• Αντιμετωπίζοντας την Πραγματικότητα. Στρατηγικές για την αύξηση της «Δύναμης από τα κάτω» στην Εποχή της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησ

  • 27 Jan 12 Posted under: Στρατηγικές Μετασχηματισμού




  • Στις απαρχές της ανόδου του βιομηχανικού καπιταλισμού, στα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίστηκε ένα σύνολο ιδεών που ήρθε να εξάψει τη φαντασία της νέας εργατικής τάξης που δημιουργείτο στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αυτές οι ιδέες αντανακλούσαν εν μέρει τις νέες θεσμικές ρυθμίσεις που χαράσσονταν με την αστικοποίηση και τη βιομηχανοποίηση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Οι ιδέες αυτές βοήθησαν την εργατική τάξη να γίνει δύναμη που εξανθρώπιζε το βιομηχανικό καπιταλισμό, παρ’ ότι αυτή η δύαμη δεν έχει μέχρι στιγμής μετασχηματίσει τον καπιταλισμό.

    Ποιες ήταν οι ιδέες αυτές;
    Πρώτη ήταν η ιδέα ότι με τον αυξανόμενο αριθμό των ανθρώπων που, μέσα από τις αλλαγές στην οικονομία, είχαν εξαναγκαστεί να πάνε στα ορυχεία και τα εργοστάσια που επεκτείνονταν σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να έχουν δύναμη, κι αυτό θα το κατάφερναν με τον καιρό.

    Γιατί θα είχαν δύναμη;
    Η δύναμη από την οποία θα μπορούσα ν’ αγγιστρωθούν και την οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, είχε τις ρίζες της στο ίδιο αυτό το σύστημα που τους καταπίεζε: το σύστημα της μαζικής παραγωγής. Το σύστημα των εργοστασίων, συγκεντρώνοντας τους ανθρώπους από τα διασκορπισμένα χωριά και αγροκτήματα στις επαρχίες και στις πόλεις, θα τους ένωνε, θα τους υπέβαλε σε κοινή εμπειρία, θα τους έφερνε σε φυσική προσέγγιση μέσα στις ίδιες μονάδες της μαζικής παραγωγής, και θα τους υπέβαλε στην φθοροποιό μονοτονία της γραμμής παραγωγής, στον αυταρχισμό του επιστάτη και του αφεντικού. Οι ίδιοι οι θεσμοί του βιομηχανικού καπιταλισμού, με το να ενοποιούν τους εργάτες και να τους υποβάλλουν στις ίδιες συνθήκες, θα άλλαζαν την πολιτική τους συνείδηση. Θα έδειχνε σ’ αυτούς τους ανθρώπους από τα διασκορπισμένα χωριά, που μιλούσαν διαφορετικές διαλέκτους ή γλώσσες, θα τους έκανε να αντιληφθούν, ποιοι ήταν οι κοινοί εχθροί και επίσης θα τους έκανε να κερδίσουν ένα είδος κατανόησης για το όραμα, την κοινωνικοποίηση του σοσιαλισμού. Ήταν ένα είδος  περιορισμένης κοινωνικοποίησης της μαζικής παραγωγής που δημιουργείτο από τον καπιταλισμό, ήταν μια εμπειρία που δημιουργείτο από το βιομηχανικό καπιταλισμό, που θα έδειχνε στο λαό ότι είχε δύναμη. Επειδή αυτός ο λαός θα κατανοούσε, μέσα από την εμπειρία του στα ορυχεία και τα εργοστάσια, ότι έπαιζε έναν κρίσιμο ρόλο στο νέο σύστημα, ότι θα μπορούσε να σταματήσει τη λειτουργία του.

    Και τελικά, υπήρχε η ιδέα ότι όπως μεγάλωνε ο βιομηχανικός καπιταλισμός, έτσι θα μεγάλωνε και η δύναμη αυτών των ανθρώπων. Οι αριθμοί τους και η δύναμή τους θα αυξάνονταν.
    Όπως όλοι γνωρίζουν, αυτές οι ιδέες εκφράστηκαν με τον καλύτερο τρόπο στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Φυσικά, αυτό ήταν ένα πολεμικό σύγγραμα. Αλλά ήταν, επίσης, ανάλυση. Και πιστεύω ότι η επίδρασή του ήταν μεθυστική και έδινε έμπνευση. Η ιδέα ότι η νέα, αναδυόμενη εργατική τάξη μπορούσε να έχει δύναμη και ότι η δύναμή της, ή τουλάχιστον η εν πιθανή δύναμή της, ήταν ένα είδος αναπόφευκτου αποτελέσματος του νέου συστήματος παραγωγής που γεννιόταν, αυτή η ιδέα, αυτή η ανάλυση αντανακλάστηκε στην πραγματικότητα αλλά επίσης βοήθησε τη δύναμη της εργατικής τάξης που τελικά πράγματι είχε επίδραση στους θεσμικούς όρους, παρ’ ότι τελικά δεν ήταν τόσο μεγάλη η επίδραση όσο είχεν ελπίσει οι εργατικοι ηγέτες καθώς και οι Μάρξ και Ένγκελς. Η ιδέα αυτή τροφοδοτούσε τις μαζικές απεργίες, τα συνδικάτα, τα εργατικά κόμματα που πράγματι είχαν επίδραση στο βιομηχανικό καπιταλισμό καθώς αυτός αναπτυσσόταν.

