• Τι σημαίνει «αριστερός-ή-ό» σήμερα; Ο κόσμος με αριστερό προσανατολισμό στη Γερμανία: βασικές συντεταγμένες

  • 30 Jan 12 Posted under: Γερμανία



  • Βασιζόμενη σε ευρήματα δημοσκοπικά, διατυπώνεται με τρόπο αξιωματικό συχνά τα τελευταία χρόνια η θέση πως οι Γερμανίδες κι οι Γερμανοί τείνουν προς τα αριστερά, σε ό,τι αφορά στις βασικές πολιτικές τους πεποιθήσεις. Θέτοντας κατά μέρος εντελώς βάσιμους μεθοδολογικούς ενδοιασμούς (πρβλ. κριτική σε Misik 2009:17), αντικείμενό μας εν προκειμένω είναι να εξηγήσουμε πώς εκδηλώνεται αυτή η υποτιθέμενη στροφή προς τα αριστερά. Τι χαρακτηριστικά θα αποδίδαμε στις αριστερές θέσεις σήμερα και ποιες κοινωνικές ομάδες είναι φορείς αυτών των θέσεων;

    Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, θα στηριχθούμε στα αποτελέσματα δικών μας εμπειρικών μελετών . Σε ομαδικές συζητήσεις και σε ποιοτικές ατομικές συνεντεύξεις μιλήσαμε με άτομα που αυτοτοποθετούνται στα αριστερά, με την ευρύτερη έννοια του όρου, ως προς τον πολιτικό τους προσανατολισμό και εκφράζονται θετικά για τις αριστερές αντιλήψεις. Οι απόψεις κυμαίνονται σε ένα φάσμα που περιλαμβάνει από ριζοσπαστικές θεωρήσεις και μεταρρυθμιστικές οπτικές ως και αδύναμα εκφρασμένες θέσεις περί πολιτικής παρέμβασης. Το δείγμα περιλαμβάνει τόσο άτομα που δραστηριοποιούνται στην πολιτική στο πλαίσιο κομμάτων όσο κι εκείνα που κινούνται ενεργά σε δημόσια και επαγγελματικά αριστερά συμφραζόμενα. Στη μελέτη περιλαμβάνονται και άτομα που, παρότι ανενεργά, αυτοτοποθετούνται εντός του αριστερού φάσματος.

    Το ευρύ φάσμα του δείγματος από την άποψη της βασικής πολιτικής τοποθέτησης και εμπλοκής αναδεικνύει ήδη ένα σημαντικό πρώτο εύρημα: η αριστερή ταυτότητα στη Γερμανία δεν υφίσταται. Αντί μιας ομοιογενούς βασικής πολιτικής τοποθέτησης, αυτό που υπάρχει είναι μια πληθύς ερμηνευτικών προτύπων και πρακτικών που συνυπάρχουν παράλληλα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ενότητα της αριστεράς προβάλλει στην πολλαπλότητα των φωνών της. Για να κατανοηθεί το τι σημαίνει «αριστερός-ή-ό» σήμερα, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν αυτή η πολλαπλότητα. Με την έννοια αυτή κάνουμε λόγο για αριστερό προσανατολισμό σε αυτό το άρθρο. Το κείμενο που ακολουθεί στοχεύει στο να εντοπίσει αδρομερώς τι ορίζει τον προσανατολισμό αυτό.

    Στην πραγματικότητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν υπάρχει μια αριστερή τοποθέτηση που να επιδέχεται σαφή ορισμό, ωστόσο μπορεί να εντοπιστεί ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής των αριστερά προσανατολισμένων: η κριτική στις κοινωνικές συνθήκες και ελλείψεις, με την ευρεία έννοια του όρου, μορφοποιείται στη βάση σοσιαλιστικών/ σοσιαλδημοκρατικών τρόπων σκέψης. Κοινό σημείο αφετηρίας συνιστά η συνείδηση –διατυπωμένη με διαφορετικούς βαθμούς σαφήνειας – της ύπαρξης ελλειμμάτων στην υφιστάμενη κοινωνική δομή, ειδικά στο πεδίο των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Εντός του φάσματος των αριστερά προσανατολισμένων, μια κριτική οπτική απέναντι σε θεμελιώδεις οικονομικές και πολιτικές δομές αναδύεται ως συγκροτητική της πολιτικής αυτοτοποθέτησης μέσα στην κοινωνία .
    Πώς εκφράζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η κριτική τοποθέτηση των αριστερά προσανατολισμένων σε σχέση με βασικές οικονομικές και πολιτικές δομές και ποιες είναι οι απορρέουσες συνέπειες στο πεδίο της δράσης, δηλαδή της πολιτικής πρακτικής;

