• Ο «αντισαρκοζισμός» στη Γαλλία*

  • 17 Jun 11 Posted under: Γαλλία
  • *Το άρθρο αυτό γράφτηκε το Σεπτέμβριο του 2010, όταν τα γεγονότα που περιγράφονται βρίσκονταν σε εξέλιξη

     

    Η πολιτική κατάσταση στη Γαλλία βρίσκεται σε νέο σημείο καμπής. Η καπιταλιστική και η χρηματοοικονομική κρίση επιδείνωσαν αιφνίδια το βιοτικό επίπεδο του κόσμου της εργασίας, ο οποίος δέχεται σφοδρές επιθέσεις από τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση, παρά την απόλυτη απόρριψη της πολιτικής της τελευταίας στις περιφερειακές εκλογές του Μαρτίου 2010.  

     

    Οι εκλογές αυτές χαρακτηρίστηκαν από αυξημένη αποχή (53,64% στον πρώτο γύρο και 48,78% στο δεύτερο) και τα αποτελέσματά τους ήταν σαφώς υπέρ των αριστερών δυνάμεων, στέλνοντας σαφές μήνυμα καταδίκης των πολιτικών που εφαρμόστηκαν τα τελευταία τρία χρόνια με τους ψηφοφόρους να τοποθετούν το ζήτημα της εργασίας και των μισθών στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, η Ευρωπαϊκή Οικολογία, το Μέτωπο της Αριστεράς και η άκρα Αριστερά συγκέντρωσαν συνολικά το 54,05% των ψήφων έναντι του 26,02% της παραδοσιακής Δεξιάς (Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα και Δημοκρατικό Κίνημα). Η Ακροδεξιά (Εθνικό Μέτωπο) κατάφερε να διατηρήσει τα ποσοστά της στο δεύτερο γύρο σε δώδεκα από τις είκοσι δύο περιφέρειες και να προστεθεί στο γενικευμένο «αντισαρκοζισμό» της χώρας.

     

    Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι, εκτός από το γενικό αποτέλεσμα αυτών των εκλογών, οι οκτώ υπουργοί και γραμματείς της κυβέρνησης που είχαν τοποθετηθεί στην κορυφή κάποιων από τις λίστες και υποστηρίχθηκαν ανοιχτά από τον Πρόεδρο, ηττήθηκαν κατά κράτος. Οι κοινωνικοί αγώνες, που ξεκίνησαν ήδη πριν από το Μάρτιο, δεν αμβλύνθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας παρότι δεν κυριάρχησαν σ’ αυτή. Τα αποτελέσματα των εκλογών έδωσαν νέα ελπίδα και αυτοπεποίθηση στην Αριστερά –ειδικά τα αποτελέσματα του Μετώπου της Αριστεράς (6,95% κατά μέσο όρο σε 17 περιφέρειες, σε καθεμιά από τις οποίες είχε δικούς του υποψηφίους), το οποίο επιβεβαίωσε τη δυναμική παρουσία του στη γαλλική πολιτική σκηνή–, που είδε να γεννιούνται νέα κινήματα διαμαρτυρίας ενάντια στο κλείσιμο των κέντρων αμβλώσεων και την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης. 

     

    Τα αποτελέσματα των εκλογών, σε συνδυασμό με τις επιταγές των χρηματαγορών που έγιναν δεκτές από τους ευρωπαίους ηγέτες στις 9-10 Μαΐου, ανάγκασαν τον Νικολά Σαρκοζί και την κυβέρνησή του να επισπεύσουν την επιχείρηση αναμόρφωσης της γαλλικής κοινωνίας.

     

    Το αίσθημα αδυναμίας και απόγνωσης που καλλιεργήθηκε επιμελώς από την κυβέρνηση μέχρι τις εκλογές έκανε κάθε εναλλακτική πρόταση ενάντια στο νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της να μοιάζει ανέφικτη, ενώ τα κοινωνικά κινήματα αδυνατούσαν να το αντιμετωπίσουν. Η εναλλακτική προοπτική δεν έχει ακόμα και σήμερα διατυπωθεί πλήρως. Η διαμόρφωσή της, όμως, γίνεται όλο και περισσότερο παρούσα στο δημόσιο διάλογο.  

