• Εναλλακτικές λύσεις απέναντι στην κρίση.

  • 17 Jun 11 Posted under: Σύγχρονος Καπιταλισμός , Στρατηγικές Μετασχηματισμού
  • Μια σύγκριση των αριστερών εναλλακτικών προτάσεων

    Μια από τις συνηθισμένες αναφορές των νεοφιλελεύθερων που βρίσκονται στην εξουσία σήμερα, η οποία προπαγανδίζεται συνεχώς από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, είναι η επίμονη επανάληψη ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική λύση στο υπάρχον σύστημα. Όλοι αυτοί ισχυρίζονται ότι η έξοδος από την κρίση δεν θα είναι αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης με τον αγοραίο φιλελευθερισμό (που είναι εξ ορισμού ακατανίκητος), αλλά μόνο οριακών προσαρμογών του τελευταίου ή περαιτέρω ενίσχυσής του.

     

    Σε αυτή την περίπτωση, η λύση θα είναι ακόμη περισσότερος νεοφιλελευθερισμός. Όταν εκφράζεται τόσο ωμά μπορεί να φαίνεται εξωφρενικό ή κυνικό, και όντως είναι. Όμως, οι κυρίαρχες ελίτ υποστηρίζουν συχνά ότι η εφαρμογή αντιμεταρρυθμίσεων εν μέσω της κρίσης είναι από μόνη της κυνική. Με αυτό τον τρόπο, υποστηρίζουν, κερδίζεται το πλεονέκτημα ότι η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, η οποία αναπόφευκτα δημιουργείται σε μια σοβαρή κρίση, οπότε μπορούν να εφαρμοστούν δραστικότερα και σκληρότερα μέτρα. Τα μέτρα αυστηρότητας (ή, ορθότερα, τα μέτρα λιτότητας) που απότομα επιβλήθηκαν στην Ελλάδα μπορεί να είναι πολύ δραματικά, αλλά αντίστοιχα σκληρά μέτρα έχουν επιβληθεί και σε άλλες χώρες υπό την απειλή των κερδοσκόπων (θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε ποιος έχει δώσει την ισχύ στους τελευταίους ώστε να έχουν τη δυνατότητα να βλάψουν τις οικονομίες). Υιοθετείται το «σφίξιμο της ζώνης» ως προληπτικό μέτρο – γνωρίζοντας όμως ότι είναι οι ζώνες άλλων ανθρώπων αυτές που σφίγγονται, για την ακρίβεια αυτές των απλών ανθρώπων. Από αυτή την άποψη, τα μέτρα που λαμβάνονται στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, όλα προμηνύουν χειρότερες συνθήκες. Το μέλλον σίγουρα φαίνεται σκοτεινό, ενώ η υπόσχεση της επερχόμενης ευμάρειας, λόγω της αυστηρότητας, μετατοπίζεται στο μακροπρόθεσμο μέλλον, θυμίζοντας τη μετά θάνατον ζωή, που διακηρύσσει το φιλάνθρωπο κομμάτι του κλήρου. Η ευτυχία θα έρθει αργότερα, ίσως και μετά θάνατον, αν υποφέρουμε σιωπηλά εδώ και τώρα. Αυτή είναι η κατάσταση αν δούμε την πολιτική πραγματικότητα.

     

    Πλήθος προτάσεων

    Υπάρχει αφθονία προτάσεων για μια διαφορετική έξοδο από την κρίση. Είναι αρκετά διαφωτιστικό να ρίξουμε μια ματιά σε μερικές από αυτές. Για αυτόν το σκοπό έχω συλλέξει κάποιες προτάσεις που τέθηκαν από πολιτικά κόμματα, ακαδημαϊκούς και κοινωνικές οργανώσεις [Αριστερό Κόμμα, Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, transform! ιδιαίτερα το Υπόμνημα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων, Ευρωπαϊκό Δίκτυο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Ιούνιος 2010, CADTM(Επιτροπή για τη Διαγραφή του Χρέους του Τρίτου Κόσμου), ATTAC και μια δήλωση πάνω από εκατό οικονομολόγων από ιταλικά πανεπιστήμια].

     

    Μια πρώτη παρατήρηση: Οι διάφορες διαγνώσεις συγκλίνουν

    Κανένας δεν ονειρεύεται να πραγματοποιηθεί αυτό που λένε τα ΜΜΕ σε καθημερινή βάση: «Το δημόσιο χρέος είναι η πηγή του προβλήματος, πρέπει να μειωθεί για να καθησυχαστούν οι αγορές».