    Τώρα, πρέπει να πούμε ότι η ιδέα αυτή δεν εμπνέει πλέον. Σήμερα η βιομηχανική εργατική τάξη συρρικνώνεται, μαζί και τα συνδικάτα, στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε κάποια έκταση σε ολόκληρη την Ευρώπη και σίγουρα στη Λατινική Αμερική. Τα κόμματα που ξεκίνησαν σαν κόμματα της εργατικής τάξης, τα πολιτικά κόμματα, δεν φαίνεται πια να είναι βασισμένα στην τάξη, πολιτικά περιέχουν λίγο απ’ όλα, σκοντάφτουν, και υπάρχει τεράστια αποθάρρυνση όσον τις προοπτικές τους για εργατική εξουσία. Αντί για την εργατική εξουσία, μας παροτρύνουν να ψηφίσουμε τα κόμματα που αυτοαποκαλούνται ακόμα εργατικά κόμματα ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, επειδή οι ηγέτες και οι υποψήφιοί τους λένε και υπόσχονται μια πιο εξευγενισμένη εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας, που είναι αναπόφευκτες στη νέα εποχή.

    Η συνήθης εξήγηση στο ερώτημα γιατί γίνεται αυτό, γιατί έχει εξατμισθεί και εξαφανιστεί η παλιά υπόσχεση και γιατί είμαστε σ’ αυτό το βάλτο, είναι επίσης μια δέσμη ιδεών. Ένα σύνολο ιδεών που σε κάποιο βαθμό αντανακλούν νέες θεσμικές ρυθμίσεις και επίσης έχουν ένα είδος δυναμικής που υπόσχεται να αλλάξει και έχει ήδη αλλάξει αυτές τις θεσμικές ρυθμίσεις. Και οι νέες αυτές ιδέες πάνε κάπως έτσι: «Είμαστε σε μια νέα εποχή. Την ονομάζουμε νεοφιλελευθερισμό ή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, εννοώντας ότι οι καπιταλιστικές αγορές είναι τώρα διεθνείς. Και ότι ταυτόχρονα, οι εθνικές οικονομίες αναδιαρθρώνονται, με τρόπους που ν δημιουργούν το πρεκαριάτο, την επισφαλή εργασιακή δύναμη, την ανασφαλή περιστασιακή εργασιακή δύναμη της μερικής απασχόλησης και ότι αυτή η νέα εξέλιξη είναι αναπόφευκτη, είναι το αποτέλεσμα μιας νέας θεσμικής διαμόρφωσης που δεν είναι ακριβώς δομημένη συνειδητά από κάποιον φορέα, και οι συνέπειές της θα είναι τεράστιες για την οικονομική ευημερία της εργατικής τάξης, αλλά ιδιαίτερα για τη δύναμη της εργατικής τάξης».

    Θέλω να εξηγήσω γιατί αυτή η εξέλιξη έχει παραλύσει την εμφάνιση νέων ιδεών για το νεοφιλελευθερισμό και για τις θεσμικές πραγματικότητες που τον αντανακλούν και υπερβάλλουν τη δύναμή του. Και να εξηγήσω γιατί δεν νομίζω ότι αυτές οι πραγματικότητες θα μπορούσε να είναι τόσο καταστροφικές όσο φαίνεται.

    Επιτρέψτε μου να αρχίσω από ένα είδος αρχής. Ιστορικά, υπάρχουν δύο κύριες ιδέες για τη δύναμη του εργαζόμενου λαού.

    Η πρώτη, είναι η ιδέα της δημοκρατίας, της εκλογικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι η ιδέα ότι αν οι εργαζόμενοι άνθρωποι πάρουν το δικαίωμα της ψήφου και αν γίνονται περιοδικά εκλογές, μπορούν να επιδράσουν στις κρατικές αρχές. Αυτή είναι πολύ βασική δημοκρατική ιδέα, είναι ο τρόπος που κατανοούμε τη δημοκρατία, και μάλιστα έχουν γίνει περίτεχνες θεσμικές ρυθμίσεις που δημιουργήθηκαν για να αντανακλούν αυτή την ιδέα. Οι θεσμικές ρυθμίσεις αυτές έχουν σχέση με το πώς ασκεί το δικαίωμα της ψήφου ο λαός και πώς κατανέμονται οι ψήφοι και πώς διεξάγονται οι εκλογές, και ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων, κ.λπ.  Αυτή η ιδέα της εκλογικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι επίσης πολλά υποσχόμενη – και ιστορικά, είχε μεγάλη επίδραση στο σοσιαλισμό – λόγω της ιδέας ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα μεγεθυνόταν και συνεπώς θα αυξανόταν ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών και εργατριών, βιομηχανικών εργατών που θα ήταν αντιμέτωποι μ’ αυτή την κοινή εμπειρία, θα ανέπτυσσαν την αλληλεγγύη, ένα είδος σοσιαλιστικής οπτικής. Και οι εκλογικές αντιπροσωπευτικές ρυθμίσεις θα μπορούσαν να είναι όχημα για τη δύναμη.  Αλλά υπήρχε και μια δεύτερη ιδέα που νομίζω ότι είχε μεγάλη επιρροή, και ήταν η θεωρία της εργατικής δύναμης. Η εργατική δύναμη εκδηλωνόταν πιο ουσιαστικά στην απεργία. Η εργατική δύναμη ήταν αυτό που έβγαινε από το Μανιφέστο. Η ιδέα της εργατικής δύναμης που συνδέεται με την αύξηση των βιομηχανιών μαζικής παραγωγής, με την ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού ως παράγοντα ισχύος.