    1.    Βασικές τοποθετήσεις σε σχέση με την πολιτική και οικονομική δομή

    Η κριτική των κοινωνικών δεινών που οφείλονται σε οικονομικές σχέσεις συγκροτεί παραδοσιακά τον πυρήνα της αριστερής ταυτότητας. Στη βάση της μελέτης μας μπορούμε να διακρίνουμε και εδώ χαρακτηριστικές μορφές αυτής της κριτικής.
    Αρκετοί/-ές από τους /τις ερωτηθέντες/-είσες αρθρώνουν στην καλύτερη περίπτωση μια μερική κριτική. Το σύστημα της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς δεν επερωτάται επί της αρχής, αλλά η κριτική κατευθύνεται περισσότερο σε συγκεκριμένα στοιχεία που αντιμετωπίζονται ως αρνητικά. Για άλλους/-ες, (ιδίως από τη ριζοσπαστική πτέρυγα του αριστερού φάσματος), μια γενική κριτική του καπιταλισμού προβάλλει ως ιδιαίτερης σημασίας. Κατά κανόνα κάνουν λόγο για θεμελιακά αρνητικές συνέπειες, όπως είναι η δομική ανεργία, η παραγωγή εξοπλισμών κ.λπ. Μπορούν να διακριθούν τρεις βασικές τοποθετήσεις:

