεται η περίπτωση μιας εθνικής οικονομίας στο διεθνές περιβάλλον και όταν εξετάζεται το δημόσιο χρέος που οφείλεται κυρίως σε ξένες τράπεζες, η διαγραφή αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, που αποτελούν συνδυασμούς δύο ακραίων εκδοχών: Της διαγραφής του χρέους προς τράπεζες εκτός της εθνικής οικονομίας ή της απώλειας ενεργητικού στο εσωτερικό της εθνικής οικονομίας. Όμως, η απώλεια πλούτου στο εσωτερικό της εθνικής οικονομίας μπορεί να αφορά διαφορετικές τάξεις και διαφορετικούς τομείς δραστηριοτήτων.

    Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι η συζήτηση στην Ελλάδα στο χώρο της Αριστεράς (αλλά και ευρύτερα) για τον τρόπο αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους έχει φέρει αντιμέτωπους αυτούς που υποστηρίζουν κατά προτεραιότητα τη διαγραφή του χρέους με αυτούς που υποστηρίζουν κυρίως την αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος του κεφαλαίου και των ανώτερων εισοδημάτων. Όταν όμως προσπαθεί να δει κανείς τι σημαίνει αυτή η αντιπαράθεση για το πεδίο της πολιτικής και ποια είναι για τη μια ή την άλλη εκδοχή τα εμπόδια και τα δυνητικά αποτελέσματα, τότε φαίνεται πλέον καθαρά ότι δεν πρόκειται για μια τεχνική συζήτηση. Η μονομερής διαγραφή μέρους του χρέους ή ακόμα και η μονομερής επιδίωξη μιας αναδιάρθρωσής του θέτει αυτομάτως μια μικρή οικονομία σαν την ελληνική σε δυσμενή θέση, εκτός αν έχει διαμορφωθεί σε διεθνές επίπεδο ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων. Η έντονη αναδιανομή εισοδήματος, από την άλλη μεριά, απαιτεί ριζικές ανατροπές στον εσωτερικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που δεν μπορούν παρά να είναι αποτέλεσμα μαχητικών κοινωνικών αγώνων.

    Η μονομερής διαγραφή του χρέους έχει υποστηριχθεί από ομάδες της Αριστεράς στην Ελλάδα, αλλά και έγκυρους αναλυτές ως η ριζοσπαστική διέξοδος, η λύση του γόρδιου δεσμού. Πρόκειται για μια θέση που υποτιμά τις επιπτώσεις που θα έχουν τα αντίποινα και η απομόνωση της οικονομίας και του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, χωρίς να απαντάει σε δύο κρίσιμα ερωτήματα: Ποια θα είναι η κυβέρνηση που θα πάρει αυτή την απόφαση και πώς η επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης που θα προκύψει θα προκαλέσει την ανασύνταξη και την αποτελεσματική παρέμβαση των κοινωνικών κινημάτων. Δεν είναι βέβαια ακατανόητο για την κουλτούρα της Αριστεράς ότι στις σημερινές συνθήκες αναζητείται ένα κεντρικό «απελευθερωτικό», για να μην πούμε «εθνικοαπελευθερωτικό» σύνθημα, το οποίο θα επέτρεπε σε μικρές πολιτικές δυνάμεις να αποκτήσουν πρωτεύοντα ρόλο.

    Από την άλλη μεριά, όμως, η διαγραφή μεγάλου μέρους του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους στο σημερινό υπερχρεωμένο καπιταλισμό αποτελεί στρατηγικής σημασίας επιλογή. Μπορούμε να πούμε ότι η διαδικασία αυτή έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αξιολογεί πολύ κάτω της ονομαστικής τους αξίας τα κρατικά ομόλογα που δέχεται από τις εμπορικές τράπεζες. Αλλά και πάλι η διαγραφή αυτή θα έχει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες στις οποίες θα πραγματοποιηθεί. Ακόμα κι αν επικρατήσει στην Ευρώπη η άποψη ότι για τις υπερχρεωμένες χώρες του «Νότου» είναι αναγκαία η περικοπή των χρεών τους, αυτό δεν σημαίνει ότι θα αλλάξει το συνολικό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, που αναμένεται να ενισχυθεί με την αναθεωρημένη εκδοχή του Συμφώνου Σταθερότητας. Τα κοινωνικά κινήματα στις χώρες αυτές θα χρειαστεί να διεκδικήσουν κάτι παραπάνω από την άμβλυνση των μέτρων που υιοθετούνται στο πλαίσιο των πολιτικών διαχείρισης των δημόσιων χρεών.