    Και οι δύο αυτές ιδέες είχαν σημασία στην ιστορία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η εργασιακή δύναμη είχε σημασία. Υπήρχε μια ιστορία επέκτασης των πολιτικών δικαιωμάτων των καθημερινών ανθρώπων, των εργατικών δικαιωμάτων, της κοινωνικής προστασίας, του κράτους πρόνοιας. Και στην ιστορία αυτή, κάθε ένα είδος δύναμης επιδρούσε στο άλλο. Ήταν συχνά πολύ σημαντικό ότι οι εργαζόμενοι άνθρωποι είχαν εκλογική δύναμη, κάποια εκλογική δύναμη, επειδή μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους ψήφους τους, τα πολιτικά τους κόμματα, για να προστατεύσουν την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν την εργασιακή τους δύναμη, την δύναμή τους για απεργία, την δύναμή τους να το κλείσουν.

    Η συμβατική άποψη, η ιδέα που μας έχει παραλύσει, και που έχει προωθηθεί από την νεοφιλελεύθερη προπαγάνδιστική μηχανή, η συμβατική λοιπόν άποψη της παγκοσμιοποίησης είναι ότι υπονομεύει και τα δύο είδη δύναμης, την εκλογική αντιπροσωπευτική δύναμη και το είδος των θεσμικών ρυθμίσεων που έχουν κάνει τους καθημερινούς ανθρώπους να έχουν κάποια επίδραση στις αρχές. Αυτή υπονομεύεται από το νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

    Τι μορφές παίρνει αυτή; Πρώτα, η εθνική εξουσία δεσμεύεται με την άνοδο των υπερεθνικών οργανισμών – για να έχουν δύναμη οι ψηφοφόροι, χρειάζεται να έχουν δύναμη πάνω στις κρατικές εξουσίες που εκλέγουν. Αλλά αν αυτές οι ίδιες οι κρατικές εξουσίες γυμνώνονται από δύναμη, για παράδειγμα, από την άνοδο των υπερεθνικών οργανισμών, τότε η δύναμη της γαλλικής εργατικής τάξης υποτάσσεται στην άνοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κ.λπ.
    Αλλά η δύναμη της εργατικής τάξης υποτάσσεται ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την συμβατική οπτική, σ’ αυτή τη νέα δέσμη ιδεών που έχει νικήσει αποφασιστικά τις παλιές ιδέες για την δύναμη της εργατικής τάξης. Υποτάσσεται ακόμα περισσότερο με την άνοδο του πολυεθνικού κεφαλαίου, των πολυεθνικών επιχειρήσεων που λειτουργούν κατά πολύ όπως έχουν λειτουργήσει οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ από το τέλος του 19ου αιώνα, επειδή το κυβερνητικό μας σύστημα στις ΗΠΑ είναι ένα ομοσπονδιακό σύστημα. Υπό το ομοσπονδιακό σύστημα πολλές από τις επιχειρήσεις, τις φορολογικές πολιτικές, τις πολιτικές υποδομές για τις οποίες ενδιαφέρονται οι επιχειρήσεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις, εισάγονται και εφαρμόζονται σε επίπεδο πολιτείας, στο υπο-εθνικό επίπεδο. Αν αυτό συμβαίνει αλλά οι επιχειρήσεις λειτουργούν από την μια ακτή έως την άλλη σε εθνικό επίπεδο, τότε οι επιχειρήσεις μπορούν να κρατούν αιχμάλωτη την κυβέρνηση, μπορούν να πούν: «αν δεν μου δίνεις τις φορολογικές ελαφρύνσεις που θέλω, αν δεν χτίσεις αυτοκινητόδρομο με τέσσερις λωρίδες που να φτάνει μέχει την αυλή μου, θα πάω να εγκατασταθώ σε μια άλλη πολιτεία».  Αυτό ήταν αληθινό στις ΗΠΑ, και απέβη καταστροφικό για την δημοκρατική δύναμη, για έναν τουλάχιστον αιώνα. Το επιχείρημα είναι οτι αυτό είναι πια πραγματικότητα σε όλο τον κόσμο. Ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να κρατούν ομήρους τις εθνικές κυβερνήσεις  με την υπόσχεση της επένδυσης ή αποεπένδυσης, και επιλέγουν και διαλέγουν πού θα πάνε, με τον όρο ότι θα πετύχουν το πακέτο πολιτικών που θέλουν.