    1.    Κυριαρχία της οικονομίας: Το υπάρχον οικονομικό σύστημα, ιδιαίτερα μετά την αποτυχία του κρατικο-σοσιαλιστικού αντιπαραδείγματος, αντιμετωπίζεται ως η μοναδική εναλλακτική με όρους δομικούς και θεωρείται ως το κυρίαρχο σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές δομές λόγω της αυτορρύθμισής του. Συνεπή εναλλακτικά πολιτικά σχέδια μπορούν μόνο να στοχεύουν στην κατεύθυνση μιας εκδοχής κράτους πρόνοιας που θα αμβλύνει τις αντιθέσεις. («κοινωνική οικονομία της αγοράς» ως το καπιταλιστικό μοντέλο του Ρήνου σε αντίθεση με αγγλοσαξονικές εκδοχές). Ο κοινωνικός έλεγχος του οικονομικού συστήματος εν όλω αντίθετα συλλαμβάνεται ως κάτι το μη ρεαλιστικό. Ο νεοφιλελευθερισμός, που κυριαρχεί στο λόγο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, διεισδύει επομένως εμμέσως και στα συλλογιστικά σχήματα των αριστερά προσανατολισμένων. Ενώ στο παρελθόν μπορούσε να διατυπωθεί η αξιωματική παραδοχή πως τα δομικά προβλήματα του καπιταλισμού ανάγονται στην αντίθεση μεταξύ ιδιοκτητριών και εκμεταλλευόμενων τάξεων, σήμερα για τους ανθρώπους με αριστερό προσανατολισμό που εκκινούν από την κυριαρχία της οικονομίας, αυτή η μορφή ταξικής οπτικής δεν παίζει πλέον κάποιο ρόλο. Αντί αυτού, επικεντρώνονται περισσότερο στους φορείς «εξαρτημένης εργασίας» (ως τάξη) καθ’ εαυτούς.
    2.    Ρύθμιση του (κυρίαρχου) οικονομικού συστήματος: Αφετηριακό σημείο αυτής της βασικής τοποθέτησης είναι η θέση πως οικονομία και κοινωνία αποτελούν δύο αλληλοσυνδεόμενα συστήματα, που αδυνατούν να υπάρξουν απομονωμένα το ένα από το άλλο. Η με παροντικούς όρους υπεροπλισμένη με εξουσίες οικονομία έχει, σύμφωνα με τη θέση αυτή, αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία, θα μπορούσε ωστόσο να τιθασευτεί μέσα από κατάλληλα μέτρα κρατικής ρύθμισης. Αντικείμενο εστίασης αποτελούν τα συγκεκριμένα κακώς κείμενα στο κοινωνικό επίπεδο, όπως είναι ο απτός αποκλεισμός ανέργων και αποδεκτών υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, αλλά και η διάθεση αναγκαίων κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών. Μια οικονομία προσανατολισμένη όχι στο κέρδος αλλά σε κοινωνικές ανάγκες θεωρείται πως έχει αξία, στο βαθμό που μπορούν  να προσδιοριστούν τομείς, όπου η ιδιωτική οικονομία προβάλλει ως ανεπαρκής. Μόνο σπάνια διατυπώνεται το αίτημα για έναν γενικό «εκδημοκρατισμό» της οικονομίας. Σε αντίθεση με την πρώτη βασική τοποθέτηση, σε αυτή την περίπτωση η (μαρξική) περί τάξεων αντίληψη δεν έχει τελείως χαθεί. Ιδίως το «πρεκαριάτο», «οι κατώτερες τάξεις», οι κοινωνικά «αποκλεισμένοι» προσδιορίζονται ως τα θύματα της οικονομικής εκμετάλλευσης στο σύγχρονο καπιταλισμό.
    3.    Δομικός μετασχηματισμός: Μέσα από μια εκ θεμελίων κριτική στην υφιστάμενη οικονομική δομή, το πεδίο της οικονομίας εκλαμβάνεται ως ένα υποσύστημα του κοινωνικού, υποκείμενο στην εξέλιξη της κοινωνίας κι ως εκ τούτου επιδεχόμενο δομικό μετασχηματισμό. Η διεισδυτικότητα της ανάλυσης συμβαδίζει εδώ με την οξύτητα των συναγόμενων συμπερασμάτων, ταυτόχρονα όμως προκύπτουν ελάχιστα συγκεκριμένα, εφαρμόσιμα βήματα σε ό,τι αφορά στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής. Γι’ αυτό και οι εκφραστές αυτής της βασικής τοποθέτησης ουσιαστικά επανέρχονται σε θεμελιώδη αιτήματα των υποστηρικτών της ρύθμισης. Έτσι ο δομικός μετασχηματισμός του οικονομικού συστήματος λειτουργεί περισσότερο ως ουτοπία κι αντικείμενο ενδόμυχης επιθυμίας παρά ως ζήτημα καθημερινής πολιτικής πρακτικής.

    Συνολικά, παρατηρούμε πως αρθρώνεται μια (εν μέρει εκ θεμελίων) κριτική στα κοινωνικά δεινά που προξενεί η οικονομία. Λίγοι/ες μόνο εκφράζουν μια συνεπή άποψη περί κατάργησης των καπιταλιστικών δομών. Ως επί το πλείστον, η υφιστάμενη οικονομική δομή νοείται ως μια περισσότερο ή λιγότερο καλή μορφή ρύθμισης του καπιταλισμού (με την έννοια μιας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς), στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να τονωθούν τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού κράτους. Όσον αφορά στο παράλληλα τιθέμενο ζήτημα μιας δημοκρατικής συγκρότησης της κοινωνίας, στο επίκεντρο βρίσκονται οι δυνατότητες των επιμέρους ατόμων να συνδιαμορφώνουν, καθώς και ο βαθμός ενσωμάτωσης των διαφορετικά σκεπτόμενων (ζήτημα που συνάπτεται ιδιαίτερα με το ερώτημα περί συναινετικής ή πλειοψηφικής δημοκρατίας). Σε περιπτώσεις που περικλείεται εν προκειμένω και μια κριτική στην άνιση κατανομή των κοινωνικών πόρων, τότε, ανάλογα με την οπτική, χρησιμοποιείται ως αναλυτική κατηγορία μία περί τάξεων αντίληψη, προσανατολισμένη στο ζήτημα του ελέγχου των υλικών πόρων και των μέσων παραγωγής (αντίληψη χαρακτηριστική και των ασκούντων κριτική εκ θεμελίων) ή εισέρχονται στο παιχνίδι και άλλες κεντρικές μορφές έκφρασης ανισοτήτων όπως το φύλο, το κοινωνικό κύρος, η δυνατότητα πολιτικής επιρροής, η μόρφωση. Ορισμένες προσεγγίσεις εκτείνονται και σε μια οικο-κοινωνική οπτική, η οποία θέτει  το στόχο μιας διαχείρισης των πόρων με όρους βιωσιμότητας ως επιμέρους στόχο της πολιτικής παρέμβασης στη σφαίρα του οικονομικού.