     

    Η κινητοποίηση μεγαλώνει

     

    Από τον Ιούνιο, μια αυθεντική λαϊκή κινητοποίηση αντιτάχθηκε σε ένα πρόγραμμα που ο Πρόεδρος θεώρησε κομβικό σε σχέση με το όραμά του για την κοινωνία. Το σχέδιο μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος είναι ένα από τα πιο επιθετικά του είδους του: Θα αναγκάσει τους δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους (η αγοραστική δύναμη των οποίων έχει ήδη μειωθεί) να παρατείνουν την ηλικία συνταξιοδότησής τους και συνεπώς την περίοδο κατά την οποία πρέπει να αποδίδουν εισφορές, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα τη μείωση των συντάξεών τους.

     

    Το βασικό επιχείρημα στο οποίο επιμένει με σθένος η κυβέρνηση –αυτό του μεγέθους και της κατανομής του πληθυσμού– είναι εντελώς παραπλανητικό. Από τη μία, διότι ο ρυθμός γεννήσεων στη Γαλλία είναι υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και, από την άλλη, γιατί το σχέδιο αυτό κάνει τους μισθωτούς να πληρώσουν την κρίση εις διπλούν. Οι μισθοί και οι θέσεις εργασίας είναι ήδη στο στόχαστρο λόγω της συμμαχίας των εργοδοτών και της Δεξιάς.   

     

    Το επιχείρημα του δημογραφικού ζητήματος χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει το γεγονός ότι τα πραγματικά αίτια του προβλήματος πρέπει να αναζητηθούν στις τραγικές κοινωνικές συνέπειες της ίδιας της κρίσης. Το πρόβλημα με τη διατήρηση του ισχύοντος συνταξιοδοτικού συστήματος εδράζεται στην ίδια την κατάσταση της εργασίας και των μισθών. Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων της ηλικιακής ομάδας 60-64 είναι μόλις 17%. Οι αναλύσεις της UNEDIC (του οργανισμού που πληρώνει τα επιδόματα ανεργίας) δείχνουν ότι η παράταση της ηλικίας συνταξιοδότησης θα αυξήσει το κόστος της συντήρησης των ανέργων από 440 σε 530.000.000 ευρώ.   

     

    Η μαζική κοινωνική απόρριψη της μεταρρύθμισης αυτής δείχνει ότι η κυβέρνηση έχει χάσει ήδη τη μάχη των ιδεών. Η σκόπιμη εύνοια προς το κεφάλαιο έναντι της εργασίας γίνεται πλέον κατανοητή ως άδικη και αναποτελεσματική επιλογή.

     

    Στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν αυτό το επιθετικό σχέδιο, ο Πρόεδρος και η κυβέρνησή του έφτασαν μέχρι το σημείο να εξαναγκάσουν το Εθνικό Συμβούλιο να εγκρίνει το σχετικό νομοσχέδιο και να εμποδίσουν την αντιπολίτευση να τοποθετηθεί στο διάλογο. Η ενδεικτική αυτή περιφρόνηση των γαλλικών κυρίαρχων τάξεων προς τους θεσμούς και τις δημοκρατικές διαδικασίες ενισχύεται από έναν πανταχού παρόντα υπερπρόεδρο απέναντι στον οποίο οι πολίτες και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους δεν έχουν κανένα λόγο. 

     

     

    Κρίση του συστήματος;

     

    Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά πού θα καταλήξει η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον κόσμο της εργασίας. Ένα είναι σίγουρο: Τα γεγονότα που βιώνουμε βαθαίνουν την κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης Σαρκοζί. Το 2007, ο Σαρκοζί κατάφερε να εκλεγεί επενδύοντας σε ένα μείγμα λαϊκιστικής δημαγωγίας και άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, η έκφραση της κοινωνικής αγανάκτησης, που αντιτέθηκε στην υπερνεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης, έχει διαρρήξει το φαινομενικό συμβιβασμό με τον Πρόεδρο και την πλειοψηφία του. Γι’ αυτόν το λόγο, ο Νικολά Σαρκοζί προσπάθησε τους τελευταίους μήνες να επιστρατεύσει ξανά τη λαϊκιστική ρητορική του.