    Συγχρόνως, υπάρχει μια άλλη εξέλιξη που έχει υπονομεύσει την παλιά ιδέα της δημοκρατικής ισχύος, της δύναμης των καθημερινών ανθρώπων μέσω της ψήφου, μέσω των κομμάτων, μέσω εκλογώνν: η έρπουσα ιδιωτικοποίηση που στις ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω της ιδιωτικοποίησης των κρατικών υπηρεσιών, αυτός ο νέος χώρος λεηλασίας από τους επιχειρηματίες, που αποδυναμώνει τα πιο σημαντικά συνδικάτα μας στο δημόσιο τομέα. Πιθανώς οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές των συνδικάτων στο Δημοκρατικό Κόμμα –που δεν είναι ένα αντικαπιταλιστικό κόμμα, αλλά είναι το καλύτερο που έχουμε στο χώρο των πολιτικών κομμάτων– είναι τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών, τα συνδικάτα του δημοσίου τομέα, αλλά μόνο στο βαθμό που τα σχολεία είναι δημόσια. Και η προσπάθεια να ιδιωτικοποιηθεί η δημόσια εκπαίδευση έχει ως έναν από τους κρυμμένους στόχους της το τσάκισμα των συνδικάτων των εκπαιδευτικών.
    Η ιδιωτικοποίηση έχει επίσης τις συνέπειές της επειδή είναι ένας νέος χώρος επενδύσεων, κερδοφορίας, μια νέα λεηλασία. Κοιτάξτε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήσαμε τα περιορισμένα προγράμματά μας για δημόσια υγεία, για να ταΐσουμε τους μεγάλους ιδιώτες παρόχους υγείας με τρόπο που να μην  υπόκειται σε κανένα είδος ρύθμισης.

    Μια από τις μεθόδους που οι ιδέες για την παγκοσμιοποίηση είναι τόσο συντριπτικές για την εργατική δύναμη, έχει να κάνει με τον τρόπο που η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αποδυναμώνει τις υποσχέσεις για δημοκρατία.
    Ο άλλος τρόπος είναι ότι οι ιδέες, και μερικές από τις πραγματικότητες – αλλά όχι όλες, είναι συντριπτικές για την παλιά ιδέα ότι η εργασιακή δύναμη είναι μια δύναμη που μπορεί να το κλείσει, επειδή παγκοσμιοποίηση σημαίνει τη μετακίνηση των βιομηχανιών μεγάλης παραγωγής στην Ασία, τον παγκόσμιο Νότο. Και αυτή τη μετατόπιση της επένδυσης συνοδεύεται από την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού των αγαθών, με συνέπεια οι εργάτες, συχνά συνδικαλισμένοι, στον ανεπτυγμένο κόσμο, να ωθούνται διαρκώς σε αντιπαράθεση με στους εργάτες του παγκόσμιου Νότου. Έτσι, η ένταση του ανταγωνισμού σημαίνει πίεση και φόβο για την έξοδο.
    Έτσι δημιουργείται η άποψη, την οποία μου έχουν πει πολλοί συνδικαλισμένοι εργάτες αλλά και διανοούμενοι των συνδικάτων, ότι δεν μπορούμε να απεργήσουμε κάτω από αυτούς τους όρους. Δεν μπορείτε να απεργήσετε, δεν μπορείτε να μιλήσετε για απεργία. Δεν μπορείτε να μιλήσετε για την ουσιώδη άσκηση της εργατικής δύναμης που είναι η δύναμη να το κλείσετε.

    Αυτή λοιπόν η νέα δέσμη ιδεών φέρνει αναπηρία, παραλύει. Είναι όμως αυτή όλη η αλήθεια; Σίγουρα υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτές τις ιδέες. Και όμως, δεν νομίζω ότι είναι όλη η αλήθεια. Νομίζω ότι εμπεριέχεται στην ιδέα της εργατικής δύναμης, στην ιδέα ότι μπορείτε να το κλείσετε, η δημοκρατική δύναμη ότι εάν ο λαός έχει το δικαίωμα της ψήφου αυτή είναι η πιο γενική θεωρητική οπτική που εξηγεί το γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορούν να κυριαρχούν πάνω σε άλλους ανθρώπους. Και ιδιαίτερα, εμπεριέχεται σ’ αυτές τις δύο ιδέες της δύναμης μια μεγαλύτερη ιδέα που αφορά το γιατί άνθρωποι τους οποίους συνήθως θεωρούμε αδύναμους, αβοήθητους, αναπόφευκτα υποταγμένους, άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν από τους συνηθισμένους τρόπους δύναμης, άνθρωποι σαν τους δουλοπάροικους, τους φτωχούς των πόλεων, εργάτες, παρόλα αυτά ασκούν μερικές φορές τη δύναμή τους.

    Ιστορικά, υπάρχουν αυτές οι στιγμές όπου οι δουλοπάροικοι είχαν πολλαπλή δύναμη πάνω στους γαιοκτήμονες, όπου οι φτωχοί των πόλεων έκαναν τους πρίγκηπες να τρομάξουν, όπου οι εργάτες έκαναν τα μεγάλα αφεντικά να υποχωρήσουν. Αυτού του είδους η δύναμη και η δύναμη που εμπεριέχεται στο επιχείρημα για τη δύναμη της εργατικής δύναμης να το κλείσει, η δύναμη που εμπεριέχεται στις δημοκρατικές ιδέες, προέρχεται, νομίζω, από πρότυπα συνεργασίας, αλληλεξάρτησης που εμπεριέχονται στην κοινωνία μας. Αυτά είναι πρότυπα συνεργασίας που περιλαμβάνουν δουλοπάροικους, που περιλαμβάνουν τους φτωχούς των πόλεων, που αναγκάζονται να συνεργαστούν τουλάχιστον με το να παραμένουν άφωνοι και τα οποία περιλαμβάνουν τους εργάτες. Καθένας παίζει το ρόλο του στη συνήθη λειτουργία των μεγάλων θεσμών που συνιστούν μια συνεργατική κοινωνία.