    Διαπερνώντας οριζόντια τις παραπάνω βασικές τοποθετήσεις, στις συνεντεύξεις διατυπώθηκε με εντυπωσιακή συχνότητα ο αυτοχαρακτηρισμός, πως δεν είμαστε αρμόδιοι στο πεδίο της οικονομίας. Εδώ εκδηλώνεται για άλλη μια φορά η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η πρωτοκαθεδρία του ως ερμηνευτικού μοντέλου στο δημόσιο λόγο έχει προφανώς συμβάλει στο ότι πολλά άτομα σχετιζόμενα με την αριστερά αντιλαμβάνονται εαυτούς/ές ως μη επαρκώς αρμόδιους στο πεδίο της οικονομίας. Με δεδομένη την κεντρική σημασία της κριτικής στον καπιταλισμό εντός του αριστερού φάσματος, αναδύεται ως αναγκαίο σχέδιο να τονωθεί εν νέου η αντίληψη περί αρμοδιότητας και να τεθούν πάλι στην ημερήσια διάταξη οπτικές που υπερβαίνουν το νεοφιλελευθερισμό. Με αυτό τον τρόπο να αντιπαραβάλουμε στην κρίση όχι απλώς επιδιορθωτικές προτάσεις στην κατεύθυνση του κράτους πρόνοιας, αλλά να σκιαγραφήσουμε ρεαλιστικά ουτοπικές εναλλακτικές για την οργάνωση της κοινωνίας, αντιλαμβανόμενοι την κρίση ως μια ευκαιρία για τις αριστερές πολιτικές και οικονομικές προσεγγίσεις ενάντια στον κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο λόγο. (Πράγμα που, αν έχει επιτευχθεί κάπως μέχρι στιγμής, έχει γίνει στο ζήτημα περί οικολογικο-ποίησης της οικονομίας, π.χ. σε σχέση με την έννοια της ανάπτυξης).

    Οι βασικές πολιτικές κι οικονομικές τοποθετήσεις εντός του αριστερού φάσματος παραπέμπουν σε σαφείς διαφορές, οι οποίες συνήθως περιστρέφονται γύρω από ένα κάθε φορά κεντρικό σημείο αναφοράς, αλλά περιλαμβάνουν και περαιτέρω βασικά σημεία . Οι αντιτιθέμενες εκτιμήσεις εκδιπλώνονται μέσα από διαφορετικές βασικές τοποθετήσεις σε σχέση με την προτεραιότητα του οικονομικού επί του κοινωνικού ή το αντίστροφο. Εδώ πέρα εντοπίζονται ξανά παραδοχές για τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης, οι οποίες- δεδομένου ότι απορρέουν από τις  βασικές τοποθετήσεις- ασκούν μια νομιμοποιητική λειτουργία σε σχέση με την πολιτική πρακτική: Αφού το πρωτείο της οικονομίας δεν μπορεί να ανατραπεί, δεν αξίζει ένας θεμελιακά διαφορετικός προσανατολισμός. Ή, αφού μόνο ένας δομικός μετασχηματισμός προβάλλει ως σωτήριος, δεν αξίζουν οι προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις κ.ο.κ. Στον πυρήνα τους, αυτές οι τοποθετήσεις συνάπτονται με την άποψη περί αποτελεσματικότητας της αριστεράς και ενισχύουν ή περιορίζουν αναλόγως την πολιτική δράση.