     

    Αποδυναμωμένος από τα σκάνδαλα και τις συγκρούσεις συμφερόντων των υπουργών του με μέλη της αστικής τάξης, ο Πρόεδρος έσυρε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού τη χώρα σε μια σοβαρή κρίση απονομιμοποίησης της εξουσίας, σε σημείο που να μπορεί κανείς να μιλήσει για κρίση του συστήματος.

     

    Τον Ιούλιο, ο Σαρκοζί ενεδύθη το μανδύα του «νόμου και της τάξης» συνδέοντας προκλητικά τη μετανάστευση με την παραβατικότητα και απαιτώντας την απέλαση σαφώς αναγνωρισμένων ξένων υπηκόων. Επιπλέον, επέλεξε να εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και τα αισθήματα αποκλεισμού ενός τμήματος της νεολαίας. Τα κοινωνικά και πολιτικά αδύναμα κομμάτια του πληθυσμού και κυρίως οι Ρομά βρέθηκαν στο στόχαστρο. Έτσι, ο Πρόεδρος άνοιξε ένα νέο μέτωπο στο πεδίο των κοινωνικών ελευθεριών, το οποίο έπληξε την εικόνα της Γαλλίας στο εξωτερικό και συσπείρωσε εναντίον του γάλλους Δημοκράτες και Ρεπουμπλικάνους πιστούς στις αρχές της Προεδρικής Δημοκρατίας, ενισχύοντας παράλληλα την αντιπολίτευση στους κόλπους του δικού του πολιτικού σχηματισμού, όπου ο ανταγωνισμός κορυφώθηκε με την προοπτική της διαδοχής του ως αρχηγού του κράτους.

     

    Η κυβέρνηση στο σύνολό της απέρριψε κάθε κριτική στην πολιτική που ακολουθεί η Γαλλία, η οποία καταδικάστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη, την Εκκλησία και τον αρμόδιο Επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κατέφυγε σε υπερβολές που θα βλάψουν ακόμα περισσότερο τις διεθνείς σχέσεις της Γαλλίας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση εμμένει στην εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της. Η λαϊκιστική αυτή στάση ενισχύει τη θέση της Ακροδεξιάς στη Γαλλία, καθώς και τη διείσδυσή της σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι του εκλογικού σώματος, ενώ αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής.

     

    Εργασία και αποβιομηχάνιση

     

    Ο βασικές ανησυχίες των ψηφοφόρων, όταν ερωτούνταν σχετικά το Μάρτιο του 2010, δεν είχαν να κάνουν με την υλική ασφάλεια ή την καταπολέμηση του εγκλήματος, αλλά, δικαιολογημένα, με την εργασία και τις συντάξεις. Το 2009 ήταν μια χρονιά κατά την οποία χάθηκαν 256.100 θέσεις εργασίας, 170.000 από τις οποίες στη βιομηχανία, που σήμερα απασχολεί λιγότερο από το 30% των γάλλων μισθωτών. Το ίδιο το κράτος κατάργησε 80.000 θέσεις εργασίας το 2008 και σχεδιάζει να καταργήσει άλλες 33.000 το 2011, οι μισές από τις οποίες θα είναι στη δημόσια εκπαίδευση, τον κλάδο που έχει πληγεί περισσότερο από κάθε άλλον από την πολιτική μείωσης των δημόσιων δαπανών. Οι σημαντικές μειώσεις προσωπικού θα επηρεάσουν και τις κρατικές αρχές – την αστυνομία και το στρατό, των οποίων ο Σαρκοζί δηλώνει μεγάλος υποστηρικτής και τις οποίες δεν σταματά να εγκωμιάζει όποτε χρησιμοποιεί το θέμα της ασφάλειας προκειμένου να προκαλέσει φόβο και αναστάτωση.