    Η δυσκολία που παρουσιάζει η εσωτερική αναδιανομή εισοδήματος οφείλεται στο ότι, ενώ από τεχνική άποψη είναι απλώς μια μεταφορά πόρων από τα υψηλά εισοδήματα και κέρδη προς τα δημόσια ταμεία, οι πολιτικές προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συνδέονται μόνο με το στόχο της εξυπηρέτησης του χρέους. Η δυνατότητα να πάρει κινηματικά χαρακτηριστικά αυτό το αίτημα εξαρτάται από τις κινητοποιήσεις που θα διεκδικήσουν ταυτοχρόνως την αφιέρωση περισσότερων πόρων σε κοινωνικές δαπάνες και επενδύσεις οι οποίες υπηρετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Εξαρτάται, δηλαδή, από μια πολύπλευρη διαδικασία ανακατανομής πόρων στο σύνολο της οικονομίας, η οποία είναι συνάρτηση της ικανότητας των κοινωνικών αγώνων να αποκτήσουν προγραμματικά χαρακτηριστικά, τα οποία να αντιστοιχούν σε κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες της σημερινής περιόδου.

    Υπάρχουν στοιχεία τα οποία δείχνουν ότι η ανισότητα της κατανομής του εισοδήματος αποτελεί στην Ελλάδα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό, το οποίο μάλιστα ευθύνεται για τη διολίσθηση της οικονομίας προς την κατάσταση της ταχείας αύξησης των δημόσιων ελλειμμάτων. Όπως αναφέρει η έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση των επιχειρηματικών κερδών και των εισοδημάτων από κεφάλαιο ήταν στην Ελλάδα το 2006 15,9% (το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου), ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας ήταν το ίδιο έτος 35,1%, ποσοστό αντίστοιχο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επίσης, η αναλογία καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος και αμοιβών της εργασίας ήταν το 2009, για το σύνολο της οικονομίας, 0,43 στην Ελλάδα έναντι 0,25 στην Ευρωζώνη. Η αναλογία ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος και αμοιβών της εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα ήταν, το ίδιο έτος, 1,29 στην Ελλάδα (το υψηλότερο μέγεθος της Ευρωζώνης) έναντι 0,62 στη Γερμανία και 0,45 στη Γαλλία.

    Το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ως σύνολο πολιτικών για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης της οικονομίας, δεν είναι απλώς μια επιλογή διεθνών οργανισμών ή της κυβέρνησης, καθώς εκφράζει και τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική και οικονομική ελίτ, καθώς και οι κοινωνικές ομάδες που έχουν συμμαχήσει με αυτή βλέπουν το θέμα των θυσιών για την εξυπηρέτηση και μείωση του χρέους. Παρά τις εξαγγελίες για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τα μέτρα αύξησης της φορολογίας εισοδήματος είναι πολύ περιορισμένα (10% των φορολογικών αυξήσεων το 2011), την ίδια στιγμή που καταρρέουν τα εισοδήματα των μισθωτών τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς είναι δεδομένο ότι αυτοί θα πληρώσουν την κρίση με τις μειώσεις εισοδήματος και την ανεργία. Η ανατροπή αυτού του αδυσώπητου συσχετισμού δυνάμεων είναι το ζητούμενο για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της υπερχρέωσης. Ένας συσχετισμός δυνάμεων που δεν πρόκειται να αλλάξει αν η χώρα επιτύχει απλώς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη μείωση του δημόσιου χρέους.

     

    4. Η διάσταση της πολιτικής έκφρασης κοινωνικών αναγκών

    Η ευκολία με την οποία επιβλήθηκε στην Ελλάδα ένα τόσο σκληρό πρόγραμμα επιβάρυνσης των μισθωτών και των λαϊκών τάξεων οφείλεται προφανώς στο ότι το πλαίσιο διαμόρφωσης των κοινωνικών πολιτικών, το οποίο φαινόταν να ισχύει ως τώρα, ήταν εξαιρετικά εύθραυστο. Η υιοθέτηση ενός κοινωνικού συμβολαίου φορντικού τύπου, το οποίο φάνηκε να ενισχύεται με την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να οδεύει προς την ολοκλήρωσή του μέσω της επικράτησης μιας «εκσυγχρονιστικής» ιδεολογίας στην πολιτική ελίτ, οδηγήθηκε, αντίθετα, σε έναν ιδιότυπο εκφυλισμό που έβαλε στο περιθώριο αυτούς τους οποίους θα έπρεπε κυρίως να ωφελήσει. Η μεγάλη μάζα των εργαζομένων βρέθηκε απέναντι στην κρίση χωρίς τη δυνατότητα αξιοποίησης μηχανισμών πίεσης και διαπραγμάτευσης.