    2.    Μορφές κατανόησης του πολιτικού, μορφές πολιτικής πρακτικής

    Συνεχίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις συνολικά ιδεατές- τυπικές βασικές τοποθετήσεις απέναντι στο ζήτημα του πώς πρέπει να διαμορφωθεί η κοινωνία. Ενώ οι δύο πρώτες τοποθετήσεις στοχεύουν σε μια αλλαγή του συστήματος, οι δύο τελευταίες είναι προσανατολισμένες σε μια διατήρηση βασικά της υφιστάμενης κοινωνικής δομής, συγκροτώντας κατά κάποιο τρόπο τη «δεξιά πτέρυγα» του αριστερού/ αριστερόστροφου φάσματος.

    1.    Η κρατικιστική- σοσιαλιστική οπτική στοχεύει σε μια (σοσιαλιστική) συγκρότηση της κοινωνίας, όπου ένα «ισχυρό» κράτος θα δημιουργεί δίκαιες κοινωνικές σχέσεις μέσα από πολιτικές ελέγχου και αναδιανομής.
    2.    Η ελευθεριακή- αντικαπιταλιστική οπτική έχει έναν σαφή αντικρατικό προσανατολισμό. Η κατάργηση του καπιταλισμού αντιμετωπίζεται ως το θεμέλιο για μια κοινωνία αυτοοργανωμένη «από τα κάτω» και «απελευθερωμένη».
    3.    Η προσανατολισμένη σε μεταρρυθμίσεις οπτική εντοπίζει ελλείψεις στην υπάρχουσα κοινωνική δομή και επικεντρώνεται σε κινήσεις (ως επί το πλείστον μέσα από την κοινωνία των πολιτών) προς επίτευξη δομικών βελτιώσεων στο κοινωνικό σύστημα στη βάση της υφιστάμενης βασικής δομής.
    4.    Η υποβοηθητική οπτική κατά βάση αποδέχεται την υφιστάμενη πολιτική και οικονομική δομή. Οι ελλείψεις και αδικίες ωστόσο που εντοπίζονται εντός αυτής, πρέπει να αντισταθμίζονται μέσα από ιδία πρωτοβουλία των μελών της κοινωνίας.

    Σε αυτές τις βασικές οπτικές αντιστοιχούν εν μέρει και διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει πολιτική. Στο πλαίσιο της κομματικής- κρατικιστικής αντίληψης η πολιτική περιορίζεται κυρίως στη βασιζόμενη σε κόμματα, κοινοβουλευτική δημοκρατία (περιλαμβανομένων ομοσπονδιών και συνδικάτων) και στις κρατικές δραστηριότητες που την έχουν ως θεμέλιο. Αυτή η αντίληψη περί πολιτικής προωθείται μέσω της πολιτικής αγωγής στα σχολεία, καθώς  και από τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης, και είναι από αυτή την άποψη η πιο διαδεδομένη. Η αντίληψη της πολιτικής με όρους κοινωνίας πολιτών (αντίληψη που απαντά συχνά σε δραστηριοποιούμενους/ες σε πιο ανεπίσημες μορφές πολιτικής δράσης, όπως ΜΚΟ και πρωτοβουλίες πολιτών) υπάγει ακόμη στην κατηγορία της πολιτικής κοινωνικά αποτελεσματικές ομάδες και οργανώσεις, κινούμενες πέρα από το καθιερωμένο πολιτικό σύστημα, καθώς επίσης και τον «ενεργό πολίτη». Κοινό και στις δύο αυτές βασικές τοποθετήσεις είναι ότι η πολιτική δράση (σε αντίθεση για παράδειγμα προς τη φιλανθρωπική δραστηριότητα) έχει ως σημείο αναφοράς προβλήματα γενικής φύσης και στοχεύει στη συγκρότηση αυτοδύναμων δομών και μεθόδων επίλυσης των προβλημάτων. Μια τρίτη αντίληψη, που προχωρά παραπέρα, αντιλαμβανόμενη την πολιτική γενικά μέσα στον κόσμο και τη ζωή, θεωρεί «πολιτική» οποιαδήποτε πράξη αναφέρεται στις υποθέσεις άλλων ανθρώπων (συνεπώς θεωρείται πολιτική και η εθελοντική δραστηριοποίηση σε μικρότερες, μη πολιτικές οργανώσεις, καθώς επίσης και η φιλανθρωπική δράση). Αυτό που αξιώνεται εν προκειμένω δεν είναι η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά το να δραστηριοποιείται κανείς με συγκεκριμένο τρόπο για άλλους ανθρώπους. Ακόμη πιο πέρα προχωρά μια τέταρτη αντίληψη της πολιτικής ως πανταχού παρούσας, η οποία, σύμφωνα και με το σύνθημα του ’68 «το προσωπικό είναι πολιτικό», τείνει να περιλάβει όλες τις πράξεις της καθημερινότητας (μέχρι την πολιτικά ορθή καταναλωτική συμπεριφορά ή το πώς διαχειρίζεται κανείς ως άτομο τα σκουπίδια του). Σε αυτό το συνεχές «τέντωμα» της έννοιας της πολιτικής αντιστοιχεί, στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής, μια αποστασιοποίηση από την ανάπτυξη προσωπικών δραστηριοτήτων στον «πυρήνα» του πολιτικού συστήματος.