     

    Σε αντίθεση με τον καπιταλιστή του 20ού αιώνα, που έπρεπε να στηρίζεται στο ισχυρό έθνος-κράτος για να αποσπάσει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, η στρατηγική των μεγάλων χρηματοοικονομικών ομίλων (με τη βοήθεια της πολιτικής εξουσίας) είναι να μετασχηματίσουν το κράτος και να το μετατρέψουν σε μηχανισμό διασφάλισης των νόμων της αγοράς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιούν όλο και πιο αυταρχικές μεθόδους άσκησης της εξουσίας προκειμένου να προστατευτούν από την εναντίωση στο σύστημα και τον περιορισμό των προνομίων τους και να οικειοποιηθούν οτιδήποτε τείνει να εξαφανιστεί ή να ενταχθεί στη σφαίρα της αγοράς λόγω της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα.

     

    Η κατάσταση αυτή εδράζεται σε μια συγκεκριμένη ιδεολογία (της μετατροπής κάθε προϊόντος σε εμπόρευμα) και πρεσβεύει μια άλλη πολιτιστική αντίληψη, ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού. Γι’ αυτόν το λόγο, ο εκδότης της LeFigaro, σχολιάζοντας την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, επιχαίρει για την αποδυνάμωση των χωρών: «Γιατί μπορεί πλέον ο καπιταλισμός να πανηγυρίζει τη νίκη του ενώ δύο χρόνια πριν ενταφιαζόταν αθρήνητος; Πρώτον, γιατί πότε στο παρελθόν δεν ξοδεύτηκαν τόσα πολλά χρήματα για τη διάσωσή του. Σε μια περίοδο 18 μηνών, πάνω από 5.000 δισ. δολάρια (10% του συνολικού πλούτου του πλανήτη) διοχετεύθηκαν για να διασώσουν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (…) Δεύτερον, γιατί η πλειοψηφία των χωρών είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης».

     

    Η καθαρή απώλεια θέσεων εργασίας, που επηρέασε όλους τους κλάδους της γαλλικής οικονομίας, έφτασε σε εξαιρετικά υψηλό ιστορικά όριο: Η κατάσταση δεν υπήρξε τόσο ακραία μετά το 1945, όταν οι πολίτες της Γαλλίας έπρεπε να ξαναχτίσουν μια οικονομία που έβγαινε από τέσσερα χρόνια πολέμου και κατοχής. Το μέγεθος της πολιτικής βίας που ασκήθηκε από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο Νικολά Σαρκοζί έχει αρκετές ομοιότητες με πόλεμο – έναν πόλεμο που έχει στόχο τα κοινωνικά δικαιώματα, τα εισοδήματα και τις συνθήκες εργασίας, έναν πόλεμο ενάντια στους εργαζόμενους και ιδιαίτερα τους μισθωτούς, τους χαμηλά αμειβόμενους και τους μετανάστες, έναν πόλεμο που απειλεί τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό μέσω της δραστικής μείωσης των κρατικών δαπανών και του δημόσιου συμφέροντος.

     

    Διεύρυνση των ανισοτήτων

     

    Οιανισότητεςμεγαλώνουν. Η ανεργία πλήττει πλέον περισσότερους από 4.000.000 ανθρώπους και, κυρίως, τους νέους (24% στις ηλικίες 15-24) και τους μισθωτούς άνω των 50 ετών. Περίπου 8.000.000 άνθρωποι ζουν με λιγότερα από 500 ευρώ το μήνα. Το 2010, το 23% των Γάλλων –12% περισσότεροι σε σχέση με το 2000– έζησαν χωρίς ιατρική περίθαλψη, γιατί δεν μπορούσαν να την καλύψουν οικονομικά. Η μακροχρόνια ανεργία αυξήθηκε κατά 27,6% στη διάρκεια ενός μόνο έτους και οι πραγματικοί μισθοί, μειωμένοι λόγω του πληθωρισμού, εξασθενούν ακόμα περισσότερο. 