    Αυτά τα πρότυπα συνεργασίας είναι περίπλοκα και καταλυτικά. Υπάρχουν πολλά θεσμικά συστήματα συνεργασίας, περιλαμβανομένης της οικογένειας, των εκκλησιών, των εκπαιδευτικών συστημάτων – αλλά μερικά θεσμικά συστήματα είναι σημαντικότερα από άλλα.

    Οι οικονομικοί θεσμοί είναι πολύ σημαντικοί, καθώς και οι πολιτικοί θεσμοί που αποφασίζουν τους κεντρικούς άξονες που δένουν το κράτος με τους πληθυσμούς. Και οι μάχες εξουσίας που γίνονται δυνατές από τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα συνεργασίας, αυτές οι σχέσεις εξουσίας, μπορεί να είναι πολύ κριτικές στις μετασχηματιζόμενες κοινωνίες. Και περιλαμβάνουν τους πάντες ή σχεδόν τους πάντες, επειδή οι άνθρωποι είναι δεμένοι σ’ αυτές τις οικονομικές και πολιτικές δραστηριότητες, στις οποίες έχουν τη συμβολή τους. Και επειδή είναι δεμένοι, μπορούν να δημιουργούν εμπόδια σ’ αυτά τα συστήματα. Οι φοιτητές σου μπορούν να εμποδίσουν τη λειτουργία των πανεπιστημίων σου. Οι εργάτες μπορούν να εμποδίσουν την παραγωγή. Οι αγρότες στα υψίπεδα της Βολιβίας μπορούν να εμποδίζουν ολόκληρες κοινότητες με το να μπλοκάρουν τους δρόμους. Έτσι, τόσο η εκλογική αντιπροσωπευτική δημοκρατία όσο και οι ιδέες για την εργατική δύναμη αποτελούν ιδιαίτερες εκφράσεις της ευρύτερης ιδέας ότι οι αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις δημιουργούν αλληλεξαρτώμενη δύναμη. Και ότι αυτή η αλληλοεξαρτώμενη δύναμη, αντίθετα με τα όπλα και το χρήμα, συμπεριλαμβάνει τον πυθμένα της κοινωνίας και αυξάνεται με το συγκεντρωτισμό και την εξειδίκευση.

    Ακολουθεί, για μένα, ότι η παγκοσμιοποίηση –είτε νεοφιλελεύθερη είτε όχι– αυξάνει τη δυναμική για δύναμη από τα κάτω. Οι ίδιες διευθετήσεις που επιτρέπουν την ύπαρξη του κεφαλαίου, τη μετακίνησή του σε περιοχές χαμηλού κόστους, χαμηλών μισθών, επίσης δημιουργούν νέες και εύθραυστες αλληλεξαρτήσεις. Έτσι όλοι θρηνούν για την εξωτερίκευση των εργασιών (outsourcing), μέσα από την οποία στους φτωχοούς σε κάποιο άλλο μέρος δίνονται οι δουλειές της παραγωγής κρίσιμων εξαρτημάτων των αυτοκινήτων μας ή των βαγονιών των τρένων μας. Αλλά αυτές οι ίδιες οι διευθετήσεις επίσης δημιουργούν νέες και πολύ εύθραυστες και σύνθετες αλληλεξαρτήσεις, η εξωτερίκευση εργασιών είναι διπλής όψεως. Μπορεί να χαλαρώσει τις σχέσεις των επενδυτών με τους ντόπιους εργάτες και να αποδυναμώσει τη δύναμη των ντόπιων εργατών, αλλά δένει τους επενδυτές με πολλούς άλλους συντελεστές, που οι περισσότεροι είναι σε κατώτερη μοίρα. Έχουμε πολύ απομακρυσμένες μεταξύ τους αλυσίδες παραγωγής, υπάρχει ακόμα περισσότερο πρόβλημα όταν το σύστημα παραγωγής απαιτεί ακρίβεια εκτέλεσης και επιπλέον, αυτές οι αλυσίδες παραγωγής με τη σειρά τους εξαρτώνται από σύνθετα συστήματα μεταφοράς. Και είναι αυτό που μου αρέσει, με κάποιον τρόπο, περισσότερο απ’ όλα: επίσης εξαρτώνται από ηλεκτρονικά συστήματα επικοινωνίας που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας.

    Τον παλιό καιρό με τα φορντιστικά συστήματα παραγωγής, αυτοί που ενδιαφέρονταν για την εργασιακή δύναμη έψαχναν το ζήτημα ποιοι εργάτες –σ’ ένα σύνθετο εργοστάσιο ή βιομηχανία με σύνθετο καταμερισμό εργασίας– θα ήταν οι κομβικοί εργάτες που αν μπορούσες να τους οργανώσεις, θα μπορούσαν να το κλείσουν.

    Ο John Womack έψαξε για καιρό για να καταλάβει ποιοι εργάτες στην Βέρα Κρουζ (ήταν μεξικανός εμπειρογνώμονας) θα ήταν οι κομβικοί εργάτες.

    Τώρα, ίσως, η ιδέα των κομβικών εργατών έχει διευρυνθεί, ίσως πολλοί να είναι οι κομβικοί εργάτες ή οι εν δυνάμει κομβικοί εργάτες,  σ’ ένα πολύ σύνθετο και εύθραυστο σύστημα, με καταμερισμό εργασίας και σύστημα συνεργασίας.