    Η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε την τελευταία 15ετία ήταν στην πραγματικότητα συνδυασμός ενός οράματος «εξευρωπαϊσμού», με την έννοια της εγκατάστασης θεσμικών λειτουργιών που χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της «χρυσής» 30ετίας, και σταδιακής επιβολής των λογικών της αγοράς, της απορύθμισης και της αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των μεσαίων και ανώτερων εισοδημάτων. Αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η επιδείνωση κατά την περίοδο αυτή της σχετικής θέσης της πλειονότητας των μισθωτών, αλλά και η ενίσχυση μιας μεσαίας επιχειρηματικής τάξης μέσω αναδιανεμητικών ή πελατειακών μηχανισμών, η ενίσχυση της θέσης ιδιαίτερων κατηγοριών μισθωτών του ευρύτερου δημόσιου τομέα και, παράλληλα, η έντονη τάση αυτονόμησης συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών.

    Το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής συνέχισε και ολοκληρώνει την απορύθμιση της αγοράς εργασίας, αλλά συγχρόνως επέβαλε μια ριζική αλλαγή πολιτικής ως προς τις κατηγορίες προνομιούχων μισθωτών, οι οποίες διατηρούσαν προηγουμένως στενές και αποδοτικές σχέσεις με τις διάφορες μορφές της κρατικής εξουσίας. Μπροστά στις εξελίξεις αυτές, το θεσμικό συνδικαλιστικό κίνημα έχει βρεθεί σε πρωτόγνωρη κατάσταση, καθώς εκφράζει ελάχιστα τη μεγάλη μάζα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, έχει χάσει τις προνομιακές σχέσεις του με την πολιτική εξουσία και υπονομεύεται από τις στρατηγικές εξόδου μεμονωμένων γραφειοκρατιών. Αντιμετωπίζει, βέβαια, προβλήματα, όπως και σε άλλες χώρες, σε ό,τι αφορά εναλλακτικές πολιτικές που είναι δυνατό να προταθούν, συγχρόνως, όμως, έχει χάσει τη δύναμη κρούσης του, όπως δείχνουν οι περιορισμένες δυνατότητες οργάνωσης μαζικών κινητοποιήσεων, όταν τις συγκρίνουμε με τις συγκεντρώσεις του 2001 που ανέτρεψαν την τότε προσπάθεια αμφισβήτησης ασφαλιστικών δικαιωμάτων από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση.

    Η υλοποίηση του προγράμματος του Μνημονίου συνεπάγεται ριζική αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών, που κύριο άξονα έχει τη συσπείρωση όλων των επιχειρηματικών κατηγοριών γύρω από ένα πρόγραμμα αποδιοργάνωσης της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών και των υποδομών, ενίσχυσης της κερδοφορίας. Και εφόσον η υλοποίηση αυτού του προγράμματος πραγματοποιηθεί σε συνθήκες στασιμότητας ή ύφεσης κατά το προβλεπόμενο μέλλον, η χωρίς όρους υποστήριξη της επιχειρηματικής δράσης σε αυτές τις συνθήκες θα σημαίνει (όπως είναι ήδη ορατό) τη ραγδαία, εκ των πραγμάτων, αποδυνάμωση του νομοθετικού πλαισίου που υπάρχει ακόμα για την προστασία της εργασίας, την κοινωνική προστασία και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