     

    Η ανάπτυξη παραμένει ασθενής, παράλυτη λόγω της χρηματοοικονομικής μεγέθυνσης, της υποχρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και της έλλειψης επενδύσεων στην εργασία, την κατάρτιση και την έρευνα. Η φορολογική ασυλία των πλουσίων κοστίζει στο κράτος πάνω από 670.000.000. ευρώ (120 περισσότερα από το 2009), στερώντας του πόρους τους οποίους προτιμά να απομυζά από τους εργαζόμενους και τα νοικοκυριά, η αγοραστική δύναμη των οποίων μειώνεται συνεχώς. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις που προσφέρονται στις επιχειρήσεις (η αποτελεσματικότητα των οποίων είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη) έχουν ανέλθει σε 100 δισ. ευρώ κατά την τελευταία δεκαετία.

     

    Οι εργοδότες, οι διοικητές των μεγαλύτερων γαλλικών ομίλων επιχειρήσεων και τα μεγάλα τραπεζικά συγκροτήματα πιστεύουν τώρα ότι «η κρίση είναι πια μια κακή ανάμνηση» (LeMonde, 1η Σεπτεμβρίου 2010). Τον Αύγουστο, ο τύπος αποκάλυψε ένα πραγματικό ταμείο πολέμου αξίας 80 δισ. ευρώ –χρήματα τα οποία συγκεντρώθηκαν από είκοσι μεγάλες επιχειρήσεις που συγκαταλέγονται στον CAC40 του γαλλικού χρηματιστηρίου–, τη στιγμή που οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη μαζική ανεργία και το πάγωμα των μισθών τους. Πώς μπορούμε να παραβλέψουμε τη σύνδεση αυτής της διαπίστωσης με το γεγονός ότι μέσα σε 20 χρόνια (από το 1982 μέχρι το 2002) η επισφαλής εργασία διπλασιάστηκε σε όλες τις κοινωνικοεπαγγελματικές ομάδες ή ότι μέσα σε 25 χρόνια ο μέσος μισθός μετά βίας διπλασιάστηκε, ενώ κατά την ίδια περίοδο τα μερίσματα των μετόχων αυξήθηκαν κατά 13 φορές.

     

    Εκατομμύρια γάλλοι πολίτες αντιλήφθηκαν την αντίθεση αυτή, συνειδητοποίησαν το χαρακτήρα της πολιτικής του Σαρκοζί και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, ιδιαίτερα μετά τις παραινέσεις του Προέδρου για «θυσίες» και την παραδοχή εκ μέρους ορισμένων από τους συμβούλους του ότι οι τρέχουσες αποφάσεις λαμβάνονται με την προοπτική μιας δεκαετίας λιτότητας για τους γάλλους εργαζόμενους.

     

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξέγερση των Ελλήνων, η γενική απεργία των Ισπανών ή η πανευρωπαϊκή διαμαρτυρία της 29ης Σεπτεμβρίου θα ενισχύσουν τα εκατομμύρια των ανθρώπων που διαδηλώνουν στη Γαλλία ενάντια στην αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

     

    Η κοινωνική κινητοποίηση, η πρωτοφανής ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος και η επακόλουθη ευρεία απόρριψη του προγράμματος αναμόρφωσης αποτελούν κομμάτια μιας δυναμικής που διαφέρει από εκείνη των κινημάτων διαμαρτυρίας των τελευταίων ετών με την έννοια ότι δεν είναι απλώς μια πράξη αντίστασης, αλλά έκφραση αποφασιστικότητας να ζήσουν οι Γάλλοι σε μια πιο δίκαιη κοινωνία, μια κοινωνία αλληλεγγύης.

     

    Όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό το κίνημα αποτελεί και πρόκληση για τις αριστερές δυνάμεις να προβάλουν ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση πιο κοινωνικά αξιόπιστο από αυτό της Δεξιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, το Μέτωπο της Αριστεράς, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, του Αριστερού Κόμματος και της Αριστερής Ενότητας, μπορεί να βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους που αναζητούν έναν εναλλακτικό τρόπο ένταξης στο δημόσιο διάλογο και στη διαμόρφωση ενός πολιτικού προγράμματος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό που θα κληθεί να εφαρμόσει μια νέα κυβερνητική πλειοψηφία.