    Όχι, η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική, είναι παγκόσμια, δεν έχει ενιαία αιτία, αλλά είναι συστημική (ορισμένοι, δε, μιλούν για συνδυασμό κρίσεων: χρηματοπιστωτική, οικονομική, θεσμική και δημοκρατική, κρίση παραγωγής και διανομής). Οι κρίσεις είναι εγγενείς στο σύστημα – πράγματι, κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί εάν, από την άποψη του συστήματος, δεν πρόκειται για κρίση, αλλά για μια έκφανση του ίδιου του συστήματος.

     

    Το γεγονός που προκάλεσε την κρίση (τα δάνεια υψηλού κινδύνου) προέρχεται από το ότι η διανομή του εισοδήματος είναι όλο και περισσότερο υπέρ του κεφαλαίου τιμωρώντας την εργασία. Εκείνοι που διαθέτουν μόνο την εργασία τους για να ζήσουν πρέπει να προσφύγουν σε μεγάλα δάνεια – δάνεια που χορηγούνται μαζικά από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις με οποιουσδήποτε όρους και μετασχηματίζονται σε μετοχές από ανεξέλεγκτους χρηματιστές, καθώς οι έλεγχοι που επιβλήθηκαν τη δεκαετία του ’80 έχουν πλέον αρθεί στη διεθνοποιημένη οικονομία-καζίνο. Τώρα οι τράπεζες, που διασώθηκαν μαζικά με δημόσιο χρήμα, στρέφονται εναντίον των κρατών, τα οποία εκμεταλλεύονται το δημόσιο χρέος για να αναγκάσουν τους ανθρώπους να πληρώσουν πάλι για μια κρίση που δεν προκάλεσαν. Οι άνθρωποι θα πληρώσουν, λοιπόν, για τρίτη φορά: Την πρώτη φορά εγγυήθηκαν για τις τράπεζες, τη δεύτερη υποβλήθηκαν στον ανταγωνισμό, την αβεβαιότητα και την ένδεια και τώρα, για τρίτη φορά, υφίστανται τα μέτρα λιτότητας, που είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος για να υποταχθούν στις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

     

    Ωστόσο, η κρίση δεν έχει τις ρίζες της μόνο στην κατάρρευση του 2008. Πρόκειται για διαπίστωση αποδεκτή από όλους. Ακόμα και πριν από την κρίση, οι ευρωπαϊκές χώρες γνώρισαν μεγάλη αύξηση της φτώχειας (συμπεριλαμβανομένων των φτωχών εργαζόμενων). Η φτώχεια θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο ως αποτέλεσμα της ανεργίας και της μείωσης του εισοδήματος των συνταξιούχων, λόγω της λιτότητας. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να μειώσουν τα δημόσια ελλείμματα που προήλθαν από τις τεράστιες δαπάνες για τη διάσωση των τραπεζών και τα μέτρα που πάρθηκαν για να υποστηριχθεί η ζήτηση. Οι κοινωνικές δαπάνες μειώθηκαν δραστικά. Στο μεταξύ, η επείγουσα μάχη που πρέπει να δοθεί ενάντια στην κλιματική αλλαγή έχει για την ώρα εγκαταλειφθεί.

     

    Τα ιδιωτικά χρέη γίνονται δημόσια

    Γινόμαστε, έτσι, μάρτυρες της δεύτερης φάσης της αντιμετώπισης της κρίσης, η οποία συνίσταται στο μετασχηματισμό μιας κρίσης που προήλθε από το ιδιωτικό χρέος (μέσω των sub-primeδανείων) σε κρίση που οφείλεται στα δημόσια χρέη (μέσω των δημοσιονομικών ελλειμμάτων). Το Δημόσιο διέσωσε τις τράπεζες όταν βρίσκονταν στο χείλος της καταστροφής. Στην πραγματικότητα, ήταν αδύνατο να τις αφήσει να καταρρεύσουν καθώς αυτό θα είχε αποτέλεσμα το πάγωμα όλων των οικονομικών λειτουργιών. Ο συγκεκριμένος εκβιασμός υλοποιήθηκε μέσω του δόγματος «πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει» (toobigtofail).

    Το κράτος υποχρεώθηκε να πάρει μέτρα για την οικονομική ανάκαμψη (αν και τα περισσότερα ήταν αναποτελεσματικά). Και τώρα, οι οίκοι αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου (για τους περισσότερους επενδυτές αυτοί οι οίκοι είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία και την εξάπλωση των τοξικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων στην οικονομία) κρίνουν τα κράτη που είναι «εύθραυστα» και δικαιολογούν την άρνησή τους για πίστωση προς αυτά παρά μόνο με πολύ υψηλά επιτόκια, επιδεινώνοντας έτσι τις χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές δυσκολίες. Την περίοδο που γράφεται αυτό το άρθρο, η ΕΚΤ δεν είχε ακόμη τη δικαιοδοσία να χρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος εξαιτίας της Συνθήκης της Λισαβόνας. Οι κυβερνήσεις που βρίσκονται υπό πίεση αποφάσισαν τη χαλάρωση αυτής της αρχής, η οποία όμως παραμένει σε ισχύ.