    Υπάρχουν όμως προβλήματα. Κι αυτά σχετίζονται με το γεγονός ότι η προοπτική της δύναμης που δημιουργείται από το νέο σύστημα θεσμικών σχέσεων, η προοπτική της δύναμης στη βάση ιδιαίτερα, δεν εκφράζεται αυτόματα. Πρέπει να γίνει πολύ στρατηγική δουλειά για να ασκηθεί αυτή η δύναμη.  Δεν ξεχνάμε ότι άνθρωποι που είναι υποταγμένοι, που πολιτιστικά ασφυκτιούν,  πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι σημαντικοί, ότι συμβάλλουν. Έτσι πρέπει να αναγνωρίζουν ότι οι ελίτ εξαρτώνται από αυτούς. Πρέπει να συντονίσουν τις ενέργειές τους, πρέπει να λύσουν το οργανωτικό πρόβλημα και μ’ αυτό το θέμα ασχολούνται περισσότερο οι οργανωτές.

    Αυτή η εξατομίκευση με κάποιον τρόπο πάντα συνέβαινε με μεγάλες ομάδες οργατών που πρέπει να την ξεπεράσουν, πρέπει να δράσουν από κοινού. Η ανασταλτική επίδραση άλλων σχέσεων πρέπει να υπερκεραστεί, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν σχέσεις μόνο με επενδυτές ή εργοδότες, ή ακόμα και με κρατικές αρχές. Επίσης έχουν σχέση με την εκκλησία, που αποτέλεσε σπουδαίο παράγοντα στην άνοδο της δεξιάς στις ΗΠΑ. Έχουν οικογενειακές σχέσεις, μερικές φορές είναι μέλη οργανώσεων, δεξιών, τρελών οργανώσεων.

    Πρέπει επίσης να καταφέρουν να αντέξουν την αναστολή των σχέσεων που είναι η αναπόφευκτη συνέπεια όταν αίρεται η συνεργασία στις σχέσεις αλληλεξάρτησης. Δεν πληγώνεις μόνο το αφεντικό, επίσης δεν θα παίρνεις το μισθό. Και επιπλέον, αν το κάνεις, μπορεί να διακινδυνεύσεις τον τερματισμό αυτής της σχέσης συνεργασίας. Αλλά το σκληρότερο από όλα είναι να ενεργοποιήσεις αυτή την πιθανή δύναμη που βγαίνει από τη συνεργασία, και τώρα πλέον από τα νέα συστήματα της σύνθετης και εύθραυστης συνεργασίας. Αλλά για να το κάνεις, πρέπει να σπάσεις κανόνες. Αυτό έχει αποτελέσει το μεγαλύτερο ανασταλτικό παράγοντα για τη λαϊκή δράση. Πρέπει να αψηφίσεις τους κανόνες που έχουν τεθεί από τις ίδιες τις κρατικές αρχές, που επιδρώνται από άλλες πηγές εξουσίας, από πλούτο, επιβολή κ.λπ. Σκεφθείτε πώς οι παλιοί εργάτες έσπαγαν τους κανόνες που τους απαγόρευαν το συνδικαλισμό, ο οποίος παρουσιαζόταν ως συνωμοσία. Έσπαγαν τους αντιαπεργιακούς κανόνες. Στις ΗΠΑ και στην Αγγλία, οι απεργίες παραβίαζαν την παράδοση του εθιμικού νόμου, του νόμου αφέντης-υπηρέτης.  Αυτά είναι στρατηγικά προβλήματα που πρέπει πάντα να υπερπηδηθούν για να ζωογονηθεί η δύναμη από τα κάτω. Επίσης είναι στρατηγικά προβλήματα που η τάξη των εργοδοτών, των αφεντικών, των πολυεθνικών, έπρεπε να υπερβεί για να επωφεληθεί από τα νέα δίκτυα της παγκόσμιας παραγωγής και εμπορίου. Αυτοί τα κατάφεραν γρηγορότερα.

    Οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν από τις επιχειρήσεις με τη μορφή των δεξαμενών σκέψης, με τις εκδόσεις και τα ειδικά κανάλια τηλεόρασης είναι γεμάτοι από το είδος αυτής της ιδεολογίας της νεο-αγοράς. Είναι προπαγάνδα η ιδέα ότι η οικονομία που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα σημαίνει πραγματικά τη διεύρυνση, έτσι ώστε οι παλιοί νόμοι της αγοράς, που πράντα ήταν αδήρητοι για τον κόσμο της εργασίας, ιδεολογικά – τους παλιούς νόμους της αγοράς είναι ακόμα δυσκολότερο να τους αψηφίσεις. Τα ραδιοκύματα, οι πολιτικοί, όλοι την εκπέμπουν. Οι εργοτόδες άρπαξαν αμέσως την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν την πραγματικότητα της εξόδου των επιχειρήσεων για να διογκώσουν την ιδέα ότι η έξοδος είναι τμήμα της καμπάνιας τους να συντρίψουν τα παλιά συνδικάτα που δημιουργήθηκαν την εποχή του φορντισμού. Και επίσης έσπευσαν όχι μόνο να χρησιμοποιήσουν την κυβέρνηση, για να τα ξεφορτωθούν, να απορυθμίσουν τις παλιές ρυθμίσεις για την εργασία και τα εργασιακά δικαιώματα. Στην ουσία κατέλαβαν την κυβέρνηση στις ΗΠΑ. Οι εργαζόμενοι κινήθηκαν με πολύ αργότερο ρυθμό, καθώς και οι εργατικοί ηγέτες. Γιατί αυτοί είναι υπερβολικά γραφειοκράτες, πολύ άνετοι, οι παλιοί τρόποι να ενεργούν λειτούργησαν ή λειτούργησαν εν μέρει, παρ’ ότι ποτέ θαυμάσια, είναι δειλοί, γέροι, φοβούνται τους κινδύνους νέων στρατηγικών που συνεπάγεται το σπάσιμο των κανόνων.