    Κόντρα σε κάθε προσδοκία της κυβέρνησης, η περίοδος του καλοκαιριού βοήθησε τα συνδικάτα και τους ακτιβιστές (μεταξύ των οποίων ακτιβιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας) να διευρύνουν τις κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν τον Ιούνιο. Οι δύο ημέρες γενικής απεργίας και διαδηλώσεων στις 7 και τις 23 Σεπτεμβρίου (γεγονότα που σπάνια συμβαίνουν αυτή την εποχή του χρόνου) συγκέντρωσαν περίπου 2,5 με 3.000.000 κόσμο. Πολλές διαφορετικές καμπάνιες επέτρεψαν τη συλλογή εκατοντάδων χιλιάδων υπογραφών. Μια τέτοια καμπάνια ήταν και αυτή του Μετώπου της Αριστεράς για τη στήριξη των προτάσεων των κομμουνιστών και αριστερών βουλευτών για έναν εναλλακτικό τρόπο χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος. Το νομοσχέδιο που πρότειναν παρουσιάστηκε στο Εθνικό Συμβούλιο στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα ΜΜΕ και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να στρέψουν την προσοχή της γαλλικής κοινής γνώμης στους υποψήφιους για τις προεδρικές εκλογές του 2012, λες και η πολιτική αλλαγή εξαρτάται από την ανάδειξη ενός θεόσταλτου μεσσία.

     

    Η αλλαγή πρέπει να γίνει τώρα

     

    Η προσπάθεια να επικεντρωθεί η προσοχή της γαλλικής κοινής γνώμης στα πρόσωπα των υποψηφίων για τις προεδρικές εκλογές ισοδυναμεί με το να ζητείται από τους πολίτες να μείνουν σχεδόν άπραγοι για δύο χρόνια με μόνα μέσα δράσης τους κοινωνικούς αγώνες, από τη μία και, από την άλλη, τις εκλογές.

     

    Ωστόσο, το κοινωνικό κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος έκανε το αίτημα για μια εναλλακτική πολιτική ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Παρότι η επιθυμία της Αριστεράς για ενότητα εκφράζεται στο πλαίσιο της κυβερνητικής ανυποληψίας, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αποφασιστικότητά της να υποστηρίξει μια πολιτική που να συγκρούεται πραγματικά με το νεοφιλελευθερισμό. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, πώς θα εμποδίσουμε στο μεταξύ τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος; Εξάλλου, ακόμα και αν εκλεγεί, τι εγγυάται πως η Αριστερά θα μπορέσει να ακυρώσει τα μέτρα που πήρε ήδη η Δεξιά; Τα ερωτήματα αυτά απευθύνονται κυρίως στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (έρευνα κοινής γνώμης της LeFigaro, 23 Σεπτεμβρίου 2010), αλλά προφανώς επιβάλλουν σε όλες τις αριστερές δυνάμεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

     

    Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεσμεύτηκε να επαναφέρει το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης στα 60 έτη, αλλά προτίθεται να «λειτουργήσει ρεαλιστικά και να αποδεχθεί τους περιορισμούς που ενέχει η διακυβέρνηση», δήλωση που μπορεί να ερμηνευτεί και ως πιθανότητα αποδοχής της επέκτασης του ορίου συνταξιοδότησης αν αυτό εφαρμοστεί. Ο κομματικός μηχανισμός, όμως, έχει σε τέτοιο βαθμό εμπλακεί στη διαδικασία δημόσιας προβολής του υποψηφίου του ώστε δεν θέλει να εμπλακεί σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις.

     

    Οι διαφωνίες που υπάρχουν στο εσωτερικό της Αριστεράς, αυτές καθαυτές, δεν αποτελούν πρόβλημα. Κανένας δεν απορρίπτει την πιθανότητα συνεργασιών – σε ποια βάση όμως; Να γιατί δεν είναι αρκετό να εντοπίζουμε απλώς τις διαφορές μας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι υπέρ του διαλόγου και της συνδιαμόρφωσης προτάσεων και στόχων στο εσωτερικό της Αριστεράς, είτε πρόκειται για το συνταξιοδοτικό είτε για άλλα ζητήματα. Το ΚΚΓ θέλει να συνεισφέρει στο άνοιγμα ενός διαφανούς δημόσιου διαλόγου που δεν θα περιορίζεται στις πολιτικές δυνάμεις αλλά θα είναι ανοιχτός στη συμμετοχή των πολιτών για συνδιαμόρφωση και δράση. Στην πραγματικότητα, αυτό που θα δημιουργούσε πρόβλημα είναι η απόκρυψη ή η άρνηση των πολιτικών διαφορών, που περιορίζουν το διάλογο στους «επαγγελματίες», προκαλώντας έτσι τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην προοπτική της αλλαγής.