    Ένα άλλο σημείο σύγκλισης των προτάσεων είναι το εξής: Η ΕΕ έχει αποδειχθεί ανίκανη μέχρι τώρα να απαντήσει αποτελεσματικά στα προβλήματα που έχουν προκύψει. Εν συντομία, οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος εστιάζουν στα λιγότερο σημαντικά θέματα. Σε κάθε περίπτωση, οι στρατηγικές απέναντι στην κρίση αποτελούνταν από μειώσεις μισθών με στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, την ενθάρρυνση του κοινωνικού ντάμπινγκ και το δημοσιονομικό ανταγωνισμό. Έχουν αποτύχει τελείως να σχεδιάσουν οποιαδήποτε πολιτική δημοσιονομικού συντονισμού.

    Η κριτική της στρατηγικής της Γερμανίας απέναντι στην κρίση ήταν οξεία. Όμως, η κριτική αυτή δεν κατευθύνθηκε στη Γερμανία ως κράτος, αλλά στη λογική της πολιτικής ορθοδοξίας που κυριαρχεί εκεί και στην πραγματικότητα σε όλη την ΕΕ – μια λογική βασισμένη αποκλειστικά στις εξαγωγές. Αυτό το παιχνίδι έχει καταστροφικές επιπτώσεις στις χώρες της ΕΕ στις οποίες κατευθύνονται οι εξαγωγές, αφού αυτό το μοντέλο τις αναγκάζει να το μιμηθούν μέσω αποπληθωριστικών πολιτικών. Σε αυτό ακριβώς το μοντέλο ασκείται κριτική, επειδή βασίζεται στη συμπίεση των μισθών και την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων (στη Γερμανία για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, αλλά και αλλού για να ισχυροποιηθούν οι αγορές και να αντιμετωπιστούν οι κερδοσκοπικές επιθέσεις). Οι επιπτώσεις αυτού του μοντέλου είναι επίσης καταστροφικές για το περιβάλλον.

     

    Μια δεύτερη παρατήρηση: Το επίπεδο της απάντησης

    Εδώ και αρκετό καιρό έχει ξεκινήσει μια δημόσια συζήτηση σε εθνικό, ευρωπαϊκό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Τα πολιτικά κόμματα, τα οποία λειτουργούν με την προοπτική να αναλάβουν τελικά την εξουσία, αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα δημιουργίας συμμαχιών και διεξαγωγής πολιτικών αγώνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεσμευόμενα να αγνοήσουν τις οδηγίες της ΕΕ όταν γίνουν κυβέρνηση. Τα κοινωνικά κινήματα δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της εξουσίας, αλλά δηλώνουν συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα.

    Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει κάποιος πραγματικός διαχωρισμός, απλώς διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με το χρόνο δράσης: «Η άμεση δράση σε εθνικό επίπεδο για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών δύναμης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με σκοπό τις συμμαχίες για τον επαναπροσανατολισμό της πολιτικής της ΕΕ» θα μπορούσε να αποτελεί κοινή οπτική για αυτό το στρατηγικό πρόβλημα.

     

    Μια τρίτη παρατήρηση: Τα είδη της απάντησης

    Εδώ υπάρχει μια ισχυρή, συνολική σύγκλιση. Ο πυρήνας της έγκειται στη διαπίστωση ότι η κρίση στην ουσία είναι συστημικού τύπου, κάτι που σημαίνει ότι η δημοκρατία υποσκάπτεται, παρ όλο που οι ηγέτες των χωρών μας διακηρύσσουν τη σημασία της. Στην πραγματικότητα, οι αγορές είναι αυτές που φτιάχνουν τους νόμους και όχι οι άνθρωποι. Επίσης, φαίνεται αναγκαίο (σύμφωνα με την ATTAC, το ΚΕΑ, το Αριστερό Κόμμα στη Γαλλία, το Υπόμνημα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων) να επανοικοδομηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση σε νέα θεμέλια, που βασίζονται σε νέα κριτήρια, ικανά να βάλουν τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη.