    Η προθυμία με την οποία το ΠΑΣΟΚ υιοθέτησε και υποστήριξε το πρόγραμμα του Μνημονίου δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη, καθότι τα στελέχη του είχαν μέσω μιας μακράς διαδικασίας εξοικειωθεί με την ικανοποίηση των αιτημάτων του επιχειρηματικού κόσμου και την αποδοχή των πολιτικών που αποδυναμώνουν τον κόσμο της εργασίας, ενώ έχουν πλέον εξασθενίσει οι δεσμοί του κόμματος με κατηγορίες του πληθυσμού που δεν κατέχουν διοικητικές θέσεις ή δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Με αυτό τον τρόπο, το ΠΑΣΟΚ χάνει και τα τελευταία υπολείμματα σοσιαλδημοκρατικών χαρακτηριστικών, για να μετατραπεί σε ένα κόμμα εξουσίας που βασίζεται στην αδράνεια των κοινωνικών δυνάμεων που κάποτε εξέφραζε. Η επιλογή του νέου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας να καταδικάσει το Μνημόνιο και να εμφανίζεται ταυτοχρόνως ως ο πλέον μαχητικός υποστηρικτής του κόσμου των επιχειρήσεων αποτελεί έναν ευφυή συνδυασμό ανταπόκρισης στα αιτήματα κεφαλαίου και επιχειρηματιών εν γένει και προσπάθειας κεφαλαιοποίησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, ενώ χαϊδεύονται και οι εθνικιστικές οπτικές, που είναι πάντα αξιοποιήσιμες στην Ελλάδα.

    Σε αυτές τις συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από την κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αυτοαναίρεση της σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι παράδοξο ότι και ο χώρος της Αριστεράς συναντάει μεγάλες δυσκολίες στο να αναδείξει εναλλακτικές πολιτικές κατευθύνσεις. Η κουλτούρα της Αριστεράς είναι ακόμα έντονα σημαδεμένη από την αναπτυξιακή προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων, από την πεποίθηση ότι υπάρχει μια βασιλική οδός που θα χαραχθεί με τις πιέσεις των κοινωνικών αγώνων ή τις επαναστατικές ανατροπές. Ο εγκλωβισμός σε αυτή την κουλτούρα οδηγεί στην επανάληψη πολιτικών προτάσεων ή μεθόδων πάλης του παρελθόντος. Ή ακόμα και σε μια φυγή προς την προσμονή μαζικών ριζοσπαστικών κινητοποιήσεων που θα οδηγήσουν σε κυβερνητικές ή καθεστωτικές αλλαγές, οι οποίες θα αποκτήσουν άγνωστο πώς τη δυνατότητα να απαντήσουν στις ανάγκες και τα αιτήματα της κοινωνίας. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η προπαγάνδιση της μονομερούς άρνησης εξυπηρέτησης του χρέους.

    Καθ’ όλη την τελευταία περίοδο πριν το Μνημόνιο, που χαρακτηρίζεται ήδη από την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος, η Αριστερά δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε ενοποιημένο και αποτελεσματικό πόλο ανασυγκρότησης των κοινωνικών αγώνων. Παρέμεινε ετεροκαθορισμένη σε σχέση με τις πλειοψηφικές ηγεσίες, δεν μπόρεσε να επωμιστεί μια ανασύνθεση σε νέες βάσεις και επωφελήθηκε σε μικρό βαθμό από αυθεντικές μεμονωμένες προσπάθειες δημιουργίας νέων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εξαιτίας κυρίως του οργανωτικού κατακερματισμού που μεταφέρθηκε από τις σχέσεις των πολιτικών οργανώσεων στις σχέσεις των νέων συνδικάτων. Επίσης, οι οργανώσεις της Αριστεράς δεν μπόρεσαν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα να ξεπεράσουν την αμυντική στάση απέναντι στην επιθετικότητα της οικονομικής πολιτικής σε θέματα αμοιβών και απασχόλησης. Δεν έλαβαν υπόψη στις τοποθετήσεις τους τα αιτήματα της κοινωνίας, δηλαδή της πλειονότητας των μισθωτών κατά κύριο λόγο, σχετικά με την αποδοτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών και των δημόσιων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των σχέσεών τους με τους πολίτες, καθώς και την ανάγκη να επανεξεταστούν ζητήματα κατανομής του εισοδήματος και μεταξύ των διάφορων κατηγοριών μισθωτών.