     

    Μια δεξιά προοπτική…

     

    …γίνεται όλο και πιο πιθανή όσο η Δεξιά δεν χάνει τη δύναμή της και ορισμένοι στο εσωτερικό της προσπαθούν να στηρίξουν μια εναλλακτική πρόταση. Αυτή είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση του πρώην υπουργού Εξωτερικών Ντομινίκ ντε Βιλπέν, ο οποίος, ενώ δεν εναντιώνεται στην πολιτική του Σαρκοζί, επικρίνει τις μεθόδους του, την έλλειψη ευαισθησίας για τις αξίες του ρεπουμπλικανισμού, την περιφρόνηση του πρωτοκόλλου και οτιδήποτε άλλου οριοθετεί τα αυθεντικά μέλη της ελίτ.

     

    Η ηθική αυτή επίκληση μπορεί να προσελκύσει ή να καθησυχάσει κάποιους από τους πιστούς συμμάχους της Δεξιάς, παρότι ο πρώην υπουργός έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας από τότε που αποχώρησε από το UMP. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό του UMP, ο Πρόεδρος έχει καταφέρει να εξουδετερώσει τις αντιστάσεις των βουλευτών της Δεξιάς απέναντι στην αναμόρφωση των τοπικών αυτοδιοικήσεων, η οποία θα τις αποδυναμώσει, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ τους μετά τη μείωση των πόρων από την κρατική χρηματοδότηση. Βέβαια, η ηγεσία του κόμματός του έχει εμπλακεί σε συνεχή εσωτερικό ανταγωνισμό, τον οποίο ο Πρόεδρος προσπαθεί να ελέγξει, ωστόσο, αυτός ο θεατρινισμός τροφοδοτεί την ήδη έντονη δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική.

     

    Σε αυτό το πλαίσιο του σκληρού ανταγωνισμού, μέσα στο οποίο η εξουσία υποτιμά και περιφρονεί τα αισθήματα των ανθρώπων, επιδεικνύοντας την ακαμψία της, η Ακροδεξιά απορρίπτει την κυβέρνηση και τα συνδικάτα κατηγορώντας τους ότι αποτελούν μέρος της «συνωμοσίας της παγκοσμιοποίησης». Διατείνεται ότι στηρίζει την ιδέα μιας «δημόσιας στρατηγικής υπεράσπισης των αδυνάτων».Θολώνοντας τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά Αριστεράς και Δεξιάς και με την αυτοπεποίθηση που του έδωσε η νίκη του απέναντι στους πρώην εκλεγμένους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το Εθνικό Μέτωπο κρύβει την ακροδεξιά του ταυτότητα. Σήμερα, ντύνει την ιδεολογία του με νέο μανδύα, χωρίς ωστόσο να παραλείπει να τονίσει σχέση αιτίου - αποτελέσματος ανάμεσα στην οικονομική κρίση, την κοινωνική ασφάλιση και τη μετανάστευση. Σύμφωνα με την μέλλουσα πρόεδρό του, Μαρίν Λε Πεν, από εδώ και στο εξής θα υπάρχουν δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, «οι “παγκοσμιοποιητές” και οι εθνικιστές». Εν συντομία, όλες οι πολιτικές δυνάμεις από τη μία πλευρά και το Εθνικό Μέτωπο από την άλλη. Η ρητορική, όμως, του Εθνικού Μετώπου είναι απολύτως συμπληρωματική με εκείνη της ηγεσίας του UMP.