    Πώς μπορούμε να το πετύχουμε αυτό; Η απάντηση περιέχει την αναστροφή της παρούσας κατάστασης και, συνεπώς, την υλοποίηση ιδεών για επιβολή φόρου στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και τη ρύθμιση του τραπεζικού τομέα (όπως υποστηρίζουν η ATTAC και άλλοι). Ο διαχωρισμός των επενδυτικών τραπεζών από τις εμπορικές αποτελεί, επίσης, θέμα που έρχεται συχνά στο προσκήνιο (επιστολή ιταλών οικονομολόγων, ΚΕΑ, ATTAC κ.λπ.). Η δημιουργία ενός δημόσιου τραπεζικού πυλώνα, πιθανόν μέσω της εθνικοποίησης κάποιων τραπεζών (όπως υποστηρίζει η CADTM), αποτελεί επίσης ζήτημα που τίθεται στο τραπέζι. Η ιδέα αυτή βασίζεται στην αντιμετώπιση της πίστωσης ως μορφής κοινής ιδιοκτησίας, οπότε νομιμοποιούνται οι έλεγχοι στις πιστωτικές πολιτικές από τους ίδιους τους πολίτες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

     

    Οι σκοποί της ΕΚΤ

    Μια άλλη πρόταση σχετικά με το ρόλο της ΕΚΤ: Η ανεξαρτησία της από τις κυβερνήσεις θεωρείται γενικά απαράδεκτη επειδή καθορίζεται από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Θα έπρεπε, τουλάχιστον, να λειτουργεί υποχρεωτικά με βάση τους στόχους της απασχόλησης και της ανάπτυξης και όχι μόνο με βάση την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Επιπλέον, κάποιοι (transform!, ATTAC, ΚΕΑ) υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ πρέπει να χρηματοδοτήσει τα εθνικά χρέη και ο ρόλος της να αλλάξει με βάση τα κριτήρια των θέσεων εργασίας, της κοινωνικής ανάπτυξης και της οικολογίας. Η ΕΚΤ πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο και δημοκρατικό έλεγχο. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης πρέπει να αντικατασταθεί από ένα νέο σύμφωνο αλληλεγγύης που θα ευνοεί τη μεγέθυνση, την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική και περιβαλλοντική προστασία.

    Συνολικά, η πίστη πρέπει να θεωρηθεί δημόσιο αγαθό. Οι τράπεζες καταθέσεων πρέπει να διαχωριστούν από τις επενδυτικές τράπεζες. Οι ιδρύσεις δημόσιων, συνεταιριστικών και μη κερδοσκοπικών τραπεζών πρέπει να ενθαρρυνθούν. Οι μεγαλύτερες τράπεζες πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο. Οι δραστηριότητες των επενδυτικών τραπεζών και των επενδυτικών αποθεματικών ταμείων, ιδιαίτερα των κερδοσκοπικών hedgefunds, πρέπει να ελέγχονται συστηματικά. Σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές αγορές, όλα τα νέα προϊόντα πρέπει να έχουν την έγκριση μιας δημόσιας ρυθμιστικής αρχής για να αποφευχθεί η υπερβολική τους πολυπλοκότητα. Οι πιστώσεις, ως σύνολο, πρέπει να επιτηρούνται και πρέπει να ιδρυθεί ένας ευρωπαϊκός δημόσιος οίκος αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου.

     

    Ακύρωση του απεχθούς χρέους

    Ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο τίθεται από την CADTM, η οποία αγωνίζεται για την ακύρωση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, και τώρα παίρνει θέση για το ελληνικό δημόσιο χρέος, καθώς και για αυτό των άλλων χωρών της ΕΕ. Με ριζοσπαστικό τρόπο, η CADTMσυνιστά (ανάμεσα σε άλλα) την εθνικοποίηση των τραπεζών, την επίτευξη με αυτό τον τρόπο του πολιτικού ελέγχου του τραπεζικού τομέα, καθώς και ένα μονομερές μορατόριουμ (χωρίς σώρευση τόκων υπερημερίας) του δημόσιου χρέους. Εφόσον εξασφαλιστεί ο δημόσιος έλεγχος, αυτό θα σήμαινε ακύρωση του απεχθούς χρέους, θεμελίωση δημοσιονομικής δικαιοσύνης, δίκαιη διανομή του πλούτου, περιορισμό των χρηματοπιστωτικών αγορών με τη δημιουργία ενός αρχείου των πραγματικών κατόχων των μετοχών, καθώς επίσης και απαγόρευση του shortselling(;). Σε όλα τα παραπάνω, το CADTMπροσθέτει συνολικότερα μέτρα για τη μείωση των ωρών εργασίας και την κοινωνικοποίηση επιχειρήσεων που έχουν ιδιωτικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια.