    Εντός του φάσματος των «αριστερά προσανατολισμένων» μπορούν  να εντοπιστούν, σύμφωνα με τα δεδομένα της παρούσας ανάλυσης και στη βάση της καθημερινής- πρακτικής τους σχέσης με την πολιτική, οι ακόλουθες ομάδες:

    •    «Θεσμικοί», παραδοσιακοί αριστεροί κι αριστερές, που δραστηριοποιούνται σε αριστερά κόμματα (στο DIE LINKE, σε άλλα αριστερά κόμματα- προϊόντα διασπάσεων, στους Πράσινους, αλλά και στο SPD) και αριστερά σωματεία/ συνδικάτα, έχοντας μια κρατικοκεντρική θεώρηση για το πολιτικό σύστημα.
    •    «Ριζοσπάστες/τριες» αριστεροί/-ές, που στη βάση ελευθεριακών τρόπων ζωής και μέσα από μια εναλλακτική υποκουλτούρα ασκούν πολιτική ενάντια στην κατεστημένο και εκτός του καθιερωμένου πολιτικού συστήματος.
    •    «Ανορθόδοξοι» αριστεροί/-ές, που, κινούμενοι επίσης σε συμφραζόμενα υποκουλτούρας, επιδιώκουν συγκεκριμένες, προσανατολισμένες σε μεταρρυθμίσεις δραστηριότητες ενάντια σε κατεστημένες μορφές οργάνωσης του κοινωνικού και του οικονομικού, και προπάντων στο πλαίσιο αμεσοδημοκρατικών πρωτοβουλιών «βάσης».
    •    Δραστηριοποιούμενοι/-ες μέσα από το επάγγελμά τους, που δρουν πολιτικά μέσα από τη συνειδητή άσκηση επαγγελμάτων που συνδέονται με την πολιτική και την κοινωνία.
    •    «Εθελοντές/-τριες» που, όντας οι ίδιοι/-ες εδραιωμένοι ως επί το πλείστον επαγγελματικά και κοινωνικά, δραστηριοποιούνται για κοινωνικά ζητήματα, συνδέοντας επίσης εν μέρει τη δραστηριότητά τους με ευρύτερους  μεταρρυθμιστικούς στόχους.
    •    «Σποραδικά ενεργοί» με πολύπλευρα πολιτικά ενδιαφέροντα που, χωρίς να δραστηριοποιούνται σε μόνιμη βάση ή μέσα από σταθερές μορφές εμπλοκής, μπορούν να συμμετέχουν ενεργά με προσωρινούς όρους.
    •    «Κριτικά ενδιαφερόμενοι/ες» που παρακολουθούν τις πολιτικές διεργασίες και διαμάχες, χωρίς ωστόσο να δραστηριοποιούνται οι ίδιοι/-ες πολιτικά ή κοινωνικά.
    •    «Κοινωνικά περιθωριοποιημένοι/-ες», που θεωρούν εαυτούς κατά βάση αποκλεισμένους από κοινωνικές δραστηριότητες, διαβιώντας σε παράλληλους κόσμους.
    Και, τέλος,
    •    «Ανίσχυροι» και «παραιτημένοι» που βλέπουν μεν σε επίπεδο αφηρημένο την αναγκαιότητα δράσης, αλλά δε θεωρούν ότι υπάρχει η οποιαδήποτε δυνατότητα ανάληψης προσωπικής δράσης που να παράγει αποτελέσματα.