     

    Ένα πειστικό πρόγραμμα είναι απαραίτητο

     

    Σε μια περίοδο που το δημόσιο αίσθημα φόβου και καχυποψίας είναι διάχυτο σε μια άδικη κοινωνία, τα μέλη της οποίας υποφέρουν ακόμα περισσότερο λόγω της κρίσης, πολλοί από εκείνους που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα κοινωνικά κινήματα και που τα συμφέροντά τους συνδέονται με την ανατροπή του καπιταλισμού είναι πιθανό να νιώσουν αποθαρρυμένοι και να τα παρατήσουν.

     

    Ο κίνδυνος αυτός θα αυξηθεί αν οι αριστερές δυνάμεις δεν πείσουν τους ανθρώπους ότι είναι αποφασισμένες να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός είναι εφικτός. Προκειμένου να πείσουν τον κόσμο και να επιβιώσουν και οι ίδιες, οι δυνάμεις αυτές πρέπει να στηριχτούν στη δράση των ανθρώπων. Είμαι πεισμένος ότι τέτοιου τύπου δράσεις είναι απαραίτητες εδώ και τώρα, στο στάδιο της εκπόνησης ενός πολιτικού σχεδίου. Η ευρύτερη δυνατή λαϊκή συμμετοχή στην οικοδόμηση του πολιτικού περιεχομένου αυτού του σχεδίου και στη γέννηση ενός εντελώς διαφορετικού δημοκρατικού δρόμου είναι απαραίτητη για να ξεκινήσει μια νέα περίοδος, όχι εναλλαγής στην εξουσία, αλλά μετασχηματισμού, επανάστασης. Αυτή είναι η έννοια του δυναμικού που προσπαθούμε να διαμορφώσουμε σήμερα στο Μέτωπο της Αριστεράς.

     

    Οι κομμουνιστές γνωρίζουν ότι ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γεννηθεί μόνο μέσω της σύγκρουσης ιδεών και να υλοποιηθεί σε ένα πεδίο που υπερβαίνει τη δική τους οργανωτική δομή, ακόμα και τη δομή των οργανώσεων με τις οποίες ξεκίνησε το Μέτωπο της Αριστεράς. Έχουμε προτάσεις που αντικρούουν τη λογική του καπιταλισμού, τις οποίες συνεισφέρουμε στο διάλογο. Οι προτάσεις αυτές στρέφονται γύρω από ορισμένα βασικά σημεία: Την κοινωνική επανάσταση ενάντια στην εξουσία του Σαρκοζί και των αγορών, τη δημοκρατική επανάσταση ενάντια στο μοναρχισμό του Σαρκοζί, την επανάσταση στην καθημερινή μας ζωή ενάντια στη λογική του κέρδους που μας αποξενώνει, μια νέα διεθνή κουλτούρα συνεργασίας και αλληλεγγύης των λαών της Ευρώπης και του κόσμου (η οποία συνεπάγεται τη ριζική αναθεώρηση των Συνθηκών της ΕΕ).

     

    Στόχος του Μετώπου της Αριστεράς είναι να δημιουργηθούν στην καρδιά της Αριστεράς ένας χώρος και ένα εργαλείο που δίνουν νέα προοπτική σε εκείνους που αγωνίζονται σήμερα ενάντια στη Δεξιά, αλλά δεν είναι έτοιμοι να δώσουν λευκή επιταγή στην Αριστερά. Τα μεγάλα στοιχήματα είναι η χάραξη μιας νέας πολιτικής και η άσκησή της με διαφορετικό τρόπο, ώστε να καθορίσουμε πώς εμείς που αποτελούμε την κοινωνία θέλουμε να ζήσουμε τον 21ο αιώνα.

     

    Μέσα σε αυτό το πνεύμα και εμφορούμενοι από αυτή την πεποίθηση, το ΚΚΓ ξεκίνησε από το φθινόπωρο να δημιουργεί τις συνθήκες για μια μαζική λαϊκή σύνοδο έτσι ώστε να θέσει σε δημοκρατική διαβούλευση το κοινό πρόγραμμα που θα ανοίξει μια αξιόπιστη προοπτική αλλαγής στη βάση της πλειονότητας των ιδεών, που θα προκρίνει και θα εφαρμόσει η ευρεία αυτή σύνοδος.

     

    Μετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου

     


Related articles