    Βέβαια, η CADTM δεν είναι η μόνη που έχει συνδέσει την απασχόληση με τις δημοσιονομικές πολιτικές. Και άλλοι οργανισμοί και κόμματα υποστηρίζουν ότι η κρίση δεν είναι μόνο χρηματοπιστωτική, αλλά έχει άμεση σχέση με την εργασία και τη διανομή του πλούτου. Το ζήτημα είναι να ενεργοποιηθούν ξανά τα παρεμβατικά εργαλεία της οικονομίας και ιδιαίτερα η φορολογία, στην κατεύθυνση, όμως, μιας ρεαλιστικής πολιτικής διανομής του πλούτου, δηλαδή στον αντίποδα των δημοσιονομικών πολιτικών που υποστηρίζουν τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση και αυξάνουν τη φορολογία αυτών που είναι ανίκανοι να φοροδιαφύγουν και όχι αυτών που κατέχουν πραγματικά μεγάλες περιουσίες. Ενάντια στην τρέχουσα πρακτική, είναι αναγκαίο να προωθηθεί η φορολόγηση του κεφαλαίου.

    Το οικολογικό ζήτημα είναι επίσης παρόν: Το Υπόμνημα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων υποστηρίζει: «Πρέπει να δρομολογηθεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα οικολογικού μετασχηματισμού στους τομείς των καυσίμων και της ενέργειας, της στέγασης και της μεταφοράς. Ένα τέτοιο οικονομικό πρόγραμμα μπορεί να συνεισφέρει τόσο στην οικονομική ανάκαμψη όσο και στη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο οικονομικό μοντέλο». Το ΚΕΑ θέτει τα ζητήματα διαφορετικά: Στη διακήρυξη του 2009 τίθεται «υπέρ της άμεσης και συνεκτικής διαμόρφωσης μιας διεθνούς συνθήκης που θα συμβαδίζει με την αναφορά της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την κλιματική αλλαγή, κάτι που συμπεριλαμβάνεται στο σχέδιο δράσης της ΕΕ για την περίοδο 2007-2009». Η ATTAC θεωρεί ότι η κλιματική και η κοινωνική αλλαγή συνδέονται. Η παρούσα κρίση είναι συστημική και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από την πρόκληση της κλιματικής αλλαγής και από τον επαναπροσανατολισμό του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης. Όλα αυτά δείχνουν το ριζικά διαφορετικό προσανατολισμό αυτών που βλέπουν την κρίση ως τρόπο για να αλλάξουν τα θεμέλια του συστήματος με εκείνους που επικεντρώνουν στην άμεση ανάγκη για οικονομική ανάκαμψη.

    Όλη η ατζέντα πρέπει να αλλάξει

    Συμπερασματικά, είναι ξεκάθαρο ότι κανένας δεν προσδίδει ιδιαίτερη αξία στις τεχνικές λύσεις. Όλοι λένε ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερο και ότι πρέπει να υπάρξει ρήξη με το σημερινό μη βιώσιμο μοντέλο παραγωγής, όπως και με τον θεμελιωδώς μη δημοκρατικό τρόπο που αντιμετωπίζονται τα δημόσια ζητήματα, τα οποία, σε τελική ανάλυση, συνδέονται με τη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Υπάρχει πληθώρα προτάσεων για ρήξη με το νεοφιλελεύθερο καθεστώς και τις ευρωπαϊκές πολιτικές, που θεωρούνται ένας ακόμα τρόπος για τη συρρίκνωση των λαϊκών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα τα πολιτικά κόμματα εξαγγέλλουν το πάγωμα της εφαρμογής των οδηγιών της ΕΕ σε περίπτωση που έρθουν στην εξουσία. Στις προτάσεις, επίσης, περιλαμβάνονται ο συνολικός επαναπροσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής και, κυρίως, ο τερματισμός του δημοσιονομικού ντάμπινγκ και η αλλαγή του μίζερου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που στην ουσία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα. Αρκετοί, τέλος, είναι αυτοί που θεωρούν απαραίτητο να επανεξεταστεί συνολικά αυτός καθαυτός ο τρόπος παραγωγής, αφού αποτελεί τον υπεύθυνο των βίαιων ανακατατάξεων που βιώνουμε.

    Ο στόχος είναι τεράστιος. Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να βασιστούμε στις παρούσες κυβερνήσεις, αλλά χρειάζεται να δημιουργήσουμε τον αναγκαίο συσχετισμό δύναμης που απαιτείται και, συνεπώς, να εντείνουμε την αντίσταση σε κάθε δυνατό επίπεδο.

     

     

     

    Μετάφραση: Γαβριήλ Σακελλαρίδης


Related articles