    Στις ΗΠΑ δεν είναι ότι η τα συνδικάτα δεν αναγνωρίζουν ότι είναι σε μπελά, καθώς χάνουν μέλη και συνδικαλιστική πυκνότητα. Ναι, το ξέρουν αυτό. Υπήρξαν μετατοπίσεις στην ηγεσία, αλλά όχι αποφασιστικές. Και αυτό που προσπάθησαν να κάνουν αυτοί οι νέοι ηγέτες, προσπάθησαν να αναβιώσουν, είναι να βάλουν περισσότερη ενεργητικότητα στις παλιές στρατηγικές, στο παλιό ρεπερτόριο. Αυτό περιλαμβάνει την οργάνωση των μη οργανωμένων, πολλών από το πρεκαριάτο, περιλαμβανομενων των μεταναστών/μεταναστριών. Υπήρξαν προσπάθειες για την οργάνωση των μερικώς απασχολούμενων, να βρουν συμμάχους στην κοινότητα, που πραγματικά σημαίνει σαν να οργανώνεις αυτούς από το πρεκαριάτο που δεν ανήκουν στην τακτικό εργασιακό δυναμικό.
    Κυρίως αυτό που προσπάθησαν να κάνουν στις ΗΠΑ είναι να χρησιμοποιήσουν την ικανότητά τους να επιδράσουν στις εκλογικές πολιτικές για να συμψηφίσουν έτσι την ανικανότητά τους να χρησιμοποιήσουν την παλιομοδίτικη απεργιακή δύναμη των εργαζομένων.

    Κι έχει ριχτεί τεράστια ποσότητα πνευματικής δύναμης, συνδικαλιστικών κονδυλίων, προσωπικής δύναμης στις εκλογικές καμπάνιες, με την ελπίδα ότι η εκλογή κάποιων υποψηφίων θα βελτιώσει τα εργατικά δικαιώματα, και ιδιαίτερα τη σύνθεση του εθνικού συμβουλίου εργασιακών σχέσεων αναποδογυριστεί, έχει μετατραπεί σε συμβούλιο που ευνοεί τους εργοδότες μετά από δεκαετίες συντηρητικής πλειοψηφίας.

    Αλλά αυτές είναι παλιές στρατηγικές. Δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστες, σημαίνει ότι είναι αδύναμες, επειδή εκτυλίσσονται στο πλαίσιο της αποβιομηχάνισης, της έξτρα δύναμης που δίνει στους εργοδότες η παγκοσμιοποίηση, την τεράστια πολιτική μηχανή που δημιούργησαν οι επιχειρήσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια για να κυριαρχήσουν στην κυβέρνηση. Αυτές είναι ισχυρές βλαπτικές επιδράσεις.
    Νομίζω ότι ο κόσμος της εργασίας, ίσως όχι τα εργατικά συνδικάτα, χρειάζονται νέες στρατηγικές. Υπάρχουν χαραμάδες φωτός. Νέες στρατηγικές που εκμεταλλεύονται τις νέες πηγές δύναμης που προκύπτει από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την απέριττη παραγωγή. Υπάρχουν χαραμάδες νέας στρατηγικής, δεν έχουμε μόνο το παλιό υλικό. Στις προτεραιότητες μερικών συνδικάτων, ιδιαίτερα του συνδικάτου Διεθνές Συνδικάτο Υπαλλήλων Υπηρεσιών  στις ΗΠΑ (SEIU - Service Employees International Union) γίνεται προσπάθεια να αυξηθεί η ανά τμήματα συνδικαλιστική πυκνότητα συνδικάτων με την συντριβή τις παλιές θεσμικές διευθετήσεις των συνδικάτων έτσι ώστε αυτό το συγκεκριμένο συνδικάτο σε μια δράση που αποφασίζει να καλύπτει μεγαλύτερο αριθμό εργατών σε έναν συγκεκριμένο τομέα – αυτή είναι μια προσέγγιση. Μια άλλη προσέγγιση, είναι αυτό που ονομάζετει επιχειρησιακή στρατηγική, προσπάθειες διαγνώσουν συγκεκριμένω πού είναι ευάλωτοι αυτοί οι επενδυτές.