    Προοπτικές: η Αριστερά ως πολιτικό κίνημα – περίγραμμα ενός σχεδίου για την αριστερή ηγεμονία

    Καθίσταται σαφές πως το με την ευρύτερη έννοια αριστερόστροφο φάσμα χαρακτηρίζεται από ετερογένεια ως προς τις περί κοινωνίας αντιλήψεις και τις πολιτικές θέσεις. Προσδοκίες πατερναλιστικού τύπου για μια πολιτική κρατικής πρόνοιας που θα εποπτεύει τα πάντα συνυπάρχουν με θέσεις υπέρ μεταρρυθμίσεων μέσα από την κοινωνία των πολιτών, καθώς και με μια ελευθεριακή, προσανατολισμένη στο μετασχηματισμό της κοινωνίας, κριτική του καπιταλισμού.  Σε κάποιο βαθμό θεματοποιούνται διαφορετικές όψεις μιας πιθανώς κοινής ιδέας για το σοσιαλισμό ως μορφή συγκρότησης του κράτους και της κοινωνίας. Αλλά ταυτόχρονα δε διαφαίνεται κάποια κοινή αναζήτηση για ένα συνεκτικό αριστερό μοντέλο. Το κριτικό προς την κοινωνία, αριστερόστροφο φάσμα έχει σήμερα περισσότερο τον χαρακτήρα σημείου συνάθροισης ετερογενών δυνάμεων. Για να μπορέσει να προκύψει από αυτό ένα κοινωνικά αποτελεσματικό κίνημα, συνιστά επιτακτικό πολιτικό καθήκον η διαμόρφωση αριστερών πολιτικών προτάσεων με πληθυντικό χαρακτήρα, που θα προσφέρουν μια ελκυστική προοπτική σε όσο το δυνατόν περισσότερο από τον ανόμοιο μεταξύ του κόσμο της αριστεράς. Κι ως αποτέλεσμα  να δημιουργηθούν συνδυασμοί θέσεων, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως γέφυρες ανάμεσα στις διαφορετικές βασικές τοποθετήσεις εντός του αριστερού φάσματος. Το καθήκον ενός κοινού σχεδίου για την αριστερή ηγεμονία θα ήταν συνεπώς να δημιουργήσουμε προγεφυρώματα για κάθε θέση, με άλλα λόγια, να επικεντρώσουμε περισσότερο στα πιθανά σημεία τομής συγκεκριμένων πολιτικών παρά στις φαινομενικά ανυπέρβλητες αντιθέσεις τους και αυτά τα σημεία τομής να δοκιμαστούν σε εντελώς πρακτικό επίπεδο.
    Ο πληθυντικός αυτός χαρακτήρας δεν μπορεί ούτε να περιχαρακωθεί στο πλαίσιο της κομματικής πολιτικής ούτε να παραμείνει σε αφηρημένα επίπεδα, μακριά από τα συγκεκριμένα προβλήματα του κόσμου και της ζωής. Ως πολύ πιο υποσχόμενο προβάλλει το να στοχαστούμε πάνω σε τρόπους να θέσουμε στην κοινωνία το ζήτημα της ταυτότητας της αριστεράς, ως μιας ταυτότητας που χρήζει επαναπροσδιορισμού. Και με αυτό τον τρόπο, στο νεοφιλελευθερισμό που κυριάρχησε από τη δεκαετία του ’90, την επαύριο της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ και της «πνευματικής και ηθικής Αλλαγής», να αντιπαραθέσουμε μια οπτική  χειραφέτησης της κοινωνίας.


    Βιβλιογραφία

    Matuschek, Ingo / Krähnke, Uwe / Kleemann, Frank / Ernst, Frank (2008): “Politische Praxen und Orientierungen in linksaffinen Alltagsmilieus”, Berlin: Rosa-Luxemburg-Stiftung,  www.rosalux.de/cms/fileadmin/rls_uploads/pdfs/PP_INAG_.pdf
    Misik, Robert (2009): Politik der Paranoia: Gegen die neuen Konservativen, Berlin: Aufbau-Verlag.




Related articles