     

    5. Η προοπτική ανασυγκρότησης των κοινωνικών κινημάτων

    Ο κίνδυνος να παραμείνουν οι δυνάμεις της Αριστεράς στο περιθώριο της πολιτικής ζωής οφείλεται στο ότι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες να κατανοήσουν τις πολλές και πρωτότυπες διαστάσεις της σημερινής κρίσης, την ίδια στιγμή που οι κυρίαρχες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών και η σημερινή σαρωτική επίθεση κατά της εργασίας και του κοινωνικού κράτους έχουν εξασθενίσει σημαντικά τις κοινωνικές αντιστάσεις. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ολοκληρωμένη κρίση αναπαραγωγής του καπιταλισμού, που απαιτεί να αλλάξουν βασικές παραδοχές του παρελθόντος σχετικά με την ευημερία, την αλληλεγγύη και τη βιωσιμότητα των παραγωγικών συστημάτων. Και δεν πρόκειται για αλλαγές οι οποίες αφορούν τις πολιτικές ηγεσίες κατά κύριο λόγο, αλλά για την ανανέωση του τρόπου σκέψης εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα από νέες κοινωνικές πρακτικές που πρέπει σε μεγάλο βαθμό να οικοδομηθούν από την αρχή.

    Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός έχει βυθιστεί σε κρίση υπερχρέωσης, την ίδια στιγμή που το όλο σύστημα των διεθνών οικονομικών σχέσεων βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο ενώ παράλληλα οξύνονται οι ανισότητες στο εσωτερικό των αναπτυγμένων ή αναπτυσσόμενων ζωνών, καθώς και μεταξύ μεγάλων περιοχών του πλανήτη. Σε αυτή την κρίση αναπαραγωγής του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού έρχεται να προστεθεί η δυναμική της κλιματικής αλλαγής, η οποία θέτει όρια στη βιωσιμότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων και διευρύνει το περιεχόμενο των κοινωνικών αναγκών, αλλά και τη σκοπιά αντιμετώπισής τους. Συγχρόνως, η αποδιοργάνωση των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων, λόγω της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για διεθνείς και διακρατικούς θεσμούς στους τομείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της άμβλυνσης και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της προσφοράς δημόσιων αγαθών, της επάρκειας τροφίμων και της επαρκούς αξιολόγησης και παρακολούθησης των πολιτικών αποφάσεων σε διεθνές επίπεδο.

    Οι αναγκαίες αλλαγές προσέγγισης αφορούν, αφενός, τα όρια της ανάπτυξης που πρέπει να θέτουν οι πολιτικές που εναντιώνονται στην κλιματική αλλαγή και, αφετέρου, την ανάδειξη της αλληλεγγύης σε προϋπόθεση του οικονομικού συστήματος και όχι σε αναγκαίο αποτέλεσμα της μεγέθυνσής του. Τέτοιες παραδοχές απαιτούν ριζική ανατροπή των σημερινών κοινωνικών ιεραρχιών και την πλήρη ανανέωση των μεθόδων διαμόρφωσης κοινωνικών συναινέσεων, μέσω της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και της υιοθέτησης μεθόδων σχεδιασμού των επιλογών για την κοινωνία και την οικονομία. Μια τέτοια αναμόρφωση θα βασιστεί σε ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα για όλους, σε ένα αναπτυγμένο δημόσιο σύστημα ερευνητικών ιδρυμάτων και σε κοινωνικές πρωτοβουλίες στον τομέα της έρευνας και της προγραμματικής επεξεργασίας. Προς όφελος της συμμετοχής των εργαζομένων και των πολιτών σε δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και προς όφελος της άνθησης προτάσεων για καινοτομίες στον επιστημονικό, τεχνολογικό, θεσμικό και κοινωνικό τομέα.

    Δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη οδός για την υλοποίηση ενός τόσο φιλόδοξου σχεδίου από τη μεταφορά της άσκησης πολιτικής στη βάση της κοινωνίας, την ανασύνθεση, με αυτό τον τρόπο, των πολιτικών προτάσεων, ώστε να παίξουν το ρόλο τους και στην κεντρική πολιτική σκηνή. Πρόκειται, προφανώς, για αλλαγή πολιτικής κουλτούρας που θα ξεπεράσει τις αμυντικές διεκδικήσεις και θα έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει επιθετικές διεκδικήσεις με προγραμματικά χαρακτηριστικά, ανανεώνοντας το θεσμικό πλαίσιο της αλληλεγγύης και οικοδομώντας νέες κοινωνικές συμμαχίες ικανές να ξεπεράσουν τις ιεραρχίες του παρελθόντος και τον κατακερματισμό που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη διαχείριση.

     


Related articles