    Φτιάχνουμε ένα μεγάλο χάρτη. Ξέρουμε ότι είναι ευάλωτοι στους εργάτες σε κάποιο βαθμό, αλλά αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό και μπορεί να μην έχουμε οργανώσει ακόμα αυτούς τους εργάτες. Είναι ευάλωτοι όμως απέναντι σε κάποιους επιχειρησιακούς συμάχους, επενδυτές, μεγάλους πελάτες. Θέλουμε να γνωρίζουμε όλες αυτές τις αδύναμες πλευρές και να βγάλουμε συμπεράσματα για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιοήσουμε αυτές τις άλλες ευάλωτες πλευρές. Υπάρχει ένα πρόβλημα σ’ αυτού του είδους τη στρατηγική, νομίζω, γιατί δεν είναι οι εργάτες που θα ασκήσουν πίεση στους στόχους. Αν αυτοί είναι οι πελάτες ή οι επενδυτές, τελικά το αποτέλεσμα θα είναι να έχουν κέρδη οι εργάτες;

    Υπάρχουν πολύ περισσότερες διερευνήσεις για εργατικές καμπάνιες που διαπερνούν τα σύνορα. Και υπάρχει επίσης μια παλιότερη στρατηγικό, προσπάθεια να δημιουργηθούν παγκόσμια συνδικάτα. Αλλά δεν είμαι σήμερα έτοιμος να εκτιμήσω κάθε μια απ’ αυτές τις στρατηγικές προσεγγίσεις. Αντίθετα, αυτό που θέλω να κάνω είναι να σας προτείνω, κλείνοντας, είναι ότι οι στρατηγικές και η εξέταση των στρατηγικών της πολιτικής δύναμης των εργατών  μπορεί να είναι και νομίζω πρέπει να είναι το επίκεντρο μιας ακαδημαϊκής ατζέντας. Εμείς οι ακαδημαϊκοί μπορούμε να βοηθήσουμε σ’ αυτό. Αυτές οι στρατηγικές είναι, τελικά, υποθέσεις των παγκοσμίων και των αμερικανών ακαδημαϊκών. Είναι σύνθετες υποθέσεις, είναι δέσμες υποθέσεων για τη σύγκρουση, για το ποιος μπορεί να κάνει τι σε ποιον στην αντιπαράθεση. Είναι σύνθετες εν μέρει επειδή δεν είναι απλώς ζήτημα αν οι εργάτες μπορούν να οργανωθούν και με το να οργανωθούν αν μπορούν να ασκήσουν πίεση σε κάπιο στόχο. Είναι επίσης ζήτημα για τις αντι-στρατηγικές. Είναι χορός, και υπάρχουν διάφορα μέρη στο χορό, με τρεις εταίρους τουλάχιστον: εργαζόμενους ανθρώπους, εργοδότες και κρατικές αρχές.

    Υπάρχουν πολλά που πρέπει να εξεταστούν, πολλά στοιχεία θα ήταν χρήσιμα. Τα στοιχεία είναι σημαντικά. Ο εμπριρικός κόσμος είναι σημαντικός για να φωτίσει τις κατηγορίες μας. Το μοντέλο μας θα μπορούσε να είναι το μανιφέστο, αλλά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν υπερβολικά γενικό για τους σκοπούς που χρειάζεται να βάλουμε σήμερα στη δουλειά μας για τη στρατηγική. Θέλουμε να αντικρούσουμε τη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε ακαδημαϊκή δουλειά που να αφορά το γιατί το πρεκαριάτο ή άλλοι εργάτες που δεν είναι ακριβώς επισφαλείς, αλλά πιθανώς θα γίνουν, γιατί έχουν δύναμη, γιατί η μεγέθυνση, το ξετύλιγμα των διεθνών αγορών χωρίς αντίσταση ή αντίθεση, γιατί η καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων με οποιεσδήποτε επιδράσεις, γιατί όλα αυτά δεν είναι αναπόφευκτα.
    Χρειάζεται να μελετήσουμε, με τρόπο που δεν το έκανε το Μανιφέστο, δεν μπορούσε να το κάνει – το πώς μπορούν να οργανωθούν οι άνθρωποι έχοντας το δεδομένο ότι οι σύγχρονοι χώροι εργασίας είναι διεσπαρμένοι. Χρειαζόμαστε νέες μορφές οργάνωσης. Τα νέα εθνικά και διεθνή συνδικάτα, που είναι ιεραρχικά οργανωμένα, πιθανώς δεν είναι οι σωστές μορφές. Χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα για το πώς οργανώθηκαν οι Ιρανοί διαμαρτυρίες μέσα από το Twitter. Πρέπει να μιλήσουμε για τους χαμένους, πιο δικτυακού τύπου μορφές οργάνωσης που έχει χρησιμοποιήσει το Κίνημα για την Παγκόσμια Δικαιοσύνη. Χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα και να εξηγήσουμε, πώς μπορούν να συνευρεθούν άνθρωποι με διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές παραδόσεις, που πάντα συνευρίσκονταν. Αυτό προκύπτει από την ιστορία των εργαζομένων, η συνεύρεση των ανθρώπων από διαφορετικούς τόπους, με διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους, με διαφορετικές ιδέες.

    Αλλά η υπόσχεση της δύναμης είναι ορμητική. Και πράγματι ενώνει τους ανθρώπους, παρά τα εμπόδια των γλωσσών και των παραδόσεων, και παρά τους διαφορετικούς όρους απασχόλησης. Αυτό διαπραγματεύεται η ιστορία μας και πρέπει να συνεχίσουμε να φτιάχνουμε ιστορία.

    Μετάφραση: Σίσσυ Βωβού


Related articles